οι κηπουροι τησ αυγησ

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΕΛΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΤΗΣ ΣΤΕΓΗ ΣΤΟ ΚΠΙΣΝ...- ΤΟ ΑΝΗΘΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ, ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΟΣ/ΤΩΝ ΠΟΛΑΚΗ/ΔΩΝ- Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΕ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΩΣ ΕΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΞΑΝ....

Τρία κείμενα παρέμβασης, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

                                             "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 04/01/17

1. Ο ταλαντούχος κ. Κουμεντάκης

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Τ​​έλη του 2016, μια λιτή ανακοίνωση του ΥΠΠΟ ενημέρωνε για μια αλλαγή πρώτου μεγέθους που αποφάσισε η υπουργός Λυδία Κονιόρδου: «Νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής αναλαμβάνει –από 3 Φεβρουαρίου, οπότε και λήγει η θητεία του απερχόμενου καλλιτεχνικού διευθυντή, κ. Μύρωνα Μιχαηλίδη– ο διεθνούς φήμης συνθέτης και μέχρι τώρα υπεύθυνος Καλλιτεχνικού Προγραμματισμού της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, Γιώργος Κουμεντάκης». Η είδηση είναι καλοδεχούμενη, οι όποιοι κραδασμοί –που συνοδεύουν ούτως ή άλλως κάθε διαδοχή– απορροφήθηκαν, τόσο γιατί ο κ. Κουμεντάκης είναι μια φωτεινή περίπτωση, ανθρώπου και δημιουργού, χωρίς σκιές, όσο και γιατί ο απερχόμενος κ. Μιχαηλίδης με μια επιστολή-υπόδειγμα κοινωνικού πολιτισμού καλωσόρισε τον νέο διευθυντή με εμπιστοσύνη και διάθεση συνεργασίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, δε, ότι ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, συνοδοιπόρος και στενός συνεργάτης του Γιώργου Κουμεντάκη από την εποχή των Ολυμπιακών του 2004, σχολίασε: «Να ένας σπουδαίος Ελληνας καλλιτέχνης, σε μια θέση, ακριβώς τη στιγμή που μπορεί να γεννηθεί κάτι νέο. Εχει την καλλιέργεια, την ανιδιοτέλεια και τους ανοιχτούς ορίζοντες που χρειαζόμαστε».

Ολα καλά, λοιπόν. Επιπλέον, το 2017, είναι η χρονιά που η ΕΛΣ μεταφέρεται στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Αισιοδοξία, προοπτικές, απογείωση. Είναι, όμως, έτσι;

Τι είδους οργανισμός είναι η Λυρική Σκηνή, με ποια λογική πορεύεται και πώς οραματίζεται το μέλλον της; Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα, θα ήταν ωφέλιμη μια σύντομη αναδρομή στο, καθόλου μακρινό, παρελθόν και ειδικότερα στη σύντομη αλλά καθοριστική θητεία του διεθνούς φήμης σκηνογράφου-σκηνοθέτη Στέφανου Λαζαρίδη (πέθανε τo 2010). Ο Στ. Λαζαρίδης ανέλαβε τη διεύθυνση αρχές του 2006 και αποπέμφθηκε από τη θέση του, με απόφαση του Δ.Σ., τον Ιούνιο του 2007. Είχε αφήσει το σπίτι του στο Λονδίνο και μια λαμπρή καριέρα για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Μέσα στον ενάμιση αυτόν χρόνο κατόρθωσε με όραμα, γνώση, άποψη και αισθητική να αποτινάξει τον ακαδημαϊσμό από το σώμα κουρασμένων επιλογών και να ανοίξει τις πόρτες στο καινούργιο, νεωτερικό, τολμηρό, απροσδόκητο. Μπόρεσε να συνδέσει έναν περιφερειακό, εσωστρεφή, οργανισμό με τη διεθνή σκηνή. Γιατί αποπέμφθηκε ένας «καταπληκτικός καλλιτέχνης με θαυμάσιες ιδέες» (όπως είχε δηλώσει ο τότε πρόεδρος του Δ.Σ. Οδυσσέας Κυριακόπουλος); Σχολιάστηκε ότι η «διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού δεν ήταν το φόρτε του», ότι «οι τρόποι του ήταν ασυνήθιστοι», ότι ίσως ήταν «περισσότερο ελεγκτικός και παρεμβατικός απ’ ό,τι άντεχε το σύστημα»… Ο ίδιος, ο Στ. Λαζαρίδης, είχε πει σε συνέντευξή του στα «ΝΕΑ» (14/06/2007):

«Στην πρώτη μου εμφάνιση στη Λυρική (22/11/2005, στην “Αρπαγή από το Σεράι”) είδα ένα μπουλούκι να πέφτει πάνω μου. Νόμιζα ότι έγινε επανάσταση, αλλά ήταν τα σωματεία! Εμαθα ότι εργάζονταν 660 άτομα, όταν στην Οπερα της Λυών με 17 νέες παραγωγές ετησίως εργάζονται 330. Η Λυρική είναι δεινόσαυρος…».

Ο «δεινόσαυρος» αυτός είχε επιτεθεί και στον Μ. Μιχαηλίδη με απεργίες και στάσεις εργασίας, των σωματείων, γιατί δεν είχαν εξαιρεθεί οι εργαζόμενοι τεχνικοί από το ενιαίο μισθολόγιο (Χριστούγεννα του 2012). Με κόπο, αποφεύγοντας, κατά το δυνατόν, τις συγκρούσεις, κράτησε σταθερά το τιμόνι ο επί δύο θητείες διευθυντής (2011 - 2017), οδηγώντας τη Λυρική σε ασφαλή, ήρεμα αλλά και κάπως αβαθή νερά.

Ο Γιώργος Κουμεντάκης καλείται να διαχειριστεί έναν δυσκίνητο δημόσιο οργανισμό, με πολλά βαρίδια, αλλά και εξαιρετικά ταλαντούχους και φιλότιμους εργαζομένους. Να διαχειριστεί το μέλλον με «κληρονομικές» δυσπλασίες και δυσανεξίες. Το καινούργιο κτίριο δεν είναι απλώς μια αξιοθαύμαστη, αρχιτεκτονικά, στέγη. Αλίμονο αν παραμείνει κέλυφος και όχι μια αρχή που θα εγκαταστήσει τον οργανισμό αυτό στον κινητικό και απαιτητικό 21ο αιώνα.

2. Το ανήθικο πλεονέκτημα



Την ιεροσυλία φρόντισε να επισημάνει και να στηλιτεύσει ο κ. Πολάκης, απευθυνόμενος με ανάρτησή του στο Διαδίκτυο στον διευθυντή της εφημερίδας: «Φώτη Γεωργελέ, δεν σε ξέρω (και δε θέλω να σε μάθω) αλλά πρέπει να είσαι μεγαλύτερος ρουφιάνος κι από τον Γεωργαλά της χούντας... Την ΚΟΥΝΕΒΑ βρε αλητήριε». Ο κ. Πολάκης δεν αναρωτήθηκε, βέβαια, αν ο κ. Γεωργελές θέλει να τον μάθει. Προφανώς το θεωρεί δεδομένο. Και δυστυχώς, θέλουμε δεν θέλουμε, τον μάθαμε τον κ. Πολάκη. Τον μάθαμε από την οπλοφορία του, τα διπλά βιβλία στον δήμο του, τις απειλές κατά δημοσιογράφων, τον πρωτογονισμό της μαγκιάς του, τη δυσάρεστη εμφάνισή του. Ο φίλος Στέφανος Κασιμάτης τον αποκαλεί Πρωτάνθρωπο των Σφακίων. Το σίγουρο είναι ότι ανήκει στην πανίδα που καταδυναστεύει με την ασχήμια της και τη δυσοσμία της τον δημόσιο βίο. Σε αντίθεση με τον κ. Γεωργελέ, τον κ. Πολάκη δεν θα τον ξέραμε αν δεν υπήρχε για να ασχημονεί. Αυτή είναι η μοναδική του προσφορά στον δημόσιο βίο της χώρας. Αντε να του πιστώσουμε και την επέμβαση αιμορροΐδων, η οποία εστέφθη από επιτυχία όπως αναφέρουν τα ιατρικά χρονικά του 21ου αιώνα.

Και τώρα επί της ουσίας. Κανείς δεν κατηγόρησε την κ. Κούνεβα για τα περιουσιακά της στοιχεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ως ευρωβουλευτής δεν υπόκειται στην κρίση του κοινού. Αν στο «πόθεν έσχες» της ανέφερε μόνον τον μισθό του ευρωβουλευτή, για παράδειγμα, το ζήτημα δεν θα μας απασχολούσε τώρα. Ο κ. Σόιμπλε, ο οποίος κι αυτός είναι θύμα απόπειρας κατά της ζωής του κι έκτοτε ζει σε αναπηρική πολυθρόνα, δεν επικαλείται την τραγωδία του όταν κάποιος κρίνει την πολιτική του. Δεν ξέρω αν ζητάει να εξαιρεθεί από την κρίση του «πόθεν έσχες» του λόγω της αναπηρίας του. Ομως το ξέχασα. Ο κ. Σόιμπλε είναι κακός, κατάλληλος μόνο για να γίνει στόχος για βελάκια στο μπαρ. Δεν είναι ιερό πρόσωπο. Και δεν διαθέτει το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς.

Το ζήτημα όμως δεν είναι η κ. Κούνεβα. Το ζήτημα είναι οι Πολάκηδες του κόσμου τούτου και τα βατράχια της Αριστεράς που κοάζουν για να συνοδεύσουν την ασχήμια του. Ολοι αυτοί που θεωρούν εαυτούς και αλλήλους υπεράνω ηθικής κρίσεως. Και όποιος θεωρεί εαυτόν υπεράνω ηθικής κρίσεως είναι απλώς ανήθικος. Με δύο λόγια, το ηθικό πλεονέκτημα έχει γίνει ανήθικο πλεονέκτημα.

Από βατράχια άλλο τίποτε. Σε βάλτο ζούμε, τι περιμένατε; Αν κάνω λάθος διορθώστε με, όμως, αν δεν κάνω λάθος νομίζω ότι το έχει γράψει ο Μαρξ: «Οσο μικρότερος είναι ο βάλτος, τόσο μεγαλύτερα αισθάνονται τα βατράχια που ζούνε μέσα του».

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 04/01/17
"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 04/01/17

3. Γιορτές 
στη μητρόπολη
της κρίσης...:
Της Κατερίνας Σώκου


Η ιδέα ενός κατάφωτου καραβιού αντί για χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Σύνταγμα δεν είναι καθόλου κακή, αν σκεφτεί κανείς τις περιπέτειες προηγούμενων εορταστικών στολισμών στην κεντρικότερη πλατεία της πόλης. Τα στολισμένα καραβάκια είναι κομμάτι της ελληνικής παράδοσης. Επιπλέον, το κόστος τους είναι χαμηλότερο από ένα ξενόφερτο δέντρο με τα στολίδια και τα λαμπιόνια του – κάτι σημαντικό, καθώς δεν προκαλούν σε καιρό κρίσης. 

Ομως, το φετινό καραβάκι δεν είναι παρά ένα μεταλλικό σκαρί με φωτάκια – ίσως για να μη λαμπαδιάζει εύκολα. Διότι ποιος μπορεί να ξεχάσει την πυρπόληση του χριστουγεννιάτικου δέντρου το 2008, που προσέφερε ένα πρώιμο εξώφυλλο της ελληνικής κρίσης στους New York Times και έκτοτε έχει στοιχειώσει τα όνειρα των δημάρχων ανά την επικράτεια; 

Ακόμη και η ατυχήσασα ρόδα, που μόλις μετά βίας έφτανε σε ύψος τις ταράτσες των γύρω κτιρίων, θα ήταν κάτι πρωτότυπο για πολλούς κατοίκους και επισκέπτες της πόλης. Ισως μάλιστα και μοναδικό, αν στην κορυφή της αποκάλυπτε μια όψη της Ακρόπολης, όπως αυτή που έχει κανείς στιγμιαία από την κορυφή της λεωφόρου Βουλιαγμένης, λίγο πριν κατηφορίσει για την Καλλιρρόης. Αν, βέβαια, λειτουργούσε. Διότι από την ιδέα μέχρι την εκτέλεση ενός σχεδίου υπάρχει μεγάλη απόσταση: η λειτουργία της ρόδας ακυρώθηκε για λόγους ασφαλείας, που φαίνεται ότι έχουν να κάνουν με τα ελάχιστα χρονικά περιθώρια που δόθηκαν για να στηθεί στην πλατεία. 

Αν δεν πρόκειται για αμέλεια, αυτή η έλλειψη σχεδιασμού προδίδει τη χαμηλή προτεραιότητα που είχε ο χριστουγεννιάτικος προγραμματισμός για τον Δήμο Αθηναίων. Και ναι μεν καλώς έχει προσαρμοστεί στο υφεσιακό κλίμα των τελευταίων ετών, αλλά υπάρχει και μια ελάχιστη προετοιμασία που πρέπει να γίνει για να σταθεί αξιοπρεπώς ένας μεγάλος δήμος που θέλει να συμμετέχει σε μια γιορτή.

Θυμάμαι πάντα την έκπληξή μου για τον ενθουσιασμό με τον οποίο μια τουρίστρια, με μάλλον σλαβική προφορά, είχε ζητήσει στη Σταδίου να της δείξω «τον δρόμο για το μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης» (ήταν το 1995 ή λίγο αργότερα, επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου). Μπορεί να ήταν ψεύτικο και άσχημο κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά το βράδυ, φωτισμένο με 50.000 λαμπιόνια, δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ενός κάποιου μεγαλείου. Κι ενώ σίγουρα το φετινό καραβάκι δημιούργησε ελπίδες για μια σύγχρονη ανάγνωση της ελληνικής εορταστικής παράδοσης, είναι μεν μικρότερο, αλλά παραμένει ψεύτικο. 

Σαν μια μικρογραφία της ίδιας της χώρας, η Αθήνα έχασε για μία ακόμη φορά την ευκαιρία να δει την κρίση ως ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσει τη θέση της στον κόσμο. Θυμίζει σε αυτό την ελληνική οικονομία, η οποία έχει συρρικνωθεί από τη μετά ολυμπιακή «φούσκα», αλλά ακόμη να βγάλει ρίζες που θα τη βάλουν σε τροχιά βιωσιμότητας. Ταιριάζει έτσι με την υποτονική διάθεση και την πικρή αίσθηση που αναδίδουν αυτές οι γιορτές, στο κλείσιμο ενός χρόνου που μας άφησε ανοιχτή την εκκρεμότητα της αξιολόγησης και την απαρχή ενός νέου που φέρνει τη βεβαιότητα νέων φόρων και το ενδεχόμενο νέας πολιτικής αστάθειας.

Χωρίς χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Σύνταγμα, με μια ρόδα που αποσυναρμολογήθηκε πριν γυρίσει, η Αθήνα στην ουσία προσπέρασε τις γιορτές. Στο κέντρο, η Τροχαία άφησε τους δρόμους να μετατραπούν σε ελεύθερο πάρκινγκ και αποδύθηκε στα αλκοτέστ. Στα σπίτια, η χρονιά έφυγε όπως κλείνει κάθε Σάββατο, με την εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, που για την περίσταση είχε προσκαλέσει την μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού. Στον ελάχιστο δημόσιο χώρο που μας έχει απομείνει, ο δήμαρχος Γιώργος Καμίνης άλλαξε το έτος με ακόμη λιγότερους δημότες. Οι περισσότερες προσπάθειες αναβάθμισης της καθημερινότητας ήταν ιδιωτικές. Ακριβώς όμως λόγω της κρίσης, οι Ελληνες χρειάζονται ακόμη περισσότερο την ελπίδα, γι’ αυτό και αξίζουν μια πιο ανθρώπινη, ενίοτε και μια πιο εορταστική, πρωτεύουσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου