ΓΕΕΘΑ Στρατηγού
Δημ. Χούπη στην έναρξη
του DEFEA CONFERENCE 2026
Περιποιεί ιδιαίτερη τιμή η συμμετοχή μου στο DEFEA Conference, σε μία διοργάνωση η οποία αναδεικνύει, με ενάργεια και στρατηγική διαύγεια, τις μείζονες μεταβολές που συντελούνται στο σύγχρονο περιβάλλον ασφαλείας. Η θεματική του παρόντος συνεδρίου, υπό το πρίσμα της αμυντικής καινοτομίας, της μεταφοράς τεχνολογίας, της στρατηγικής αυτονομίας και του μετασχηματισμού της αμυντικής βιομηχανικής βάσης, συνάπτεται αδιαρρήκτως με τον πυρήνα της εθνικής ισχύος, της επιχειρησιακής ετοιμότητας και της στρατηγικής προπαρασκευής του μέλλοντος.
Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση των νεοφυών επιχειρήσεων με το αμυντικό οικοσύστημα δεν αποτελεί μία περιφερειακή συζήτηση τεχνολογικής πολιτικής, ούτε ένα επιμέρους κεφάλαιο του γενικότερου διαλόγου περί καινοτομίας. Αποτελεί κατ’ ουσίαν ζήτημα στρατηγικής τάξεως, διότι άπτεται της ίδιας της δυνατότητας του κράτους να μετατρέπει εγκαίρως την ιδέα σε ικανότητα, τη γνώση σε επιχειρησιακό αποτέλεσμα και την τεχνολογική υπεροχή σε αποτρεπτική ισχύ.
Η Εθνική Άμυνα της Χώρας εισέρχεται ήδη σε μία νέα εποχή, όπου η επιχειρησιακή ισχύς συνδέεται απαράγραπτα με την τεχνολογική καινοτομία, με την ταχύτητα επιχειρησιακής ωρίμανσης των τεχνολογικών λύσεων και με την επίτευξη δυναμικών συνεργειών με το εγχώριο οικοσύστημα ψηφιακής τεχνολογίας και καινοτομίας.
Η έννοια της ασφάλειας στον 21ο αιώνα έχει ήδη δομικώς επαναπροσδιοριστεί. Τα κράτη δεν καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν μόνον συμβατικές απειλές με γραμμικά χαρακτηριστικά, αλλά ένα δυναμικό, πολυπαραγοντικό και μη γραμμικό πλέγμα κινδύνων, εντός του οποίου αλληλεπιδρούν γεωπολιτικές ανακατατάξεις, υβριδικές απειλές, κυβερνοεπιθέσεις, ακριβής στοχοποίηση κρίσιμων υποδομών σε πραγματικό χρόνο, μεθοδευμένη απόπειρα επηρεασμού της αντίληψης και ταχύτατη εργαλειοποίηση τεράστιου όγκου ανεπεξέργαστης πληροφορίας.
Ως εκ τούτου, η ασφάλεια δεν εξαντλείται πλέον στα στενά όρια της παραδοσιακής στρατιωτικής ισχύος. Καθίσταται πολυεπίπεδη, δικτυοκεντρική, πολυχωρική και άμεσα συναρτημένη με την ικανότητα των κρατών να συνθέτουν πληροφορία, τεχνολογία, βιομηχανική δυνατότητα, επιχειρησιακή ετοιμότητα και ταχύτητα προσαρμογής σε ένα ενιαίο στρατηγικό αποτέλεσμα
Σε αυτό το πολυεπίπεδο επιχειρησιακό πεδίο, η καινοτομία παύει να εκλαμβάνεται ως χρήσιμη, πλην δευτερεύουσα συνιστώσα στην αμυντική λειτουργία. Αντιθέτως, καθίσταται δομικός συντελεστής της αποτροπής, της ανθεκτικότητας και της επιχειρησιακής υπεροχής. Εξάλλου, η τεχνολογική πρόοδος αποκτά αληθινή στρατηγική αξία μόνον όταν ενσωματώνεται εγκαίρως στην εθνική στρατηγική, μετατρέπεται σε πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα και στηρίζεται από ανθεκτική βιομηχανική και τεχνολογική βάση. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εισέρχονται οι νεοφυείς (startups) και οι ταχέως αναπτυσσόμενες (scaleups) επιχειρήσεις, ως καίριοι φορείς επιτάχυνσης, εξειδίκευσης, ευελιξίας και τεχνολογικής τόλμης.
Οι νεοφυείς επιχειρήσεις διαθέτουν χαρακτηριστικά τα οποία, στον αμυντικό χώρο, αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Διαθέτουν βραχύτερους κύκλους ανάπτυξης, αυξημένη ευχέρεια πειραματισμού, υψηλή εξειδίκευση σε τεχνολογίες αιχμής και μεγαλύτερη ικανότητα να λειτουργούν σε συνθήκες τεχνολογικής αβεβαιότητας. Σε ένα περιβάλλον όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη, η ανάλυση μεγάλων δεδομένων, τα αυτόνομα και μη επανδρωμένα συστήματα, οι εφαρμογές κυβερνοασφάλειας, οι τεχνολογίες Διαστήματος, οι προηγμένοι αισθητήρες και οι ψηφιακές πλατφόρμες
Η σύγχρονη εμπειρία αποδεικνύει ότι η καινοτομία που φθάνει πρώτη στο πεδίο, ωριμάζει γρήγορα και ενσωματώνεται εγκαίρως στον σχεδιασμό δυνατοτήτων δύναται να επηρεάσει δυσανάλογα το επιχειρησιακό αποτέλεσμα. Δεν συνιστά, συνεπώς, υπερβολή να υποστηριχθεί ότι η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς δεν κρίνεται μόνον από την ποσότητα των μέσων ή το ύψος των επενδύσεων, αλλά ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα ενός κράτους να συμπιέζει τον χρόνο μεταξύ σύλληψης, ανάπτυξης, δοκιμής, υιοθέτησης και επιχειρησιακής αξιοποίησης μίας λύσεως.
Εδώ ακριβώς εδράζεται και η σημασία των startups. Διατείνομαι ότι η αξία των νεοφυών επιχειρήσεων δεν πρέπει να προσεγγίζεται με όρους επιφανειακής τεχνολογικής αισιοδοξίας. Οι startups δεν είναι σημαντικές επειδή είναι “καινοφανείς”. Είναι σημαντικές όταν και εφόσον είναι σε θέση να μετατρέπουν ταχέως μία τεχνολογική σύλληψη σε λύση επιχειρησιακής συνάφειας. Το πραγματικό τους πλεονέκτημα έγκειται στο ότι μπορούν να λειτουργούν εγγύτερα στο πρόβλημα, ταχύτερα στον κύκλο ανάπτυξης και ευέλικτα στην προσαρμογή. Υπό αυτή την έννοια, δεν υποκαθιστούν τη βιομηχανία. Την τροφοδοτούν με ταχύτητα, εξειδίκευση και τεχνολογική δημιουργικότητα. Δεν έρχονται να ακυρώσουν τις κλασικές βιομηχανικές και θεσμικές δομές. Έρχονται να καλύψουν το κρίσιμο κενό ανάμεσα στην ιδέα, στην πρωτοτυποποίηση, στην επιχειρησιακή δοκιμή και στην ταχεία επιχειρησιακή ωρίμανση.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η διεθνής τάση έχει μεταβληθεί τόσο αισθητά. Τα ώριμα αμυντικά οικοσυστήματα δεν αρκούνται πλέον σε γενικές διακηρύξεις περί καινοτομίας. Οργανώνονται γύρω από αρχιτεκτονικές πρόκλησης και επιτάχυνσης, από δίκτυα πεδίων δοκιμών, από πρόσβαση των καινοτόμων επιχειρήσεων σε τελικούς χρήστες και από μηχανισμούς επιχειρησιακού πειραματισμού και υιοθέτησης. Το ΝΑΤΟ, μέσω του Επιταχυντή Αμυντικής Καινοτομίας για τον Βόρειο Ατλαντικό (Defence Innovation Accelerator for the North Atlantic - DIANA), λειτουργεί ήδη με ανταγωνιστικές προκλήσεις σε τεχνολογίες βαθιάς τεχνολογίας διττής χρήσης, προσφέροντας χρηματοδότηση, προγράμματα επιτάχυνσης, χώρους δοκιμών και πρόσβαση σε επενδυτές και τελικούς χρήστες.
Παραλλήλως, το Επενδυτικό Ταμείο Καινοτομίας του ΝΑΤΟ (NATO Innovation Fund) έχει διαμορφωθεί ως πολυκρατικό επενδυτικό σχήμα άνω τουενός δισεκατομμυρίου ευρώ για τεχνολογίες αιχμής. Αντιστοίχως, η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Ευρωπαϊκού Σχήματος Αμυντικής Καινοτομίας (European Defence Innovation Scheme - EUDIS), έχει ήδη στραφεί σε επιταχυντές, χώρους δοκιμών, επαφή με τελικούς χρήστες και επενδυτές, ενώ η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Άμυνας, μέσω του Κόμβου Ευρωπαϊκής Αμυντικής Καινοτομίας (Hub for European Defence Innovation - HEDI), έχει μετατοπίσει το βάρος προς τον επιχειρησιακό πειραματισμό και την επιτάχυνση της υιοθέτησης ικανοτήτων.
Η διεθνής αυτή μετατόπιση επιβεβαιώνει κάτι ουσιώδες: ότι η σχέση των startups με το αμυντικό οικοσύστημα δεν μπορεί να είναι ούτε ευκαιριακή ούτε αποσπασματική ούτε αμιγώς συμβατική. Οφείλει να είναι θεσμική, επιχειρησιακή και αμοιβαία μετασχηματιστική. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις δεν πρέπει να καλούνται απλώς να παρουσιάζουν ιδέες. Πρέπει να εντάσσονται σε μία δομημένη διαδικασία, διά της οποίας η επιχειρησιακή απαίτηση μετασχηματίζεται σε τεχνολογική πρόκληση, η πρόκληση σε απόδειξη εφικτότητας (proof of concept), η απόδειξη εφικτότητας σε πρωτότυπο (prototype), το πρωτότυπο σε δοκιμή και επιχειρησιακή επικύρωση, και η επικυρωμένη λύση σε αξιοποιήσιμη επιχειρησιακή δυνατότητα.
Άλλως ειπείν, η συζήτηση για τις startups στην Άμυνα οφείλει να μετακινηθεί από το επίπεδο της γενικής ευμένειας στο επίπεδο της θεσμικής αρχιτεκτονικής. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι η παραγωγή καινοτομίας, αλλά η ωρίμανση, η πιστοποίηση, η ενσωμάτωση και η κλιμάκωσή της. Διότι μία ιδέα, όσο ευφυής και καινοτόμα και αν είναι, εάν δεν δύναται να δοκιμασθεί υπό ρεαλιστικές συνθήκες, εάν δεν πληροί τις απαιτήσεις αξιοπιστίας, ανθεκτικότητας, ασφάλειας και διαλειτουργικότητας, εάν δεν μπορεί να υποστηριχθεί βιομηχανικώς και επιχειρησιακώς, παραμένει απλώς δυνατότητα. Δεν μετατρέπεται σε ισχύ.
Το γνωστό χάσμα ανάμεσα στην πρωτοτυποποίηση και στην ένταξη μίας λύσεως σε πραγματικό σύστημα προμηθειών και ικανοτήτων εξακολουθεί να αποτελεί το κρισιμότερο δομικό πρόβλημα των σύγχρονων αμυντικών οικοσυστημάτων.
Το αμυντικό πεδίο προσφέρει ένα πλεονέκτημα το οποίο σπανίως μπορεί να προσφέρει οποιοδήποτε άλλο πεδίο για την εγχώρια καινοτομία: σαφείς προδιαγραφές, πραγματικά δεδομένα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Υπό αυτή την έννοια, οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να λειτουργήσουν ως το πλέον απαιτητικό, αλλά και το πλέον ουσιαστικό πεδίο δοκιμής (“testbed”) της ελληνικής καινοτομίας, όπου η καινοτομία αξιολογείται επί τη βάσει της λειτουργικότητας, της αποτελεσματικότητας και της άμεσης επιχειρησιακής της αξίας. Το αμυντικό οικοσύστημα, επομένως, δεν προσφέρει στις startups απλώς έναν νέο πελάτη. Τους προσφέρει πεδίο επιτάχυνσης ωρίμανσης, εγγύτητα προς τις πραγματικές ανάγκες του τελικού χρήστη και δυνατότητα να μεταβαίνουν ταχύτερα από την καινοτόμο ιδέα στην επιχειρησιακώς ώριμη δυνατότητα. Στο σημείο αυτό εδράζεται και η βαθύτερη αξία της Εθνικής Άμυνας ως θεσμικού και στρατηγικού επιταχυντή καινοτομίας.
Συναφώς, οι νεοφυείς επιχειρήσεις δεν χρειάζονται μόνον ενθάρρυνση. Χρειάζονται πλαίσιο και σαφώς διατυπωμένες επιχειρησιακές απαιτήσεις. Χρειάζονται πρόσβαση στον τελικό χρήστη, σε πεδία δοκιμών, σε κύκλους ταχείας ανατροφοδότησης, σε μηχανισμούς πρωτοτυποποίησης, αξιολόγησης και πιστοποίησης. Χρειάζονται πρόσβαση σε χρηματοδότηση που να αντιλαμβάνεται τη φύση του αμυντικού χρόνου και των αμυντικών κύκλων ωρίμανσης. Χρειάζονται, ακόμη, γέφυρες προς τη βιομηχανία, ώστε να μπορούν να μεταβούν από το πρωτότυπο στην παραγωγή και από την επίδειξη στη γραμμή υποστήριξης. Και τέλος, χρειάζονται ένα θεσμικό και κανονιστικό περιβάλλον που να προστατεύει την τεχνογνωσία τους, χωρίς να αναστέλλει την επιχειρησιακή αξιοποίηση.
Το αμυντικό πεδίο προσφέρει ένα πλεονέκτημα το οποίο σπανίως μπορεί να προσφέρει οποιοδήποτε άλλο πεδίο για την εγχώρια καινοτομία: σαφείς προδιαγραφές, πραγματικά δεδομένα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Υπό αυτή την έννοια, οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να λειτουργήσουν ως το πλέον απαιτητικό, αλλά και το πλέον ουσιαστικό πεδίο δοκιμής (“testbed”) της ελληνικής καινοτομίας, όπου η καινοτομία αξιολογείται επί τη βάσει της λειτουργικότητας, της αποτελεσματικότητας και της άμεσης επιχειρησιακής της αξίας. Το αμυντικό οικοσύστημα, επομένως, δεν προσφέρει στις startups απλώς έναν νέο πελάτη. Τους προσφέρει πεδίο επιτάχυνσης ωρίμανσης, εγγύτητα προς τις πραγματικές ανάγκες του τελικού χρήστη και δυνατότητα να μεταβαίνουν ταχύτερα από την καινοτόμο ιδέα στην επιχειρησιακώς ώριμη δυνατότητα. Στο σημείο αυτό εδράζεται και η βαθύτερη αξία της Εθνικής Άμυνας ως θεσμικού και στρατηγικού επιταχυντή καινοτομίας.
Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις τελούν εν πλήρει επιγνώσει αυτής της νέας πραγματικότητας. Η Ατζέντα 2030 αποτυπώνει ακριβώς τη μετάβαση σε μία νέα εποχή ψηφιακής μετεξέλιξης, σε επίπεδο δομών, εξοπλισμού, διαδικασιών, διαλειτουργικότητας και, πρωτίστως, ανθρώπινου δυναμικού. Στον πυρήνα της βρίσκονται δυνατότητες όπως τα ολοκληρωμένα συστήματα Διοίκησης, Ελέγχου, Επικοινωνιών, Υπολογιστών, Κυβερνοπληροφόρησης, Επιτήρησης, Αναγνώρισης και Στοχοποίησης, οι επιχειρήσεις Κυβερνοχώρου, η ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών, η υποβοήθηση λήψης αποφάσεων μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, οι εφαρμογές υπολογιστικής αιχμής και ομοσπονδιακής μάθησης, τα αυτόνομα και συνεργατικά μη επανδρωμένα συστήματα, καθώς και οι ανθεκτικές διαστημικές επικοινωνιακές και πληροφοριακές δυνατότητες. Σε όλους αυτούς τους τομείς, η συμμετοχή των startups δεν είναι απλώς επιθυμητή. Είναι, κατά μείζονα λόγο, αναγκαία.
Η Ατζέντα 2030 αποτελεί τον σαφή και φιλόδοξο οδικό χάρτη αυτής της μετάβασης. Μέσω του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας, το οποίο λειτουργεί ως ο θεσμικός σύνδεσμος που μεταφράζει τις στρατηγικές κατευθύνσεις της σε εφαρμόσιμες τεχνολογικές λύσεις, ενεργοποιείται το εγχώριο δίκτυο νεοφυών και ταχέως αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων και διευκολύνεται η συμμετοχή τους στην ανάπτυξη τεχνολογιών διττής χρήσης. Υπό αυτή την έννοια, οι ως άνω εταιρείες δεν καλούνται να προσαρμοσθούν σε μία άκαμπτη κρατική δομή. Καλούνται να προτείνουν και να συνδιαμορφώσουν λύσεις ως κρίσιμοι στρατηγικοί εταίροι.
Η συγκρότηση του ΣΤ΄ Κλάδου του ΓΕΕΘΑ για τη Μετεξέλιξη, Καινοτομία και Αμυντική Τεχνολογία, καθώς και η σύσταση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), υπηρετούν ακριβώς αυτή τη λογική. Δηλαδή, τη λογική ενός συντονιστικού και επιταχυντικού μηχανισμού, ο οποίος λειτουργεί συμπληρωματικά προς τους παραδοσιακούς μηχανισμούς προμηθειών, με έμφαση στην ταχεία δοκιμή, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην επιχειρησιακή ωρίμανση και στην ενσωμάτωση τεχνολογιών αιχμής στην εθνική στρατηγική. Ο ΣΤ΄ Κλάδος, σε συνεργασία με τα Γενικά Επιτελεία, τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων και το ΕΛΚΑΚ, ενισχύει τη διασύνδεση των Ενόπλων Δυνάμεων με το εθνικό οικοσύστημα καινοτομίας – πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, βιομηχανία, νεοφυείς επιχειρήσεις και επενδυτές – μέσω κοινών δράσεων, συνεργειών και επιχειρησιακής στοχοθεσίας.
Ιδιαιτέρως κρίσιμη είναι, στο πλαίσιο αυτό, η συγκρότηση «Γραφείου Μεταφοράς Τεχνολογίας», το οποίο θα λειτουργεί εν τοις πράγμασι ως θεσμική γέφυρα ανάμεσα στην τεχνογνωσία των Ενόπλων Δυνάμεων, στην εθνική αμυντική και τεχνολογική βιομηχανία και στο οικοσύστημα καινοτομίας. Ο ρόλος του είναι κομβικός: να μετατρέπει καινοτόμες ιδέες και πρωτότυπα που αναπτύσσονται εντός ή πέριξ των Ενόπλων Δυνάμεων σε πιστοποιημένα, αξιοποιήσιμα και δυνητικώς εμπορικά προϊόντα. Τοιουτοτρόπως, το οικοσύστημα των startups βρίσκει μία από τις πιο ουσιαστικές του προσβάσεις προς την Άμυνα: όχι σε επίπεδο ρητορικής, αλλά στον πυρήνα της μετάβασης από το πρωτότυπο στην παραγωγή.
Στο ίδιο πνεύμα, δομές όπως το Κέντρο Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (ΚΕΤΑΚ) καταδεικνύουν ότι οι ίδιες οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να λειτουργούν και ως παραγωγοί αμυντικής καινοτομίας και όχι μόνον ως τελικοί χρήστες αυτής. Όταν η στρατιωτική επιχειρησιακή εμπειρία διασυνδέεται με την ερευνητική και τεχνολογική τεχνογνωσία, όταν το πεδίο δοκιμών συναντά το εργαστήριο, όταν η ανάγκη μεταφράζεται απευθείας σε σχεδίαση και ανάπτυξη λύσεων, τότε το αμυντικό οικοσύστημα αποκτά εσωτερική δυναμική και ανθεκτικότητα.Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι νεοφυείς επιχειρήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες: να επιταχύνουν την πρωτοτυποποίηση, να εξειδικεύσουν επιμέρους λύσεις, να συμβάλουν στη συμπληρωματικότητα των δυνατοτήτων και να μεταφέρουν ρυθμούς ανάπτυξης πολύτιμους για το επιχειρησιακό περιβάλλον.
Θα ήθελα, επομένως, να το διατυπώσω με απολύτως καθαρούς όρους. Η Εθνική Άμυνα δεν οφείλει να αντιμετωπίζει τις startups απλώς ως προμηθευτές ή μεταπωλητές τεχνολογικών λύσεων. Οφείλει να τις αντιμετωπίζει ως δυνητικούς στρατηγικούς εταίρους. Η συμμετοχή του εγχώριου ψηφιακού οικοσυστήματος στην υλοποίηση της Ατζέντας 2030 αφορά ακριβώς στη μετατροπή της επιχειρησιακής αναγκαιότητας, μέσω της τεχνολογικής γνώσης, σε στρατηγικό πλεονέκτημα και συναφή ικανότητα. Και αυτή η μετάβαση, από τη διανοητική σύλληψη στην υλοποίηση, είναι το πραγματικό νόημα της μετατροπής του οράματος σε αποτέλεσμα.
Το ίδιο σαφείς, όμως, πρέπει να είναι και οι απαιτήσεις μας προς τις ίδιες τις startups. Η πρόκληση για αυτές δεν είναι μόνον να αναπτύξουν μία πρωτότυπη ιδέα. Είναι να τη μετατρέψουν τάχιστα σε αξιόπιστο, ανθεκτικό και επιχειρησιακώς χρήσιμο και αξιοποιήσιμο αποτέλεσμα, το οποίο να πληροί στρατιωτικά πρότυπα, προδιαγραφές ασφαλείας και απαιτήσεις πιστοποίησης ασφαλείας. Χρειαζόμαστε ασφαλείς και ταχείες τεχνολογίες, λύσεις ικανές να καλύπτουν κρίσιμο μέρος της επιχειρησιακής απαίτησης, να δοκιμάζονται γρήγορα, να βελτιώνονται προοδευτικά και να ενσωματώνονται χωρίς περιττές γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Η καινοτομία για την Άμυνα δεν είναι πεδίο θεωρητικών ασκήσεων. Είναι πεδίο αξιοπιστίας, χρόνου, ευθύνης και αποτελέσματος.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ουσιώδη πλεονεκτήματα. Καταρχάς διαθέτει ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό υψηλής ποιότητας και κατάρτισης. Πέραν τούτου, διαθέτει πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με αξιόλογη ερευνητική ικανότητα, καθώς και αναδυόμενες τεχνολογικές επιχειρήσεις με διεθνή προσανατολισμό. Επίσης, διαθέτει βιομηχανία που μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας κλιμάκωσης και παραγωγής. Εκείνο που απαιτείται πλέον είναι η συστηματική, θεσμική και επιχειρησιακώς στοχευμένη σύζευξη αυτών των συντελεστών, ούτως ώστε η καινοτομία να μετουσιωθεί σε πραγματικό μοχλό εθνικής ισχύος.
Συναφώς, η σχέση των startups με το αμυντικό οικοσύστημα δεν εξαντλείται στην έρευνα και στην πρωτοτυποποίηση. Συνδέεται αμέσως με την ασφάλεια εφοδιασμού, με την κατ’ ελάχιστον συμπαραγωγή τεχνολογικώς προηγμένου αμυντικού υλικού, με τη μεταφορά τεχνογνωσίας και, τελικώς, με την ενίσχυση της αυτάρκειας στον τομέα της Άμυνας. Εάν επιδιώκουμε πραγματική στρατηγική αυτονομία, οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι η εγχώρια καινοτομία μπορεί να βρει τον δρόμο της προς την παραγωγή, την υποστήριξη και τη διαρκή αναβάθμιση. Σε αυτή τη μετάβαση, οι νεοφυείς επιχειρήσεις μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ιδέα και στο βιομηχανικό αποτέλεσμα.
Υπό το φως αυτής της νέας, επιτακτικής συνθήκης, καθίσταται σαφές ότι η Άμυνα του μέλλοντος διαμορφώνεται μέσω ανοικτών, επαλλήλως ανατροφοδοτούμενων οικοσυστημάτων. Η ελληνική Εθνική Άμυνα δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως αυτοαναφορικό, περίκλειστο θεσμικό σιλό, αποκομμένο από τις ροές Γνώσης και Καινοτομίας, αλλά ως ανοικτό, διασυνδεδεμένο οικοσύστημα πολλαπλών δυνατοτήτων. Ένα απαιτητικό, πλην γόνιμο πεδίο, όπου η εθνικώς παραγόμενη τεχνολογία θα αποδεικνύει ότι η καινοτομία δεν συνιστά μόνον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση εθνικής ανθεκτικότητας και υπεροχής.
Καμία χώρα δεν μπορεί σήμερα να διεκδικήσει στρατηγική αυτονομία, εάν δεν διαθέτει ισχυρό και λειτουργικό αμυντικό οικοσύστημα. Και κανένα αμυντικό οικοσύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά σύγχρονο, εάν δεν έχει ενσωματώσει οργανικά τις νεοφυείς επιχειρήσεις στη δομή, στη λογική και στη δυναμική του. Η καινοτομία, η βιομηχανική παραγωγή, η επιχειρησιακή ανάγκη και η εθνική στρατηγική οφείλουν να συναντώνται εγκαίρως, μεθοδικώς και αποδοτικώς.
Η Ελλάδα έχει σήμερα την ευκαιρία να πραγματοποιήσει αυτό το βήμα. Να μετατρέψει τη συσσωρευμένη τεχνολογική γνώση, την ακαδημαϊκή και ερευνητική αριστεία, τη βιομηχανική εμπειρία, τη στρατιωτική τεχνογνωσία και τον δυναμισμό των νεοφυών επιχειρήσεων σε ένα συνεκτικό οικοσύστημα Άμυνας και Καινοτομίας. Ένα οικοσύστημα που δεν θα υπηρετεί μόνον την κάλυψη σημερινών αναγκών, αλλά θα παράγει προοπτική, αυτάρκεια, προσαρμοστικότητα και στρατηγικό βάθος για το αύριο.
Υπό το φως αυτής της νέας, επιτακτικής συνθήκης, καθίσταται σαφές ότι η Άμυνα του μέλλοντος διαμορφώνεται μέσω ανοικτών, επαλλήλως ανατροφοδοτούμενων οικοσυστημάτων. Η ελληνική Εθνική Άμυνα δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως αυτοαναφορικό, περίκλειστο θεσμικό σιλό, αποκομμένο από τις ροές Γνώσης και Καινοτομίας, αλλά ως ανοικτό, διασυνδεδεμένο οικοσύστημα πολλαπλών δυνατοτήτων. Ένα απαιτητικό, πλην γόνιμο πεδίο, όπου η εθνικώς παραγόμενη τεχνολογία θα αποδεικνύει ότι η καινοτομία δεν συνιστά μόνον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση εθνικής ανθεκτικότητας και υπεροχής.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι startups και η σχέση τους με το αμυντικό οικοσύστημα δεν αποτελούν μία επιμέρους συζήτηση τεχνολογικής πολιτικής. Αποτελούν, στην πραγματικότητα, συζήτηση για την ίδια τη δυνατότητα της χώρας να μετατρέπει την ιδέα σε ικανότητα, τη γνώση σε αποτροπή, την καινοτομία σε ανθεκτικότητα και την τεχνολογική ταχύτητα σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Μόνον έτσι θα κατορθώσουμε να μετασχηματίσουμε την αμυντική καινοτομία από αφηρημένο αίτημα σε πραγματική εθνική ισχύ και το εθνικό οικοσύστημα τεχνολογίας από κατακερματισμένη δυναμική σε συνεκτικό συντελεστή ισχύος, ασφάλειας και προοπτικής επ’ ωφελεία της Πατρίδος.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου