ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΜΠΤΟ ΤΟΜΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑΣ "ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ" ΑΠΟ ΤΗΝ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
(με το φύλλο του Πάσχα)
ΤΟ ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Ο εμφύλιος σήμερα
Στα πρόθυρα και, κυρίως, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2009, ο εμφύλιος πόλεμος επανήλθε δυναμικά στο ελληνικό λεξιλόγιο. Ξεχασμένοι όροι, όπως «γουναράδικα» ή «τέταρτος γύρος», άρχισαν να χρησιμοποιούνται από Έλληνες πολιτικούς και να «παίζουν» στα δελτία ειδήσεων. Η αρχή έγινε ίσως με το σύνθημα «Βάρκιζα τέλος», που εμφανίστηκε σε τοίχους της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2008, μια συγκεκαλυμμένη απειλή ότι η περίοδος της συνθηκολόγησης και της ταπείνωσης της Αριστεράς από το επίσημο κράτος είχε κλείσει οριστικά, και τον λόγο θα έπαιρναν τα όπλα. Με άλλα λόγια, η ώρα της μεγάλης ρεβάνς είχε επέλθει.
Βέβαια, η επανάκαμψη του εμφυλιοπολεμικού λόγου δεν ήταν τόσο απότομη όσο φάνηκε, καθώς για πολλά χρόνια μετά τη μεταπολίτευση καλλιεργήθηκε με συστηματικό τρόπο ο μύθος της Κατοχής που δεν τέλειωσε ποτέ. Όπως τραγουδούσε ο βάρδος των αντάρτικου τραγουδιού, Πάνος Τζαβέλλας («Ξυπνήστε», 1975), «κι αν φύγανε οι Γερμανοί, ήρθαν οι Αμερικανοί, καινούρια πάλι κατοχή». Όμως, η επανάκαμψη της Γερμανίας στο προσκήνιο με την κρίση κατέστησε την επαναφορά αυτού του μύθου ιδιαίτερα ελκυστική.
Ευτυχώς, πραγματικός εμφύλιος πόλεμος στη βάση του κατασκευασμένου από ακραίες και λαϊκιστικές πολιτικές δυνάμεις δίπολου μνημόνιο-αντιμνημόνιο δεν προέκυψε, και εδώ που τα λέμε δεν ήταν δυνατόν να προκύψει. Ένας εμφύλιος πόλεμος απαιτεί χιλιάδες ανθρώπους διατεθειμένους να πολεμήσουν, και παρότι η Ελλάδα είναι χώρα διαδηλώσεων και ενίοτε επεισοδίων, ελάχιστοι είναι εκείνοι που έχουν τη διάθεση και την ικανότητα να εμπλακούν σε (μακροχρόνιες ενδεχομένως) στρατιωτικές ειτιχειρήσεις. Εξάλλου, το κράτος μπορεί να κλυδωνίστηκε, ωστόσο δεν κα.άρρευσε εξαιτίας της κρίσης, ούτε και προέκυψε πολιτικό κενό.
Άλλωστε, όπως απέδειξε η ζωή, οι πολιτικές δυνάμεις που πολέμησαν τα μνημόνια στην αντιπολίτευση έως το 2015, χρησιμοποιώντας πύρινα εμφυλιοπολεμικά συνθήματα, τα αποδέχτηκαν και τα εφάρμοσαν στη συνέχεια ως κυβερνώντες. Ωστόσο είναι αλήθεια πως η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε από τα πιο ακραία τμήματα τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς για την ηθική απαξίωση των φιλελεύθερων δυνάμεων δηλητηρίασε την πολιτική ατμόσφαιρα και δημιούργησε μια τοξική πολιτική ατμόσφαιρα, η οποία όχι μόνο εξέθρεψε αλλά και «νομιμοποίησε» ηθικά και πολιτικά φαινόμενα ατομικής βίας (επιθέσεις ακροαριστερών ομάδων κατά της αστυνομίας, προπηλακισμούς «μνημονιακών» πολιτικών και καθηγητών πανεπιστημίου κ.ο.κ.). Στις πλατείες των «αγανακτισμένων», όπου συναγελάστηκαν η άκρα Αριστερά και Δεξιά, επήλθε η ώσμωση των δύο χώρων που έμελλε να συγκυβερνήσουν σύντομα τη χώρα.
Συνεχείς ήταν οι αναφορές των «αγανακτισμένων» στην Κατοχή, με την καγκελάριο Μέρκελ να φιγουράρει ως νέος Χίτλερ σε πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε ρόλο «Δ ' Ράιχ», που απέβλεπε στην οικονομική υποδούλωση της Ευρώπης, αρχής γενομένης από τον «αδύνατο κρίκο» της, την Ελλάδα. Η πολιτική της Γερμανίας στο Ελληνικό Ζήτημα θεωρήθηκε νέα «Κατοχή», χωρίς πά-ντσερ αλλά με διορισμένους τοποτηρητές «Γκάουλαϊτερ». Η «τρόικα» πήρε τον ρόλο των τριών άλλοτε κατοχικών δυνάμεων, ενώ η πάλη κατά των μνημονίων μετατράπηκε στον νέο απελευθερωτικό αγώνα του «αλύγιστου» ελληνικού λαού, με την Αριστερά πρωτοπόρο και τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του ΚΚΕ, επικεφαλής ενός νέου ΕΑΜ. Οι «μνη-μονιακοί» έγιναν οι νέοι «δωσίλογοι». Από τους δημοφιλέστερους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς ήταν εκείνος του «Τσολάκογλου». Τον όρο αυτό, που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ως συνώνυμος του «προδότη», εκτόξευσαν οι «αγανακτισμένοι» εναντίον των αστών πολιτικών που υπέγραψαν και αποδέχτηκαν τα πρώτα μνημόνια, όπως ο Τσολάκογλου που είχε υπογράψει τη συνθηκολόγηση του Ελληνικού Στρατού τον Απρίλιο του 1941 και είχε σχηματίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση. Τα «αντίμνημονιακά» κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ, Ανεξάρτητοι Έλληνες και Χρυσή Αυγή) επιδίωξαν και πέτυχαν τη ρητορική αναβίωση του διχασμού της δεκαετίας του '40, μέσω της καλλιέργειας κλίματος πόλωσης και φανατισμού, όπου, όπως στην Κατοχή, δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα από το να είναι κανείς πατριώτης ή προδότης.
Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον σημείο είναι πως ο εμφυλιοπολεμικός λόγος υπήρξε μονόπαντος. Οι «μνημονιακοΐ» πολιτικοί δεν θέλησαν (ή δεν τόλμησαν) να αντικρούσουν την κατηγορία του δωσιλογισμού είτε με αντίστοιχους εμ-φυλιοπολεμικούς όρους είτε με όρους ιστορικής επιχειρηματολογίας. Το ίδιο έπραξαν και τα φιλικά προς αυτούς ΜΜΕ, που ποτέ δεν πρόβαλαν ουσιαστικό αντίλογο, με συνέπεια να κυριαρχήσει η πολιτική εργαλειοποίηση της αριστερής αφήγησης του Εμφυλίου. Είναι χαρακτηριστικό πως μία από τις πρώτες πρωτοβουλίες του νεοεκλεγμένου πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, τον Ιανουάριο του 2015, υπήρξε η συμβολική επίσκεψη στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, τόπο εκτέλεσης πατριωτών από τους Γερμανούς στη διάρκεια της Κατοχής.
Μπορεί στον δημόσιο λόγο να κυριάρχησε η διχαστική κληρονομιά του Εμφυλίου, δεν έλειψαν όμως συμβιβαστικές πρωτοβουλίες, που δυστυχώς δεν έτυχαν αντίστοιχης προσοχής. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) Κυριάκος Μητσοτάκης έπλεξε το εγκώμιο του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Άρη Βελουχιώτη στην ομιλία του για την επέτειο της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου, το 2018, προτάσσοντας το ενωτικό μαχητικό πνεύμα της Εθνικής Αντίστασης, αφήνοντας έξω τις διαιρέσεις και τους διχασμούς. Σίγουρα, με την ομιλία του αυτή ο πρόεδρος της ΝΔ είχε την προσοχή του στραμμένη στο παρόν και, κυρίως, στο μέλλον, παρά στο παρελθόν, αρνούμενος να εργαλειοποιήσει πολωτικά τον εμφύλιο πόλεμο, όπως έγινε από πολιτικούς του αντίπαλους, και δείχνοντας ότι η πολιτική θα μπορούσε να αντλήσει και να επικαιροποιήσει φωτεινά παραδείγματα ακόμα και από μια τόσο συγκρουσιακή εποχή, όπως η δεκαετία του '40. Παρατηρεί εδώ κανείς ότι η Νέα Δημοκρατία προέκρινε κατευναστικές πολιτικές, αποφεύγοντας να ρίξει λάδι στη φωτιά του διχασμού, στον οποίο επένδυσαν πολιτικά οι δυνάμεις του λεγόμενου «αντιμνημονιακού» λαϊκισμού. Η ήπια και ψύχραιμη στάση της συνέβαλε στο να μην κλιμακωθούν οι εντάσεις και βαθύνουν τα ρήγματα στην ελληνική κοινωνία, επέτρεψε όμως να εμπεδωθεί η ψευδαίσθηση πως η αφήγηση του Εμφυλίου που χρησιμοποίησε το αντιμνημονιακό στρατόπεδο βασιζόταν σε έγκυρα ιστορικά θεμέλια, αντίληψη που βέβαια δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική.
Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Υπήρξε η επιθετική επανεμφάνιση του Εμφυλίου στο πολιτικό λεξιλόγιο της κρίσης απόδειξη πως η περίοδος αυτή της ιστορίας μας άφησε πίσω της βαθύ και ανεξίτηλο τραύμα που δεν λέει να ξεφτίσει; Αυτό τουλάχιστον φαίνεται να ισχυρίζονται ορισμένοι μελετητές του φαινομένου, όταν σημειώνουν πως «όταν για ένα τόσο δραματικό και οδυνηρό γεγονός που ήταν ο Εμφύλιος, αναπτύσσεται εκ των υστέρων στη δημόσια σφαίρα εναντιωματικός και εξακολουθητικός διάλογος, σημαίνει ότι αυτό έχει αποκτήσει νοηματικές διαστάσεις με διαγενεακή αναφορά. Οι συνέπειες του εκτείνονται χρονικά, και ο πόνος που τις συνοδεύει δεν περιορίζεται στους άμεσα εμπλεκόμενους ως άτομα, αλλά αναμεταφράζεται σε συλλογική εμπειρία και της κατιούσας γενεάς. Άλλως, δεν θα είχαμε τα τελευταία χρόνια τέτοια πληθώρα μυθιστορημάτων, ταινιών, θεατρικών παραστάσεων, άρθρων, ιστοσελίδων, βιβλίων, συνεδρίων και εκθέσεων για τον Εμφύλιο».Με άλλα λόγια η επίμονη παρουσία του Εμφυλίου στη δημόσια σφαίρα είναι απόδειξη πως την κοινωνία διαπερνά ένα έντονο «πολιτισμικό τραύμα».
Δεν έχει νόημα να μπούμε εδώ στην τεχνικά περίπλοκη συζήτηση πώς ακριβώς επιτυγχάνεται η διάγνωση ενός «πολιτισμικού τραύματος» και πώς διακρίνεται κάτι τέτοιο από το ενδιαφέρον, την περιέργεια, ή ακόμη και από τη γοητεία που μπορεί να ασκεί πάνω μας μια σκοτεινή πτυχή του παρελθόντος, επιθυμούμε να θέσουμε το ερώτημα αυτό με πιο περιοριστικούς όρους: Ήταν η επιθετική επανάκαμψη του Εμφυλίου στη διάρκεια της κρίσης αποτέλεσμα ενός τραύματος που άφησε πίσω του ο Εμφύλιος; Ήταν με άλλα λόγια αναπόφευκτη; Ή όχι;
Το ερώτημα αυτό είναι δύσκολο να απαντηθεί επιστημονικά. Η μόνη ενδεχομένως απόπειρα μέτρησης της θέσης που κατέχει στη συλλογική συνείδηση ο Εμφύλιος είναι μια έρευνα κοινής γνώμης που έγινε για λογαριασμό της εφημερίδας Καθημερινή και δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2009, πριν ακριβώς το ξέσπασμα της κρίσης. Από την έρευνα αυτή προκύπτουν ορισμένα ενδιαφέροντα πορίσματα. Πρώτον, σχεδόν οι μισοί ερωτώμενοι (49%) δήλωναν τότε πως δεν διέθεταν αρκετές γνώσεις για την περίοδο, με το ποσοστό να αυξάνεται ραγδαία στις νεότερες ηλικίες. Δεύτερον, ένα αντίστοιχο ποσοστό θεωρούσε πως ο Εμφύλιος συνδεόταν με την πολιτική διαμέσου των κομμάτων. Τρίτον, η παραταξιακή ταύτιση με τον Εμφύλιο είναι κυρίως υπόθεση της Αριστεράς. Οι ερωτώμενοι που δήλωναν τη μεγαλύτερη ταύτιση με τον Εμφύλιο ήταν ψηφοφόροι του ΚΚΕ και του (μικρού τότε) ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, οι ψηφοφόροι της ΝΔ ταυτίζονταν πολύ λιγότερο με τις μνήμες του Εμφυλίου. Τέλος, σημαντική πλειοψηφία προσέγγιζε τον Εμφύλιο με συμφιλιωτικούς όρους. Για παράδειγμα, το 58% θεωρούσε πως ακρότητες έκαναν και οι δύο πλευρές και πως ευθύνη γι' αυτόν φέρουν και οι δύο. Το 51% του δείγματος, μάλιστα, κατέληγε πως «όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα σήμερα». Παρ' όλα αυτά, το 55% θεωρούσε πως οι συνέπειες του Εμφυλίου φτάνουν >έως σήμερα. Με άλλα λόγια, η πλειοψηφία θεωρούσε πως ο Εμφύλιος είναι μεν ξεπερασμένος για τους ίδιους αλλά έχει (κάποιες, αόριστες) συνέπειες για την κοινωνία. Τα πορίσματα αυτής της δημοσκοπικής έρευνας ενισχύουν την ερμηνεία της επαναφοράς του εμφυλιοπολεμικού λόγου ως πρωταρχικά πολιτικής στρατηγικής και όχι ως απαύγασμα ιστορικού τραύματος. Στον βαθμό που το τραύμα έπαιξε κάποιο ρόλο, αυτό είναι πιθανόν να οφείλεται κυρίως στον προσωπικό ψυχισμό ορισμένων αριστερών, ιδίως πραγματικών ή φανταστικών επιγόνων των αριστερών του Εμφυλίου, που τους διακατέχει η υποχρέωση κάποιας ιστορικής ρεβάνς.
Έχει λεχθεί πολλές φορές ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο ως φάρσα. Αυτό είναι αληθές και πιστοποιείται στην Ελλάδα της σημερινής κρίσης. Είναι εντυπωσιακή η ταχύτητα με την οποία τα εμφυλιοπολεμικά συνθήματα που δονούσαν την ατμόσφαιρα εγκαταλείφθηκαν από τους εμπνευστές τους, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες εδραίωσαν την πολιτική τους εξουσία και κήρυξαν τη νέα «κανονικότητα»: Η καγκελάριος Μέρκελ και η Γερμανία έγιναν από εχθροί, καλοί φίλοι και υποστηρικτές της Ελλάδας, ο όρος «Κατοχή» εξαφανίστηκε από τον δημόσιο λόγο, η δε «τρόικα» μετατράπηκε σε «θεσμούς» και κανείς δεν θυμάται πια τους «Τσολάκογλου». Οι σκληροί και απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, όμως, άφησαν πίσω τους στιγματισμένες ψυχές και φανατισμένες συνειδήσεις, αποδεικνύοντας συγχρόνως πως η πολιτική εργαλειοποΐηση της ιστορίας μπορεί να αποδώσει πρόσκαιρους πολιτικούς καρπούς.
Απέναντι στη ρεβανσιστική αυτή ροπή, η επιστημονική ιστορική έρευνα δεν μπορεί παρά να αντιτάξει τις βασικές της αρχές, που δεν είναι άλλες από την ανάδειξη του σύνθετου έναντι του απλουστευτικού και της πολλαπλότητας των κινήτρων των υποκειμένων της ιστορίας έναντι των μονοδιάστατων ερμηνειών. Οι αρχές αυτές δεν οδηγούν, βέβαια, σε μια αδύνατη αντικειμενικότητα αλλά στον ερμηνευκκό χειρισμό του εμφυλίου πολέμου όχι ως ενός ντέρμπι ανάμεσα σε δύο πολιτικές παρατάξεις αλλά ως μιας τεράστιας ανθρώπινης τραγωδίας από την οποία έχουμε πολλά να διδαχθούμε.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου