οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

"...Το Ιλιντεν δεν είναι γεωγραφικός ή έστω χρονικός προσδιορισμός. Είναι ιστορική αναφορά σε μια εξέγερση που διακήρυξε στόχους που αφορούν γεωγραφικά πολλές περιοχές της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας και άνοιξε μια πολύπλοκη, ένοπλη και βίαιη εθνοτική σύγκρουση με θέατρο των επιχειρήσεων ακριβώς τις περιοχές αυτές. Η παράλληλη ενδοσλαβική ταυτοτική σύγκρουση μεταξύ Βουλγάρων και «αυτονομιστών Μακεδόνων» δεν μεταβάλλει τις συμπαραδηλώσεις του Ιλιντεν σε σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό και κυρίως ως προς συγκεκριμένες περιοχές που ανήκουν στην ελληνική επικράτεια και είναι αναπόσπαστο τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το επιχείρημα ότι με την αναφορά στο Ιλιντεν η γειτονική μας χώρα εγκαταλείπει την πολιτική του τεχνητού εξαρχαϊσμού και του αισθητικού κιτς με αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Φιλίππου κ.ο.κ. είναι παντελώς ανιστόρητο και αφελές. Το μακεδονικό ζήτημα, ως σύγκρουση ταυτοτήτων και ως διεκδίκηση κρατικής υπόστασης που οδηγεί σε εθνογένεση, δεν αφορά την αρχαία εποχή, αλλά την περίοδο που αρχίζει τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα υπό συνθήκες Ανατολικού ζητήματος και φτάνει έως τα μέσα του 20ού αιώνα υπό συνθήκες Ψυχρού Πολέμου...."

Τρείς προβολές, από "ΤΑ ΝΕΑ"


"ΤΑ ΝΕΑ", 21/05/18
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΚΛΙΚΗ*

Αιφνίδια η αλλαγή σκηνικού μετά την πρόταση Ζάεφ για Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ιλιντεν. Η πρώτη αντίδραση αρκετών ήταν ότι παύει το μύθευμα περί συγγένειας των κατοίκων της ΠΓΔΜ με τους αρχαίους Μακεδόνες και, συνεπώς, δεν δημιουργείται πρόβλημα υφαρπαγής της ελληνικής Ιστορίας.

Παράλληλα, η πρόταση φάνηκε να λύνει ένα μεγάλο μέρος του εσωτερικού προβλήματος με την εθνικιστική αντιπολίτευση του VMRO, το οποίο θα ήταν, όπως υποτέθηκε, πιο ελαστικό για την αποδοχή της συγκεκριμένης πρότασης.

Η αναδίφηση όμως στις σελίδες της Ιστορίας θύμισε στην ελληνική πλευρά ότι το Ιλιντεν του 1903 υπήρξε σημείο καμπής για τον «μακεδονισμό» με προφανείς βλέψεις σε εδάφη της Ελληνικής Μακεδονίας. Τροφοδοτούσε βαλκανικές μεγαλοϊδεατικές τάσεις εξυπηρετώντας σαφώς επεκτατικές και άλλες βλέψεις γειτόνων μας.

Ενα άλλο σημείο που έχει κατά νου ο κ. Ζάεφ είναι η θετική αντιμετώπιση της στάσης της χώρας του από τον διεθνή παράγοντα. Ο τελευταίος, έπειτα από δεκαετίες αμηχανίας και αμφίρροπης στάσης, έχει αντιληφθεί την πολιτική ακαμψία των ιθυνόντων της ΠΓΔΜ και της έχει ξεκάθαρα επισημάνει ότι και εκείνη πρέπει να επιδείξει σημεία ευκαμψίας. Με τη νέα αυτή πρόταση ο κ. Ζάεφ ελπίζει να εμφανίσει τη χώρα του ως δεκτική των ξένων παραινέσεων προτείνοντας - πρώτη φορά από καταβολής διαπραγματεύσεων για το όνομα - ελαστικότητα με την αποδοχή της ελληνικής επιθυμίας τόσο για erga omnes όσο και για σύνθετη ονομασία. Και να εμφανιστεί ως άμοιρος ευθυνών στην περίπτωση απόρριψης της πρότασής του από την Αθήνα.


Η αποδοχή της πρότασης αυτής θα ήταν μείζον λάθος της ελληνικής πλευράς. Και είναι ευτύχημα ότι, από τις πρώτες στιγμές, οι αντιδράσεις των πολιτικών κομμάτων και μεμονωμένων πολιτικών υπήρξαν από επιφυλακτικές έως αρνητικές. Ευτύχημα ήταν, ακόμη, ότι δεν υψώθηκαν υστερικές ψηφοθηρικές φωνές που το μόνο που κατορθώνουν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να μετατρέπουν, έναντι τρίτων, το δίκιο σε γραφικότητα.
Με την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα απομένει στις δύο πλευρές να επαναφέρουν στο τραπέζι όποιες προτάσεις Νίμιτς έχουν απομείνει. Και να προχωρήσουν προς μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Για δικούς τους λόγους η καθεμία και για να παγιώσουν τη σταθερότητα στη Βαλκανική. Μια περιοχή που ουκ ολίγοι ορέγονται ή βλέπουν ως πρόσφορο πεδίο ανάπτυξης επιρροών. Αρχής γενομένης από τη γειτονική Τουρκία - που αδημονεί να εδραιώσει καθοριστικά την παρουσία της και εκεί - και από την Αυστρία που ενοχλείται από τις απόπειρες της Αγκυρας για ενεργό παρουσία σε μια περιοχή που η Βιέννη θεωρεί δικό της πεδίο δράσης. 

Και για να είναι σαφής η θέση της Αθήνας έναντι τρίτων που θα δηλώνουν πάλι ότι δεν αντιλαμβάνονται «τι θέλει πια η Ελλάδα», να ξεκαθαρίσει τα πράγματα με μια ψύχραιμη, λιτή και χωρίς άσκοπους συναισθηματισμούς επίσημη εξήγηση των επιφυλάξεών της.

*Πρέσβης επί τιμή

"ΤΑ ΝΕΑ", 21/05/18

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΚΗ*


Στις 25 Ιουλίου 1903 η καταχώριση στο ημερολόγιο του Ιωνος Δραγούμη απευθυνόμενος στον πατέρα του Στέφανο είναι σαφής: «Αγαπητέ μπαμπά, Εχομεν Σλαυϊκήν επανάστασιν εν Μακεδονία». Η «αμφισημία του Γένους» που επήλθε από τη διάσπαση της ορθόδοξης κοινότητας στην περιοχή των Βαλκανίων σε συνδυασμό με την έκρηξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων δοκιμάστηκε στη Μακεδονία ίσως όσο σε καμία άλλη περιοχή της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, αφού η συνύπαρξη εκεί διαφορετικών εθνικοτήτων - με περιεχόμενο σίγουρα διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα - οδήγησε σε πολλές και διαφορετικές φάσεις εθνεγερσίας.
Η σλαβική φάση στιγματίστηκε από την εξέγερση του Ιλιντεν, η οποία ξέσπασε στη Μακεδονία στις 20 Ιουλίου 1903 (με το παλαιό ημερολόγιο), ημέρα εορτής του προφήτη Ηλία.

Το Ιλιντεν προετοιμάστηκε μεθοδικά από την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ) η οποία δρούσε στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από το 1893. Η πατρότητά της, καθώς και εκείνη των ηγετικών στελεχών της, διεκδικείται τόσο από τη Βουλγαρία όσο και από την ΠΓΔΜ. Την απόφαση την είχε λάβει η οργάνωση σε συνέδριό της στη Θεσσαλονίκη την ίδια χρονιά. Ηγετικά στελέχη της ΕΜΕΟ, όπως ο Γκότσε Ντέλτσεφ, διαφώνησαν με την κήρυξη της εξέγερσης θεωρώντας την πρόωρη, βουλγαρικές όμως υποσχέσεις για στρατιωτική της συνδρομή έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της.

Η εξέγερση ξεκίνησε από την πόλη Κρούσοβο της Μακεδονίας, που σήμερα βρίσκεται στην ΠΓΔΜ, εναντίον των Οθωμανών από ένοπλα αντάρτικα τμήματα. Η κατάληψη της πόλης διήρκεσε δέκα μέρες, μέχρι τις 12 Αυγούστου, ανακηρύσσοντας τη Δημοκρατία του Κρουσόβου υπό την προεδρία του δασκάλου Νικόλα Κάρεβ.

Πατριαρχικοί και Τούρκοι

Χίλιοι διακόσιοι άνδρες συγκεντρώθηκαν στο δυτικό τμήμα της Μακεδονίας. Το σύνθημα της εξέγερσης δόθηκε από το Σμίλεβο και μεταδόθηκε με φωτιές στη Δίβρη, την Αχρίδα, την Καστοριά και την Κλεισούρα. Σε κάποιες περιπτώσεις έκαιγαν σπίτια πατριαρχικών ή σκότωναν Τούρκους. Το σχέδιο προέβλεπε να ανάψουν φωτιές στις μεγαλύτερες πόλεις, να καταστραφούν γέφυρες, σιδηροδρομικές και τηλεγραφικές γραμμές και να πληγούν απομονωμένες φρουρές και τα σπίτια τούρκων αξιωματούχων. Ετσι χτυπήθηκαν μικρές φρουρές σε χωριά και όχι οι μεγάλες πόλεις (Φλώρινα, Καστοριά, Αμύνταιο, Μοναστήρι).

Οι Τούρκοι ήταν πολύ διστακτικοί στο να στείλουν στην περιοχή μεγάλες δυνάμεις, φοβούμενοι πιθανή βουλγαρική επέμβαση στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία. Ετσι συγκρότησαν στρατιωτικές μονάδες από εφέδρους και ατάκτους. Στο Κρούσοβο έγινε εισβολή τέτοιων σωμάτων οι οποίοι κατέστρεψαν 366 σπίτια και 203 καταστήματα που ανήκαν σε Ελληνες και Βλάχους, ενώ νεκροί και καταστροφές υπήρξαν σε διάφορα χωριά της περιοχής. Μόνο η Κλεισούρα και το Νυμφαίο ανακτήθηκαν από τους Τούρκους χωρίς να υποστούν μεγάλες ζημιές.

Στα τέλη Αυγούστου, η εξέγερση είχε λήξει. Περισσότερα από 22 χωριά καταστράφηκαν και 8.000 σπίτια κάηκαν. Πάνω από 40.000 έμειναν άστεγοι. Η μισή σοδειά καταστράφηκε και τα περισσότερα ζώα κάηκαν. Εκτιμάται ότι πλέον των 2.000 σκοτώθηκαν καθώς και 750 αντάρτες.

Η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα αλλά έκτοτε καταχωρίσθηκε στη συλλογική συνείδηση του σλαβομακεδονικού στοιχείου ως εθνικό ορόσημο και μέχρι πρόσφατα ο εορτασμός του αποτελούσε σημείο τριβής με τη Βουλγαρία. Η εξέγερση της 20ής Ιουλίου του 1903 θεωρείται το πρώτο θεμέλιο του «μακεδονικού κράτους», το «πρώτο Ιλιντεν» και εορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Ακολούθησαν το «δεύτερο Ιλιντεν» με την ίδρυση το 1944 από τον Τίτο της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», στο πλαίσιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας με σαφείς επεκτατικές διαθέσεις και το «τρίτο Ιλιντεν», το 1991, με την ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» ως ανεξάρτητου κράτους μετά τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και του επανακαθορισμού των εθνικών ταυτοτήτων των κατοίκων της. Το ιδιότυπο «τέταρτο Ιλιντεν» θα ήταν άλλη μία απόδειξη ότι το γειτονικό κράτος βρίσκεται ακόμα στην προσπάθεια συγκρότησης έθνους-κράτους με όρους των ρομαντικών χρόνων του εθνεγερτικού 19ου αιώνα.
Ο δρ Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι ιστορικός Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Στρασβούργου


ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ*


Εχω τοποθετηθεί ευθύς εξαρχής στο ζήτημα του οριστικού ονόματος της ΠΓΔΜ, υπέρ μιας σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, που θα ισχύει έναντι πάντων (erga omnes), θα είναι δηλαδή μία, η ίδια για εσωτερική και εξωτερική χρήση. Εχω προσπαθήσει να εξηγήσω ότι νομική βάση κατοχυρωτική για την Ελλάδα, πρέπει να είναι μια διεθνής συμφωνία που θα υποστηριχθεί και από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ζήτημα της ονομασίας. Εχω όμως τονίσει ότι δυνάμει της διεθνούς συμφωνίας και ως πράξη συμμόρφωσης προς αυτή πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ. Αλλωστε η συγκέντρωση της αυξημένης αναθεωρητικής πλειοψηφίας στη γειτονική μας χώρα διασφαλίζει την πολιτική, διακοινοτική και πολιτειακή της συνοχή και την περιφερειακή σταθερότητα.

Εχω επίσης θυμίσει πολλές φορές τους τελευταίους μήνες ότι η χώρα μας έχει επισήμως αποδεχθεί συνθέτη ονομασία που περιλαμβάνει τη λέξη Μακεδονία ήδη από τον Απρίλιο του 1993, όταν η τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη αποδέχθηκε την προσωρινή ονομασία ΠΓΔΜ (που δεν είναι ενιαία λέξη αλλά ακρωνύμιο) με την οποία εντάχθηκε η γειτονική χώρα στον ΟΗΕ, πολλούς διεθνείς οργανισμούς και έλαβε καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη στην ΕΕ χώρας. Θύμισα επίσης ότι μετά το 1993, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις αποδέχθηκαν διεθνώς ως οριστική λύση σύνθετη ονομασία που περιλαμβάνει τη λέξη Μακεδονία με μια σειρά σοβαρών, αυστηρών και εφαρμόσιμων προϋποθέσεων.

Ομως στις 18 Μαΐου στη Βουλή ήμουν ο πρώτος που αντέδρασε στο αδιανόητο ενδεχόμενο η αναζητούμενη σύνθετη ονομασία να είναι «Μακεδονία του Ιλιντεν». Οταν διάβασα τα σχετικά δημοσιεύματα δεν πίστεψα ότι μπορεί έλληνας πρωθυπουργός να είναι τόσο ανιστόρητος ώστε να έχει έστω αρχίσει συζήτηση με τον ομόλογό του της ΠΓΔΜ για αυτό το όνομα. Αποδείχθηκε δυστυχώς από την καμπύλη που διέγραψαν οι κυβερνητικές δηλώσεις και ανακοινώσεις μέχρι να φτάσουν στην απόρριψη λύσης που δεν θα περιέχει «γεωγραφικό ή χρονικό» προσδιορισμό, ότι πράγματι συζητήθηκε το ενδεχόμενο της «Μακεδονίας του Ιλιντεν». Αλλωστε ο κ. Ζάεφ το ανακοίνωσε και το υπερασπίστηκε δημοσίως δηλώνοντας έτοιμος να το εισηγηθεί στα κόμματα και το Κοινοβούλιο της χώρας του. Από τη δική του οπτική γωνία θα επρόκειτο για εξαιρετική λύση, ισοδύναμη με τη διατύπωση «Δημοκρατία της ιστορικά και ιδεολογικά δικής μας Μακεδονίας».

Είπα στη Βουλή στις 18 Μαΐου ότι το «Μακεδονία του Ιλιντεν» δεν είναι σύνθετη ονομασία, είναι διακήρυξη ιδεολογικής χρήσης της Ιστορίας. Είναι η επιτομή του αλυτρωτισμού. Ο αλυτρωτισμός αυτοπροσώπως. Η θέση αυτή υιοθετήθηκε από το Κίνημα Αλλαγής, τη ΝΔ και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Δεν πρόκειται για εκδήλωση σκλήρυνσης, ούτε για αλλαγή της θέσης μου που διαμορφώνεται με κριτήριο το εθνικό συμφέρον, ανεξαρτήτως κόστους και ανεξαρτήτως των διακυμάνσεων του εθνικολαϊκιστικού τυχοδιωκτισμού του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝΕΛ ή άλλων υποστηρικτών της κυβέρνησης αυτής που με την παρουσία της βλάπτει τη χώρα.

Δεν είναι όμως τυχαίο ότι εδώ και είκοσι πέντε χρόνια συζητούμε για γεωγραφικό προσδιορισμό (συμπεριλαμβανομένου του Nova που υπάρχει στο τραπέζι από το πακέτο Πινέιρο). Ουδέποτε όλο αυτό το διάστημα ο μεσολαβητής του ΟΗΕ έθεσε, εξ όσων γνωρίζω από τις επαφές μαζί του, ως πιθανή λύση το «Μακεδονία του Ιλιντεν».


Το Ιλιντεν δεν είναι γεωγραφικός ή έστω χρονικός προσδιορισμός. Είναι ιστορική αναφορά σε μια εξέγερση που διακήρυξε στόχους που αφορούν γεωγραφικά πολλές περιοχές της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας και άνοιξε μια πολύπλοκη, ένοπλη και βίαιη εθνοτική σύγκρουση με θέατρο των επιχειρήσεων ακριβώς τις περιοχές αυτές. Η παράλληλη ενδοσλαβική ταυτοτική σύγκρουση μεταξύ Βουλγάρων και «αυτονομιστών Μακεδόνων» δεν μεταβάλλει τις συμπαραδηλώσεις του Ιλιντεν σε σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό και κυρίως ως προς συγκεκριμένες περιοχές που ανήκουν στην ελληνική επικράτεια και είναι αναπόσπαστο τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Το επιχείρημα ότι με την αναφορά στο Ιλιντεν η γειτονική μας χώρα εγκαταλείπει την πολιτική του τεχνητού εξαρχαϊσμού και του αισθητικού κιτς με αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Φιλίππου κ.ο.κ. είναι παντελώς ανιστόρητο και αφελές. Το μακεδονικό ζήτημα, ως σύγκρουση ταυτοτήτων και ως διεκδίκηση κρατικής υπόστασης που οδηγεί σε εθνογένεση, δεν αφορά την αρχαία εποχή, αλλά την περίοδο που αρχίζει τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα υπό συνθήκες Ανατολικού ζητήματος και φτάνει έως τα μέσα του 20ού αιώνα υπό συνθήκες Ψυχρού Πολέμου.

Στόχος της διαπραγμάτευσης με την ΠΓΔΜ είναι να βρούμε ολοκληρωμένες, εγγυημένες και εφαρμόσιμες λύσεις που βλέπουν προς το μέλλον και όχι να αναξέσουμε συγκρούσεις του παρελθόντος αποδεχόμενοι την ιδεολογική χρήση της Ιστορίας που είναι συνταγή αποτυχίας.
Η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής προϋποθέτει επαρκή γνώση και αίσθηση της Ιστορίας, ακριβώς για να αποφεύγουμε τις παγίδες της ιδεολογικής της χρήσης.

*Πρώην αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου