οι κηπουροι τησ αυγησ

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

"...Για να συνοψίσουμε την απάντηση στο ερώτημα «τι θα γινόταν αν»: Ισως ήμασταν πλουσιότεροι, αλλά μάλλον δεν θα είχαμε γίνει σοφότεροι. Ο Γούντι Αλεν, όπως και να 'χει, θα μας διακωμωδούσε λέγοντας πως τελικά αν όλο το 2015 ήταν μια αυταπάτη και τίποτα δεν υπήρξε, σίγουρα πληρώσαμε ακριβά το χαλί...."

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 19-20/10/19


ΤΗΣ ΚΑΡΟΛΙΝΑΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ

«Κι αν δεν υπάρχει τίποτα κι όλοι ζούμε στο όνειρο κάποιου;» αναρωτιέται στο πρώτο σενάριο που έγραψε ο Γούντι Αλεν. Το φιλμ, «Χαρέμι για δύο», δεν είχε ενθουσιάσει το 1965 τους κριτικούς, τα πρώτα ψήγματα του αλενικού χιούμορ όμως με τη σάτιρα πάνω στην ψυχανάλυση είχαν φανεί. Οπως, ας πούμε, η συγκεκριμένη ατάκα που μπορεί να εκληφθεί και σαν ειρωνεία για το πιο συνηθισμένο παιχνίδι που παίζει το μυαλό όλων, εκείνο που ξεκινά με τη φράση «τι θα γινόταν αν». Το παιχνίδι, δηλαδή, που παίζουν αυτές τις ημέρες αριστεροί - κι όχι μόνο - συζητώντας τι θα γινόταν αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά. Αλήθεια τι θα είχε συμβεί;


Ο πρώτος κανόνας που μαθαίνουν οι πρωτοετείς ιστορικοί θέλει την ιστορία να μη γράφεται με «αν». Σύμφωνοι, η κουβέντα πάντως ξεκίνησε χάρη σε μια σειρά στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τα οποία στο πλαίσιο της δημόσιας αυτοκριτικής με στόχο να εξηγήσουν την ήττα της 7ης Ιουλίου μιλούν για το πρώτο εξάμηνο του 2015, καθώς και για τους τελευταίους μήνες του 2014. Πρώτος ο Νίκος Βούτσης παραδέχθηκε πως το ερώτημα αν πρέπει ή όχι να ρίξουν τη συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ απασχολούσε τα ηγετικά κλιμάκια της Κουμουνδούρου. «Υπήρχε διαφωνία» γύρω από αυτό, αποκάλυψε στο πάνελ της παρουσίασης του βιβλίου του Αριστείδη Μπαλτά.

Ακολούθησε ο ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου, πηγαίνοντας τη σκέψη λίγο παραπέρα - με την άνεση που δίνει στη διατύπωση κρίσεων η απόσταση των σχεδόν πέντε χρόνων. «Το 2014» ανάφερε «δεν έπρεπε να υπάρχει εκβιασμός των πολιτικών εξελίξεων και προεδρικές εκλογές. Επρεπε ο Σαμαράς να κάνει όλη τη βρώμικη δουλειά. Ο Σαμαράς είχε πει ότι θα προκήρυσσε εκλογές νωρίτερα. Ετσι, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε προετοιμαστεί καλύτερα, θα είχε αξιοποιήσει τον χρόνο και δεν θα είχε χρειαστεί να κάνει συμμαχία με τους ΑΝΕΛ, που αποδείχθηκε πολιτικά δαπανηρό».

Οντως, εφόσον εκείνοι είχαν επιλέξει την ασφαλέστερη και για τους ίδιους εκδοχή - της αναμονής, μιας και κανένας ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης δεν φαίνεται να αμφιβάλλει ότι ο Τσίπρας θα έμπαινε τελικά στο Μαξίμου - και δεν εργαλειοποιούσαν την προεδρική εκλογή του 2014, θα είχαμε σίγουρα αποφύγει την περήφανη διαπραγμάτευση με ολίγη από δημιουργική ασάφεια. Κι ο Βαρουφάκης δεν θα είχε γίνει ποτέ ήρωας σε ταινία του Γαβρά.

Πέρα από την πλάκα, όμως, σύμφωνα με τον Τόμας Βίζερ, πρώην πρόεδρο του EuroWorking Group και της επιτροπής οικονομικών και χρηματοοικονομικών υποθέσεων της ΕΕ, «αν είχαν πάει διαφορετικά τα πράγματα στο τέλος του 2014, αρχές του 2015, το ελληνικό ΑΕΠ αυτή τη στιγμή θα ήταν 20-25% υψηλότερα απ' ό,τι είναι τώρα». Η εκτίμηση έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού «Η τελευταία μπλόφα».

Στην ίδια εκδήλωση ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, υπενθύμισε το κόστος της «πρώτη φορά Αριστεράς» στην οικονομία.

Η «χασούρα» σε αριθμούς

Σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση αγγίζει τα 86 δισ. ευρώ - όσο και το τρίτο Μνημόνιο που εκείνη υπέγραψε. Ο Γιώργος Προκοπάκης, σύμβουλος επιχειρήσεων και πρώην καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, το έχει υπολογίσει στα 47 δισ. ευρώ. Επιχειρώντας μια «λογιστική αποτύπωση» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχει γράψει ότι από τα δημοσιευμένα στοιχεία στα τεσσεράμισι χρόνια Τσίπρα «καταγράφεται λογιστική ζημία ύψους περίπου 47 δισ. ευρώ - μοιρασμένη 22 δισ. της κεντρικής κυβέρνησης και 25 δισ. τραπεζικής συμμετοχής».

Ο Βίζερ, μιλώντας στο περσινό Φόρουμ των Δελφών, είχε ανεβάσει τη ζημιά στην ελληνική οικονομία από τους χειρισμούς της κυβερνώσας Αριστεράς στα 200 δισ. Ο Κλάους Ρέγκλινγκ, το 2016, ως επικεφαλής του ESM είχε κοστολογήσει τη βαρουφακική θητεία στην οδό Νίκης σε 100 δισ. ευρώ. Τα νούμερα παρότι διαφέρουν - γιατί όπως λέει κι ένας γνωστός οικονομολόγος χαριτολογώντας «τα οικονομικά είναι επιστήμη και τέχνη μαζί» -, συγκλίνουν σε παρόμοιο συμπέρασμα: Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά η ελληνική οικονομία θα ήταν τουλάχιστον 47 δισ. ευρώ «πλουσιότερη». Ισως και παραπάνω.

Μέχρι κι αυτό το μικρότερο ποσό σύμφωνα με έναν σημαίνοντα οικονομικό παράγοντα θα σήμαινε πως σήμερα «η χώρα θα ήταν άλλου. Οι τράπεζες δεν θα είχαν τόσα κόκκινα δάνεια κι η ανεργία θα είχε ήδη μειωθεί σημαντικά. Αρα, δεν θα ήταν απλά η οικονομία πλουσιότερη, θα ήταν και οι πολίτες». Το ενδιαφέρον στοιχείο που επισημαίνει η ίδια πηγή είναι ότι στη συνολική «χασούρα» δεν έχει συνυπολογιστεί το κόστος των capital controls. Η εποπτική Αρχή των ελληνικών τραπεζών δεν έχει ζητήσει από τους οικονομέτρες της να μετρήσουν πόσο κόστισαν οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων που επιβλήθηκαν το καλοκαίρι του 2015 και άρθηκαν μόλις τον Σεπτέμβριο. Ανθρωπος με γνώση της τραπεζικής αγοράς, ωστόσο, με συντηρητικούς υπολογισμούς διατείνεται πως «τα capital controls στοίχισαν γύρω στα 30 με 40 δισ. ευρώ».

Οικονομικά μιλώντας, επομένως, αν οι συριζαίοι είχαν διαλέξει να περιμένουν λίγο ακόμη στον προθάλαμο της εξουσίας, ο Γκίκας Χαρδούβελης θα είχε πάρει τα 980 εκατ. ευρώ μέτρα του περίφημου πια μέιλ του. Πολιτικά; Η κυβέρνηση Σαμαρά, πιθανότατα, θα επωμιζόταν το πολιτικό κόστος της εφαρμογής τους κι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση αργότερα μεν, απαλλαγμένος δε από μνημονιακές υποχρεώσεις - αφού το δεύτερο Μνημόνιο τυπικά έληγε στις 30 Ιουνίου του 2015. Στις αναλύσεις των πολιτικών αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ότι «η ελληνική οικονομία θα έβγαινε κερδισμένη». Σε μερικές από εκείνες των φίλα προσκείμενων στο κόμμα της Αριστεράς, πάλι, κι οι σύντροφοι θα κέρδιζαν. «Δεν θα είχαν αναγκαστεί σε μια βίαιη πολιτική ενηλικίωση».

Η ανάποδη ανάγνωση

Υπάρχει, βέβαια, κι η ανάποδη ανάγνωση. Οσων υποστηρίζουν ότι τα δισ. που έχασε η οικονομία ήταν «το κόστος της ψυχανάλυσης του ελληνικού λαού». Αυτών που έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα, δηλαδή, πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανυπομονούσε να ζήσει το κυβερνητικό του μέλλον «η χώρα δεν θα είχε κερδίσει σε αυτογνωσία». Η ατάκα περί κόστους ψυχανάλυσης έχει πράγματι ειπωθεί σε κουβέντα πολιτικών και οικονομικών παραγόντων λίγο μετά την επιβολή των capital controls.

Το ίδιο σκεπτικό, παρεμπιπτόντως, επαναλάμβαναν συχνά την τελευταία διετία Ευρωπαίοι που παρακολούθησαν από κοντά την ελληνική κρίση σε έλληνες συνομιλητές τους. «Αν δεν περνάγατε αυτή την περιπέτεια» έλεγε ένας από τους πρώτους σε υπουργό της κυβέρνησης Σαμαρά «ακόμη θα σας αποκαλούσαν γερμανοτσολιάδες». Εκείνο που εννοούσαν είναι πως χάρη στη συριζαϊκή διάψευση των προσδοκιών του εκλογικού σώματος - οικονομικών και πολιτικών -, το τελευταίο ωρίμασε και απέρριψε - όπως έδειξε η πρόσφατη κάλπη - τις λαϊκιστικές κορόνες. Αν, λοιπόν, δεν είχε πέσει η κυβέρνηση το 2014, «οι ψηφοφόροι δεν θα είχαν αντιληφθεί ότι πραγματικά δεν υπήρχαν εύκολες εναλλακτικές για μια χώρα με υπέρογκο δημόσιο χρέος», σημειώνει πολιτικός του λεγόμενου φιλοευρωπαϊκού μπλοκ. Λογικό. Η βιωματική εμπειρία είναι, άλλωστε, πιο δυνατή από τις θεωρητικές επισημάνσεις.

Για να συνοψίσουμε την απάντηση στο ερώτημα «τι θα γινόταν αν»: Ισως ήμασταν πλουσιότεροι, αλλά μάλλον δεν θα είχαμε γίνει σοφότεροι. Ο Γούντι Αλεν, όπως και να 'χει, θα μας διακωμωδούσε λέγοντας πως τελικά αν όλο το 2015 ήταν μια αυταπάτη και τίποτα δεν υπήρξε, σίγουρα πληρώσαμε ακριβά το χαλί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου