Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (πρωτοσέλιδο+εσωτερικό θέμα)

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/17

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/17
Εξάρχεια: Δεκάδες τόνοι μπάζων στα οδοφράγματα
Της Τάνιας Γεωργοπούλου
Περίπου 18,5 τόνους μπάζων περισυνέλεξαν χθες το πρωί τα συνεργεία καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων από τα Εξάρχεια: πέτρες, μάρμαρα, ζαρντινιέρες, πλακάκια από τα πεζοδρόμια. Επιπλέον, τέσσερα καμένα αυτοκίνητα και 15 κατεστραμμένοι κάδοι απορριμμάτων ήταν ανάμεσα στις μεγάλες ζημιές που προξενήθηκαν για άλλη μία φορά στα Εξάρχεια, με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Πέρα από τις διαχρονικές ευθύνες και τους αστικούς μύθους για κρυφά συμφέροντα που καταστρέφουν την περιοχή, οι κάτοικοί της ζουν εδώ και πολλά χρόνια ένα ιδιότυπο καθεστώς αποκλεισμού-πολιορκίας. «Δεν μπορούμε να καλέσουμε φίλους στα σπίτια μας. Την άλλη εβδομάδα θα κάνω μια εγχείρηση και η μητέρα μου φοβάται να έρθει να με βοηθήσει», διηγείται η δημοσιογράφος Γιούλα Κουγιά που ζει στην περιοχή εδώ και 33 χρόνια. Οταν τη ρωτούν τι ρεπορτάζ κάνει, απαντάει μεταξύ αστείου και σοβαρού: «Εξαρχειολόγος». Οι ιστορίες που έχει να διηγηθεί πολλές και σχεδόν όλες παράλογες.
«Κάθε φορά που υπάρχει μια “επέτειος” εμείς απομακρύνουμε τα αυτοκίνητά μας από τον δρόμο. Προετοιμάζουμε το πεδίο για να έρθουν να τα κάψουν. Πηγαίνουμε στο φαρμακείο να προμηθευτούμε ντεπόν και malox –αν το βάλεις γύρω από τα μάτια μειώνει την επίδραση από τα δακρυγόνα– και μετά κλεινόμαστε στο σπίτι μας και παρακολουθούμε σαν τα ποντίκια πίσω από τις μισάνοιχτες γρίλιες. Την επόμενη μέρα, μαζεύουμε ό,τι μπορούμε, για να είναι εφικτό να περάσουν τα παιδιά μας με κόκκινα μάτια από την αϋπνία και τα δακρυγόνα και να πάνε σχολείο». Προχθές το βράδυ η επιχείρηση ήταν οργανωμένη. «Τις προηγούμενες ημέρες είχαμε αποσύρει 300 κάδους από τα Εξάρχεια. Μερικοί έμειναν, γιατί όταν οι υπάλληλοι πήγαν να τους φορτώσουν, τους πέταξαν πέτρες. Στα επεισόδια κάηκαν 15 κάδοι που τους είχαν μεταφέρει από τη Νεάπολη και τους Αμπελοκήπους. Πώς; Δεν ξέρω», λέει στην «Κ» ο αντιδήμαρχος Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων, Γιώργος Μπρούλιας. «Είχαμε μαζέψει και μπάζα από την περιοχή, αλλά έσπασαν ό,τι πεζοδρόμια και μάρμαρα είχαν μπροστά τους, ενώ χρησιμοποίησαν ζαρντινιέρες και γλάστρες για να μεταφέρουν τα πολεμοφόδια», συμπληρώνει.
«Χθες, γύρω στις επτά εμφανίστηκαν οι νεαροί με τις κουκούλες και άρχισαν ανενόχλητοι να στήνουν οδοφράγματα σε διάφορους δρόμους. Εστηναν με το πάσο τους χωρίς κανένας να τους πειράξει. Γύρω στις δέκα άρχισαν να βρίζουν τους αστυνομικούς και έτσι ξεκίνησαν τα επεισόδια. Το πιο αγαπημένο τους σύνθημα; “Γ...ώ την Ελλάδα σας”. Είχαν καφάσια με πέτρες, έριχναν κάτω με δύναμη τις πλάκες για να κομματιαστούν και να φτιάξουν πολεμοφόδια, φορούσαν μάσκες και κράνη και μετέφεραν μολότοφ με ταγάρια. Ηταν 200-300 άτομα. Καταλαβαίνεις; Το κράτος βλέπει κάποιους να στήνουν οδοφράγματα σε κεντρικούς δρόμους τρεις ώρες χωρίς να παρεμβαίνει. Η δική μου λογική δεν μπορεί να το χωρέσει» διηγείται η κ. Κουγιά. «Την Τετάρτη το βράδυ τα πράγματα ήταν πολύ επικίνδυνα. Πέταγαν μολότοφ στις οποίες είχαν κολλήσει γκαζάκια», συνεχίζει τη διήγηση.
«Είμαι πολύ θυμωμένη», παραδέχεται και πιστεύει ότι ήρθε η ώρα να πάρουν οι κάτοικοι την κατάσταση στα χέρια τους. «Δεν εννοώ να φυτέψουμε δύο ψωρόδεντρα και να δείχνουμε προβολές χρησιμοποιώντας σεντόνια. Λέω να κατέβουμε όλοι μπροστά στα σπίτια μας, να κατεβάσω το πιάνο μου στον δρόμο, να φέρουμε μια συμφωνική ορχήστρα. Να οργανώσουμε κάτι υψηλής αισθητικής στη μνήμη του Γρηγορόπουλου για να μην τους αφήσουμε χώρο. Να πούμε στους “μπαχαλάκηδες” συγγνώμη αλλά δεν υπάρχει πια χώρος για το δικό σας “δρώμενο” στα Εξάρχεια».

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/17
Μάχες στα Εξάρχεια και εγκατάλειψη στο υπόλοιπο κέντρο
Του Δημήτρη Αθηνάκη
Προχθές το βράδυ, το «μπάχαλο» κατήγαγε διπλή νίκη: μετέτρεψε σε πεδίο μάχης τα Εξάρχεια και σε κρανίου τόπο το υπόλοιπο κέντρο. Φίλοι μας, κάτοικοι Εξαρχείων, αναζητούσαν κρεβάτι σε σπίτια οικείων μακριά, άλλοι έμειναν να φυλάττουν Θερμοπύλας είτε εξαιτίας του φόβου καταστροφής της περιουσίας τους είτε από πείσμα ή από συνήθεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, για απειροστή φορά, διαταράχθηκε –και πολλαπλώς τραυματίστηκε– το οικοσύστημα της Αθήνας και αποκάλυψε πολλά για τη συμπεριφορά μας απέναντι στην πόλη.
Στις οκτώ το βράδυ της Τετάρτης, η διαδρομή από την πλατεία Ομονοίας έως τη Βουκουρεστίου, στο ύψος της Σκουφά, ήταν μια πραγματωμένη δυστοπία. Οταν οι Radiohead προφήτευαν τις έρημες πόλεις, το 1997 με το «OK Computer», ή έγραφαν κομμάτια για το soundtrack για το «28 μέρες μετά» του Ντάνι Μπόιλ, το 2003, ίσως δεν είχαν ιδέα ότι αυτό που περιέγραψαν θα μπορούσε να υπάρξει σε πραγματική συνθήκη. Οταν το πεδίο της μάχης «περιορίστηκε» και πάλι στα Εξάρχεια, το υπόλοιπο κέντρο της πόλης ήταν «νεκρό». Η Πανεπιστημίου μόνο στη συμβολή της με την Πατησίων είχε μια κάποια κινητικότητα, κυρίως από παρέες «μαυροφορεμένων», ενώ η Θεμιστοκλέους, η Μπενάκη, η Ζωοδόχου Πηγής, όλες μεταξύ Πανεπιστημίου και Σόλωνος, ήταν ένα σκοτεινό σκηνικό, μιας πόλης που –κυριολεκτικά– κατέβασε ρολά και έφυγε σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη.
Το κοντράστ της στολισμένης πόλης, που ετοιμάζεται να υποδεχθεί τα Χριστούγεννα μετά βαΐων και κλάδων, και της εγκατάλειψης απλώθηκε στην Ακαδημίας και στην Πανεπιστημίου, συμπαρασύροντας τις άλλοτε ζωηρές κολωνακιώτικες καθέτους τους. Κι ενώ οι σκιές στην Ομήρου ή στην Αμερικής θα μπορούσαν να είναι βγαλμένες από κάποιο βικτωριανό παραμύθι, στην πραγματικότητα ήταν σκυμμένες φιγούρες, καλά προφυλαγμένες από το κρύο της πόλης και από την αφιλόξενη πλευρά της. Ολοι τρέχοντας – κανείς δεν κάνει βόλτα σε μια τέτοια ερημιά.
Από ένα μπαλκόνι της Βουκουρεστίου, μπορώ να δω από λίγο ψηλότερα τι συμβαίνει στην πόλη. Εκεί παρουσιάστηκε μια αναλογία: από ψηλά ή αφ’ υψηλού, η Αθήνα, μια τέτοια μέρα, είναι ωραία για το Instagram – περπατώντας την όχι μόνο δεν βγάζεις το κινητό από την τσέπη, αλλά το κρύβεις όσο πιο βαθιά γίνεται, αν, ασφαλώς, ανήκεις στους «μικροαστούς και στους ατσαλάκωτους».
Περασμένες δέκα. Η Σκουφά φιλοξενεί μια χούφτα πελάτες στα μπαρ της και ο υπόλοιπος δρόμος, όπως και όλη η πόλη, έχει πάρει προφυλάξεις και έχει κλειδαμπαρώσει και κλειδαμπαρωθεί. Οι κάδοι είναι ξέχειλοι, διότι ο δήμος δεν φτάνει ώς εκεί τέτοιες μέρες. Εξάλλου, τις υπόλοιπες δεν μπορεί να φτάσει στα έγκατα των Εξαρχείων, του απαγορεύεται από κάποιους, «άγνωστο» ποιους. Η Ασκληπιού, που τον χειμώνα είναι προορισμός όλες τις μέρες, έως το ύψος της Βαλτετσίου, την Τετάρτη το βράδυ ήταν ένα κανονικός... Δεκαπενταύγουστος, με τη διαφορά ότι δεν έτσουζαν τα μάτια σου από τη ζέστη και τη θερινή σπαρίλα, αλλά από τα δακρυγόνα διά των οποίων ο αέρας της 6ης Δεκεμβρίου μόλυνε τις παρυφές του Κολωνακίου και τους πρόποδες του Λυκαβηττού. «Εφτασαν μέχρι εδώ πάνω», λέει καταστηματάρχης που ήρθε να τσεκάρει την επιχείρησή του, πλησίον του Αγίου Νικολάου.
Με εξαίρεση παρέες νεαρών που κατευθύνονται προς την «πλατεία», μεταξύ Βαλτετσίου και Καλλιδρομίου, η Ασκληπιού παραμένει κρανίου τόπος, έως τις εκβολές της στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπου υπάρχει μια κάποια ένδειξη πιο πολιτισμένης ζωής στην Αθήνα, περίπου στις 11 τη νύχτα. Εικόνα «κανονικότητας» που διαταράσσεται από τη σπάνια εικόνα μαζικής παρουσίας της Ελληνικής Αστυνομίας στο ύψος της Μουστοξύδη.
Η πόλη, όμως, είχε μπει στο «αθόρυβο». Τα γρήγορα βήματα, τα βιαστικά γκάζια για να προλάβεις το κλείσιμο των δρόμων, κάτι «μπαμ» από το βάθος των Εξαρχείων δεν είναι οι ήχοι της Αθήνας. Η πρωτεύουσα, στα «κανονικά» της, είναι ένας οργανισμός που προσπαθεί να επιβιώσει στις «πόλεις που γίνονται όλο και πιο άγριες», όπως είπε τις προάλλες στην «Κ» πολεοδόμος. Η Αθήνα, υπό «κανονικές» συνθήκες, έχει όλα τα προβλήματα: καθαριότητα, ανομία, κοινωνική και οικονομική δυσπραγία. Μοιάζει αλήθεια: προκειμένου να αποφύγουμε το «μπάχαλο», προτιμούμε αυτήν, την προβληματική Αθήνα. Οχι ως δικαιολογία αδράνειας, αλλά ως μίνιμουμ βάση για παρακάτω.
«Εδώ εκτονώνονται»
Η αυτοψία στην έρημη Αθήνα κλείνει με την κάπως απελπισμένη περιγραφή του Λ., 41 ετών, επίμονου κατοίκου των Εξαρχείων, που μίλησε με την «απαραίτητη» προϋπόθεση της ανωνυμίας. «Τα Εξάρχεια αφήνονται στην τύχη τους για να έρχονται όλοι και να εκτονώνονται εδώ, περιορίζοντας τις μάχες σε μια γειτονιά, αφήνοντας τις υπόλοιπες τάχα ελεύθερες. Δείτε τι έγινε την Τετάρτη το βράδυ και σκεφτείτε τις πιθανότητες αυτή η εγκατάλειψη του υπόλοιπου, “ελεύθερου” κέντρου να εξαπλωθεί στο μέλλον ως κανονικότητα».
Η ΗΤΤΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ, Ο ΖΥΓΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ
Του Νίκου Βατόπουλου
Στην Αθήνα, ο πολίτης που πιστεύει στη δημοκρατία, ο πολίτης που είναι συνεπής, ο πολίτης που έχει κοινωνικές αρχές, ο πολίτης που θέλει την πόλη του να προοδεύει, είναι ένας πολίτης σε ζυγό. Δεν ξέρει ποιoς είναι ο δυνάστης του, δεν ξέρει την ταυτότητα όσων μειοψηφιών ή όχι καταστρέφουν την καθημερινότητά του. Παλεύει με αόρατους, ανώνυμους και θρασύδειλους εχθρούς, και το μόνο που γνωρίζει είναι ότι δεν μπορεί από κανέναν και από πουθενά να ζητήσει βοήθεια. Από τη στιγμή που ο πολίτης αισθάνεται ανασφαλής στην ίδια του την πόλη, απροστάτευτος και εντέλει ανεπιθύμητος, η ίδια η πόλη είναι μία πόλη που έχει ηττηθεί. Και η ίδια η πολιτεία είναι μια πολιτεία ανήμπορη και ανεπαρκής απέναντι στη βασική αποστολή της, στην εξασφάλιση δηλαδή του δημοκρατικού δικαιώματος των πολιτών στα στοιχειώδη.
Το «πρόβλημα της Αθήνας» είναι ταυτόχρονα απλό και πολυπαραγοντικό. Είναι απλό γιατί μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να περιοριστεί στην αδυναμία εφαρμογής του νόμου και της τάξης. Και είναι πολυπαραγοντικό γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η ad hoc εφαρμογή του νόμου, αλλά η διάχυση των επιπτώσεων της χρόνιας ανομίας και της ανοχής απέναντι στην εγκληματική παραβατικότητα, γεγονός που έχει απλώσει ένα βραδυφλεγές ίζημα κάτω από την επιφάνεια ολόκληρης της πόλης.
Το «πρόβλημα της Αθήνας», μοναδικό στον δυτικό κόσμο, καθώς δεν περιορίζεται σε μία περιοχή, ούτε είναι ενδημικό, αλλά αντιθέτως είναι ανθεκτικό με τάση διάχυσης, έχει απευθείας καταγωγή στο περίβλημα της ρομαντικής επαναστατικής άρνησης με το οποίο έχει ενδυθεί η πνευματική φτώχεια της ελληνικής κοινωνίας. Είναι ένα ζήτημα σύνθετο και ιστορικά καταγεγραμμένο σε πολλές κοινωνίες με διάφορες μορφές, ήδη από τον 19ο αιώνα, αλλά η περίπτωση του «προβλήματος της Αθήνας» έχει ένα επιπλέον χαρακτηριστικό. Οι κρατικές δομές παραχωρούν σε εγκληματικές μειοψηφίες το δικαίωμα να καταστρέφουν δημόσια και ιδιωτική περιουσία και να θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Και αυτό, πάλι, είναι μία εύκολη ανάγνωση, καθώς υποτιμάται η επίπτωση αυτής της πρακτικής σε ζητήματα κοινωνικής συνοχής και ψυχικής σύνδεσης μέσα στην ίδια την πόλη.
Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, η επαγγελματική δραστηριότητα και η οικογενειακή περιουσία των οποίων συντηρεί επί της ουσίας το φαύλο κράτος. Αυτοί οι πολίτες περιμένουν να λειτουργήσει στοιχειωδώς αυτό το προβληματικό κράτος. Οι κρατικές δομές είναι παρούσες εκεί που θα αρκούσε μια ευέλικτη και μόνο παρουσία τους, ενώ είναι απούσες εκεί που επιβάλλεται η πλήρης ανάπτυξη των μηχανισμών τους. Ενδιάμεσα, ο πολίτης εγκαταλείπεται χωρίς προστασία, συνεπώς περιορίζεται σε ασταθές περιβάλλον διαρκούς ύβρεως. Οταν η ύβρις ενσωματωθεί στην καθημερινότητα της πόλης, όταν η ύβρις γίνει τρόπος ανάγνωσης της πόλης, τότε υπάρχει τροφοδότηση των άκρων και ο κίνδυνος ανάφλεξης είναι διαρκής.
Το «πρόβλημα της Αθήνας» είναι πολιτικό. Αλλά η γιγάντωσή του το κατέστησε πρόβλημα με πολλαπλές εστίες. Ο πολίτης που παρακολουθεί, τα τελευταία χρόνια, το ξήλωμα της ζωής του, υπομένει την άλωση της πόλης σε μια καθημερινότητα χωρίς κανένα πρότυπο για το αύριο. Η πόλη έχει ηττηθεί αλλά η ήττα δεν μπορεί να είναι αποδεκτή συνθήκη.

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/17

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/17
Εξάρχεια: Δεκάδες τόνοι μπάζων στα οδοφράγματα
Της Τάνιας Γεωργοπούλου
Περίπου 18,5 τόνους μπάζων περισυνέλεξαν χθες το πρωί τα συνεργεία καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων από τα Εξάρχεια: πέτρες, μάρμαρα, ζαρντινιέρες, πλακάκια από τα πεζοδρόμια. Επιπλέον, τέσσερα καμένα αυτοκίνητα και 15 κατεστραμμένοι κάδοι απορριμμάτων ήταν ανάμεσα στις μεγάλες ζημιές που προξενήθηκαν για άλλη μία φορά στα Εξάρχεια, με αφορμή την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Πέρα από τις διαχρονικές ευθύνες και τους αστικούς μύθους για κρυφά συμφέροντα που καταστρέφουν την περιοχή, οι κάτοικοί της ζουν εδώ και πολλά χρόνια ένα ιδιότυπο καθεστώς αποκλεισμού-πολιορκίας. «Δεν μπορούμε να καλέσουμε φίλους στα σπίτια μας. Την άλλη εβδομάδα θα κάνω μια εγχείρηση και η μητέρα μου φοβάται να έρθει να με βοηθήσει», διηγείται η δημοσιογράφος Γιούλα Κουγιά που ζει στην περιοχή εδώ και 33 χρόνια. Οταν τη ρωτούν τι ρεπορτάζ κάνει, απαντάει μεταξύ αστείου και σοβαρού: «Εξαρχειολόγος». Οι ιστορίες που έχει να διηγηθεί πολλές και σχεδόν όλες παράλογες.
«Κάθε φορά που υπάρχει μια “επέτειος” εμείς απομακρύνουμε τα αυτοκίνητά μας από τον δρόμο. Προετοιμάζουμε το πεδίο για να έρθουν να τα κάψουν. Πηγαίνουμε στο φαρμακείο να προμηθευτούμε ντεπόν και malox –αν το βάλεις γύρω από τα μάτια μειώνει την επίδραση από τα δακρυγόνα– και μετά κλεινόμαστε στο σπίτι μας και παρακολουθούμε σαν τα ποντίκια πίσω από τις μισάνοιχτες γρίλιες. Την επόμενη μέρα, μαζεύουμε ό,τι μπορούμε, για να είναι εφικτό να περάσουν τα παιδιά μας με κόκκινα μάτια από την αϋπνία και τα δακρυγόνα και να πάνε σχολείο». Προχθές το βράδυ η επιχείρηση ήταν οργανωμένη. «Τις προηγούμενες ημέρες είχαμε αποσύρει 300 κάδους από τα Εξάρχεια. Μερικοί έμειναν, γιατί όταν οι υπάλληλοι πήγαν να τους φορτώσουν, τους πέταξαν πέτρες. Στα επεισόδια κάηκαν 15 κάδοι που τους είχαν μεταφέρει από τη Νεάπολη και τους Αμπελοκήπους. Πώς; Δεν ξέρω», λέει στην «Κ» ο αντιδήμαρχος Καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων, Γιώργος Μπρούλιας. «Είχαμε μαζέψει και μπάζα από την περιοχή, αλλά έσπασαν ό,τι πεζοδρόμια και μάρμαρα είχαν μπροστά τους, ενώ χρησιμοποίησαν ζαρντινιέρες και γλάστρες για να μεταφέρουν τα πολεμοφόδια», συμπληρώνει.
«Χθες, γύρω στις επτά εμφανίστηκαν οι νεαροί με τις κουκούλες και άρχισαν ανενόχλητοι να στήνουν οδοφράγματα σε διάφορους δρόμους. Εστηναν με το πάσο τους χωρίς κανένας να τους πειράξει. Γύρω στις δέκα άρχισαν να βρίζουν τους αστυνομικούς και έτσι ξεκίνησαν τα επεισόδια. Το πιο αγαπημένο τους σύνθημα; “Γ...ώ την Ελλάδα σας”. Είχαν καφάσια με πέτρες, έριχναν κάτω με δύναμη τις πλάκες για να κομματιαστούν και να φτιάξουν πολεμοφόδια, φορούσαν μάσκες και κράνη και μετέφεραν μολότοφ με ταγάρια. Ηταν 200-300 άτομα. Καταλαβαίνεις; Το κράτος βλέπει κάποιους να στήνουν οδοφράγματα σε κεντρικούς δρόμους τρεις ώρες χωρίς να παρεμβαίνει. Η δική μου λογική δεν μπορεί να το χωρέσει» διηγείται η κ. Κουγιά. «Την Τετάρτη το βράδυ τα πράγματα ήταν πολύ επικίνδυνα. Πέταγαν μολότοφ στις οποίες είχαν κολλήσει γκαζάκια», συνεχίζει τη διήγηση.
«Είμαι πολύ θυμωμένη», παραδέχεται και πιστεύει ότι ήρθε η ώρα να πάρουν οι κάτοικοι την κατάσταση στα χέρια τους. «Δεν εννοώ να φυτέψουμε δύο ψωρόδεντρα και να δείχνουμε προβολές χρησιμοποιώντας σεντόνια. Λέω να κατέβουμε όλοι μπροστά στα σπίτια μας, να κατεβάσω το πιάνο μου στον δρόμο, να φέρουμε μια συμφωνική ορχήστρα. Να οργανώσουμε κάτι υψηλής αισθητικής στη μνήμη του Γρηγορόπουλου για να μην τους αφήσουμε χώρο. Να πούμε στους “μπαχαλάκηδες” συγγνώμη αλλά δεν υπάρχει πια χώρος για το δικό σας “δρώμενο” στα Εξάρχεια».

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/17
Μάχες στα Εξάρχεια και εγκατάλειψη στο υπόλοιπο κέντρο
Του Δημήτρη Αθηνάκη
Προχθές το βράδυ, το «μπάχαλο» κατήγαγε διπλή νίκη: μετέτρεψε σε πεδίο μάχης τα Εξάρχεια και σε κρανίου τόπο το υπόλοιπο κέντρο. Φίλοι μας, κάτοικοι Εξαρχείων, αναζητούσαν κρεβάτι σε σπίτια οικείων μακριά, άλλοι έμειναν να φυλάττουν Θερμοπύλας είτε εξαιτίας του φόβου καταστροφής της περιουσίας τους είτε από πείσμα ή από συνήθεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, για απειροστή φορά, διαταράχθηκε –και πολλαπλώς τραυματίστηκε– το οικοσύστημα της Αθήνας και αποκάλυψε πολλά για τη συμπεριφορά μας απέναντι στην πόλη.
Στις οκτώ το βράδυ της Τετάρτης, η διαδρομή από την πλατεία Ομονοίας έως τη Βουκουρεστίου, στο ύψος της Σκουφά, ήταν μια πραγματωμένη δυστοπία. Οταν οι Radiohead προφήτευαν τις έρημες πόλεις, το 1997 με το «OK Computer», ή έγραφαν κομμάτια για το soundtrack για το «28 μέρες μετά» του Ντάνι Μπόιλ, το 2003, ίσως δεν είχαν ιδέα ότι αυτό που περιέγραψαν θα μπορούσε να υπάρξει σε πραγματική συνθήκη. Οταν το πεδίο της μάχης «περιορίστηκε» και πάλι στα Εξάρχεια, το υπόλοιπο κέντρο της πόλης ήταν «νεκρό». Η Πανεπιστημίου μόνο στη συμβολή της με την Πατησίων είχε μια κάποια κινητικότητα, κυρίως από παρέες «μαυροφορεμένων», ενώ η Θεμιστοκλέους, η Μπενάκη, η Ζωοδόχου Πηγής, όλες μεταξύ Πανεπιστημίου και Σόλωνος, ήταν ένα σκοτεινό σκηνικό, μιας πόλης που –κυριολεκτικά– κατέβασε ρολά και έφυγε σ’ άλλη γη, σ’ άλλα μέρη.
Το κοντράστ της στολισμένης πόλης, που ετοιμάζεται να υποδεχθεί τα Χριστούγεννα μετά βαΐων και κλάδων, και της εγκατάλειψης απλώθηκε στην Ακαδημίας και στην Πανεπιστημίου, συμπαρασύροντας τις άλλοτε ζωηρές κολωνακιώτικες καθέτους τους. Κι ενώ οι σκιές στην Ομήρου ή στην Αμερικής θα μπορούσαν να είναι βγαλμένες από κάποιο βικτωριανό παραμύθι, στην πραγματικότητα ήταν σκυμμένες φιγούρες, καλά προφυλαγμένες από το κρύο της πόλης και από την αφιλόξενη πλευρά της. Ολοι τρέχοντας – κανείς δεν κάνει βόλτα σε μια τέτοια ερημιά.
Από ένα μπαλκόνι της Βουκουρεστίου, μπορώ να δω από λίγο ψηλότερα τι συμβαίνει στην πόλη. Εκεί παρουσιάστηκε μια αναλογία: από ψηλά ή αφ’ υψηλού, η Αθήνα, μια τέτοια μέρα, είναι ωραία για το Instagram – περπατώντας την όχι μόνο δεν βγάζεις το κινητό από την τσέπη, αλλά το κρύβεις όσο πιο βαθιά γίνεται, αν, ασφαλώς, ανήκεις στους «μικροαστούς και στους ατσαλάκωτους».
Περασμένες δέκα. Η Σκουφά φιλοξενεί μια χούφτα πελάτες στα μπαρ της και ο υπόλοιπος δρόμος, όπως και όλη η πόλη, έχει πάρει προφυλάξεις και έχει κλειδαμπαρώσει και κλειδαμπαρωθεί. Οι κάδοι είναι ξέχειλοι, διότι ο δήμος δεν φτάνει ώς εκεί τέτοιες μέρες. Εξάλλου, τις υπόλοιπες δεν μπορεί να φτάσει στα έγκατα των Εξαρχείων, του απαγορεύεται από κάποιους, «άγνωστο» ποιους. Η Ασκληπιού, που τον χειμώνα είναι προορισμός όλες τις μέρες, έως το ύψος της Βαλτετσίου, την Τετάρτη το βράδυ ήταν ένα κανονικός... Δεκαπενταύγουστος, με τη διαφορά ότι δεν έτσουζαν τα μάτια σου από τη ζέστη και τη θερινή σπαρίλα, αλλά από τα δακρυγόνα διά των οποίων ο αέρας της 6ης Δεκεμβρίου μόλυνε τις παρυφές του Κολωνακίου και τους πρόποδες του Λυκαβηττού. «Εφτασαν μέχρι εδώ πάνω», λέει καταστηματάρχης που ήρθε να τσεκάρει την επιχείρησή του, πλησίον του Αγίου Νικολάου.
Με εξαίρεση παρέες νεαρών που κατευθύνονται προς την «πλατεία», μεταξύ Βαλτετσίου και Καλλιδρομίου, η Ασκληπιού παραμένει κρανίου τόπος, έως τις εκβολές της στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπου υπάρχει μια κάποια ένδειξη πιο πολιτισμένης ζωής στην Αθήνα, περίπου στις 11 τη νύχτα. Εικόνα «κανονικότητας» που διαταράσσεται από τη σπάνια εικόνα μαζικής παρουσίας της Ελληνικής Αστυνομίας στο ύψος της Μουστοξύδη.
Η πόλη, όμως, είχε μπει στο «αθόρυβο». Τα γρήγορα βήματα, τα βιαστικά γκάζια για να προλάβεις το κλείσιμο των δρόμων, κάτι «μπαμ» από το βάθος των Εξαρχείων δεν είναι οι ήχοι της Αθήνας. Η πρωτεύουσα, στα «κανονικά» της, είναι ένας οργανισμός που προσπαθεί να επιβιώσει στις «πόλεις που γίνονται όλο και πιο άγριες», όπως είπε τις προάλλες στην «Κ» πολεοδόμος. Η Αθήνα, υπό «κανονικές» συνθήκες, έχει όλα τα προβλήματα: καθαριότητα, ανομία, κοινωνική και οικονομική δυσπραγία. Μοιάζει αλήθεια: προκειμένου να αποφύγουμε το «μπάχαλο», προτιμούμε αυτήν, την προβληματική Αθήνα. Οχι ως δικαιολογία αδράνειας, αλλά ως μίνιμουμ βάση για παρακάτω.
«Εδώ εκτονώνονται»
Η αυτοψία στην έρημη Αθήνα κλείνει με την κάπως απελπισμένη περιγραφή του Λ., 41 ετών, επίμονου κατοίκου των Εξαρχείων, που μίλησε με την «απαραίτητη» προϋπόθεση της ανωνυμίας. «Τα Εξάρχεια αφήνονται στην τύχη τους για να έρχονται όλοι και να εκτονώνονται εδώ, περιορίζοντας τις μάχες σε μια γειτονιά, αφήνοντας τις υπόλοιπες τάχα ελεύθερες. Δείτε τι έγινε την Τετάρτη το βράδυ και σκεφτείτε τις πιθανότητες αυτή η εγκατάλειψη του υπόλοιπου, “ελεύθερου” κέντρου να εξαπλωθεί στο μέλλον ως κανονικότητα».
Η ΗΤΤΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ, Ο ΖΥΓΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ
Του Νίκου Βατόπουλου
Στην Αθήνα, ο πολίτης που πιστεύει στη δημοκρατία, ο πολίτης που είναι συνεπής, ο πολίτης που έχει κοινωνικές αρχές, ο πολίτης που θέλει την πόλη του να προοδεύει, είναι ένας πολίτης σε ζυγό. Δεν ξέρει ποιoς είναι ο δυνάστης του, δεν ξέρει την ταυτότητα όσων μειοψηφιών ή όχι καταστρέφουν την καθημερινότητά του. Παλεύει με αόρατους, ανώνυμους και θρασύδειλους εχθρούς, και το μόνο που γνωρίζει είναι ότι δεν μπορεί από κανέναν και από πουθενά να ζητήσει βοήθεια. Από τη στιγμή που ο πολίτης αισθάνεται ανασφαλής στην ίδια του την πόλη, απροστάτευτος και εντέλει ανεπιθύμητος, η ίδια η πόλη είναι μία πόλη που έχει ηττηθεί. Και η ίδια η πολιτεία είναι μια πολιτεία ανήμπορη και ανεπαρκής απέναντι στη βασική αποστολή της, στην εξασφάλιση δηλαδή του δημοκρατικού δικαιώματος των πολιτών στα στοιχειώδη.
Το «πρόβλημα της Αθήνας» είναι ταυτόχρονα απλό και πολυπαραγοντικό. Είναι απλό γιατί μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να περιοριστεί στην αδυναμία εφαρμογής του νόμου και της τάξης. Και είναι πολυπαραγοντικό γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η ad hoc εφαρμογή του νόμου, αλλά η διάχυση των επιπτώσεων της χρόνιας ανομίας και της ανοχής απέναντι στην εγκληματική παραβατικότητα, γεγονός που έχει απλώσει ένα βραδυφλεγές ίζημα κάτω από την επιφάνεια ολόκληρης της πόλης.
Το «πρόβλημα της Αθήνας», μοναδικό στον δυτικό κόσμο, καθώς δεν περιορίζεται σε μία περιοχή, ούτε είναι ενδημικό, αλλά αντιθέτως είναι ανθεκτικό με τάση διάχυσης, έχει απευθείας καταγωγή στο περίβλημα της ρομαντικής επαναστατικής άρνησης με το οποίο έχει ενδυθεί η πνευματική φτώχεια της ελληνικής κοινωνίας. Είναι ένα ζήτημα σύνθετο και ιστορικά καταγεγραμμένο σε πολλές κοινωνίες με διάφορες μορφές, ήδη από τον 19ο αιώνα, αλλά η περίπτωση του «προβλήματος της Αθήνας» έχει ένα επιπλέον χαρακτηριστικό. Οι κρατικές δομές παραχωρούν σε εγκληματικές μειοψηφίες το δικαίωμα να καταστρέφουν δημόσια και ιδιωτική περιουσία και να θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών. Και αυτό, πάλι, είναι μία εύκολη ανάγνωση, καθώς υποτιμάται η επίπτωση αυτής της πρακτικής σε ζητήματα κοινωνικής συνοχής και ψυχικής σύνδεσης μέσα στην ίδια την πόλη.
Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, η επαγγελματική δραστηριότητα και η οικογενειακή περιουσία των οποίων συντηρεί επί της ουσίας το φαύλο κράτος. Αυτοί οι πολίτες περιμένουν να λειτουργήσει στοιχειωδώς αυτό το προβληματικό κράτος. Οι κρατικές δομές είναι παρούσες εκεί που θα αρκούσε μια ευέλικτη και μόνο παρουσία τους, ενώ είναι απούσες εκεί που επιβάλλεται η πλήρης ανάπτυξη των μηχανισμών τους. Ενδιάμεσα, ο πολίτης εγκαταλείπεται χωρίς προστασία, συνεπώς περιορίζεται σε ασταθές περιβάλλον διαρκούς ύβρεως. Οταν η ύβρις ενσωματωθεί στην καθημερινότητα της πόλης, όταν η ύβρις γίνει τρόπος ανάγνωσης της πόλης, τότε υπάρχει τροφοδότηση των άκρων και ο κίνδυνος ανάφλεξης είναι διαρκής.
Το «πρόβλημα της Αθήνας» είναι πολιτικό. Αλλά η γιγάντωσή του το κατέστησε πρόβλημα με πολλαπλές εστίες. Ο πολίτης που παρακολουθεί, τα τελευταία χρόνια, το ξήλωμα της ζωής του, υπομένει την άλωση της πόλης σε μια καθημερινότητα χωρίς κανένα πρότυπο για το αύριο. Η πόλη έχει ηττηθεί αλλά η ήττα δεν μπορεί να είναι αποδεκτή συνθήκη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου