οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

"...Εάν περίμενε κάποιος (Λευκωσία ή Αθήνα) ότι θα προχωρούσαν οι τριμερείς συμμαχίες (αλλά και η αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων) και ο de facto αποκλεισμός της Τουρκίας από την Αν. Μεσόγειο και η Τουρκία θα καθόταν με «σταυρωμένα τα χέρια», τότε έχει σταθμίσει πολύ λάθος την Τουρκία. Αντέδρασε με τις έκνομες δραστηριότητές της στην κυπριακή ΑΟΖ και βεβαίως με την αναζήτηση εναλλακτικών συμμαχιών και φαίνεται να βρήκε μία τουλάχιστον στο ασθενές αλλά διεθνώς αναγνωρισμένο καθεστώς Σαράζ στην Αν. Λιβύη, Τρίπολη. (Η Λιβύη είναι ως γνωστόν σε εμφύλια σύγκρουση. Η Δυτική Λιβύη ελέγχεται από τις δυνάμεις LNA του στρατηγού Χάφταρ.) Η ανάλυση αυτή λέει ότι η Ελλάδα τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να μπει στη λογική των τριμερών συμπράξεων. Θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναπτύξει τις καλύτερες δυνατές διμερείς σχέσεις και συνεργασίες τόσο με το Ισραήλ όσο και με την Αίγυπτο αλλά και με όλες τις χώρες της περιοχής. Και παράλληλα να επιδιώξει ένα ευρύτερο περιφερειακό σχήμα συνεργασίας στην Αν. Μεσόγειο που επιθυμητό θα ήταν να περιλαμβάνει και την Τουρκία. Γι’ αυτό και θεωρώ εξόχως επικίνδυνες εισηγήσεις (από διακεκριμένους συναδέλφους) «να επικεντρωθούμε στα νέα σχήματα συμμαχιών της Ανατολικής Μεσογείου» για να αποκτήσουν στρατηγικό χαρακτήρα. Ο ασφαλέστερος δρόμος που καταλήγει στο πλήρες αδιέξοδο και τελικά ίσως στη στρατιωτική σύγκρουση. Εκεί που πρέπει να επικεντρωθούμε (πρωτίστως η Λευκωσία), ως έχουν τα πράγματα, είναι στη (δίκαιη, βιώσιμη) επίλυση του κυπριακού ζητήματος, η μη επίλυση του οποίου τροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο και δυναμική της έντασης. Η λύση με άλλα λόγια είναι το κλειδί για να μπει η έκρυθμη κατάσταση στην Αν. Μεσόγειο σε κάποια διαδικασία ομαλοποίησης...."

Από "ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 08/12/19



ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

Η τροπή που έχουν λάβει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι, όπως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, «ένα κλικ παραπάνω» από ό,τι επικρατούσε μεταξύ των δύο χωρών εδώ και δεκαετίες. Και είναι αυτό ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο αναφορικά με την πολύπαθη αυτή σχέση, για την οποία τίποτε δεν προοιωνίζεται ότι μελλοντικά θα είναι καλύτερη.

Δυστυχώς, και για λόγους που έχουν να κάνουν και με την αβελτηρία, την έλλειψη στρατηγικής, αλλά και διαχρονικά με την ανορθολογική προσέγγιση στο πρόβλημα εκ μέρους των ελληνικών κυβερνήσεων, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να αποτελούν το νούμερο ένα πρόβλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ο όρος «σχέσεις καλής γειτονίας» μοιάζει όνειρο θερινής νυκτός. Αυτό που τις χαρακτηρίζει δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αλληλουχία συνεχών προκλήσεων που κοστίζουν σε χρόνο και σε χρήμα και στους δύο.

Αν η Ελλάδα και η Τουρκία συγκαταλέγονται ανάμεσα στους καλύτερους πελάτες της παγκόσμιας πολεμικής βιομηχανίας, είναι γιατί ενενήντα χρόνια τώρα, από την περίοδο Βενιζέλου – Ατατούρκ, δεν κατάφεραν να βρουν έναν κοινό τόπο συνεννόησης.

Ομως η ουσία για εμάς σήμερα δεν είναι η αποτίμηση μιας κατάστασης η οποία τείνει να λάβει μόνιμο χαρακτήρα. Το πρόβλημα σήμερα είναι η χάραξη μιας μακροχρόνιας στρατηγικής στην οποία θα έχουν ληφθεί υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα και η οποία στόχο θα έχει να εκτιμήσει, να αναλύσει και να προλάβει τις κινήσεις της γειτονικής χώρας στην επόμενη δεκαετία ή στις επόμενες δεκαετίες.

Σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει και όπου δεν υπάρχουν σταθερές, αλλά χαρακτηρίζεται από αλλοπρόσαλλες και εν πολλοίς κατώτερες των περιστάσεων ηγεσίες στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι φανερό ότι πρέπει εκ των πραγμάτων να πορευτούμε ως «έθνος ανάδελφον», όπως είχε πει κάποτε και ο Χρ. Σαρτζετάκης και είχε λοιδορηθεί, αλλά σήμερα καταλαβαίνει κανείς πόσο δίκιο είχε. Δεν υπάρχουν σύμμαχοι, και όσοι σποραδικά εμφανίζονται το κάνουν μάλλον από ιδιοτελείς λόγους – για παράδειγμα, θα συνεχίσει ο πρόεδρος Μακρόν να δηλώνει συμπαραστάτης μας αν για κάποιον λόγο «κολλήσει» η προμήθεια των δύο φρεγατών Belh@rra, ύψους σχεδόν 2,5 δισ. ευρώ; Οι συμμαχίες υπάρχουν κατ’ όνομα και μόνο στα λόγια, και όταν έρθει η ώρα της κρίσεως είναι βέβαιο ότι αυτοί που σήμερα μας δηλώνουν λεκτικά τη συμπαράστασή τους, σε αυτή θα παραμείνουν. Χορτάσαμε από μεγαλοστομίες του τύπου «τα σύνορα της Ευρώπης είναι σύνορα της Ευρώπης;». Το είδατε πουθενά να υλοποιείται; Οχι, πολύ απλά γιατί έμεινε αναφορά κενή περιεχομένου.

Επιμύθιο: να γίνουμε σοβαρό κράτος, να οργανωθούμε, να μάθουμε να προβλέπουμε και να σχεδιάζουμε για το μέλλον. Αυτή είναι και η μόνη λύση στα ελληνοτουρκικά.


ΤΟΥ Π.Κ. ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗ


Η Τουρκία κλιμακώνει επικίνδυνα, στα όρια της σύγκρουσης, τη συμπεριφορά της στην περιοχή (Αν. Μεσόγειο, Αιγαίο) με ενέργειες που παραβιάζουν βάναυσα το Διεθνές Δίκαιο (ειδικότερα τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας – 1982) αλλά και τη γεωγραφία και την κοινή λογική. Οπως λ.χ. το διαβόητο μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, χωρών που δεν έχουν θαλάσσια σύνορα μεταξύ τους, καθώς ούτε παρακείμενες ούτε απέναντι χώρες (adjacent or opposite) είναι για να κάνουν οριοθέτηση όπως ορίζει το Δίκαιο της Θάλασσας. Αλλά και η προσπάθεια να οικειοποιηθεί πλήρως την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη) μεταξύ 28ου και 32ου μεσημβρινού, μεταξύ δηλαδή της Ρόδου και των ανατολικών ακτών της Κύπρου, αγνοώντας το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου, κ.λπ. Ολα αυτά είναι απεριφράστως καταδικαστέα. Η Τουρκία παρανομεί. Συμφωνούμε σε αυτό. Και ότι πρέπει να υπερασπιστούμε την κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα με σθεναρό τρόπο επίσης συμφωνούμε.

Το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να συμφωνήσουμε και σε μια ψύχραιμη ανάλυση στο γιατί έχουμε φθάσει σε αυτό το εξόχως επικίνδυνο σημείο, γιατί δεν μπορέσαμε να ακυρώσουμε ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσουμε την τουρκική έκνομη συμπεριφορά και επιθετικότητα. Αντίθετα, παρατηρούμε τη σταδιακή και πλέον επικίνδυνη κλιμάκωσή της. Μήπως «μη αναμενόμενες ή επιδιωκόμενες συνέπειες» (unintended consequences τύπου K. Poper) κάποιων πράξεων ή παραλείψεών από πλευράς μας και από πλευράς Κύπρου είχαν/έχουν ως πρακτικό, ανεπιθύμητο αποτέλεσμα να συμβάλουν στην κλιμάκωση της έντασης, της παραβατικότητας και της επιθετικότητας της Τουρκίας μέχρι του σημείου που έχει φθάσει σήμερα;

Αφετηρία, κλειδί για την κατανόηση της όλης δυναμικής είναι η μη επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Η μη επίλυση στις δύο τουλάχιστον περιπτώσεις στις οποίες φθάσαμε πολύ κοντά στη λύση (το 2004 με το σχέδιο Ανάν και την καταψήφισή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά σε δημοψήφισμα και το 2017 στο Κραν Μοντανά με την κατάρρευση της διαδικασίας λίγο πριν από τη λύση με ευθύνη και της ελληνοκυπριακής πλευράς) είχε μεταξύ άλλων θεμελιώδεις γεωπολιτικού χαρακτήρα συνέπειες. Οι δύο οι σημαντικότερες:

-Πρώτον, οδήγησε σε πλήρη εκτράχυνση τις σχέσεις Κύπρου – Τουρκίας με σειρά από επιθετικές πράξεις (μη αναγνώριση Κυπριακής Δημοκρατίας από πλευράς Αγκυρας, μη εφαρμογή τελωνειακής ένωσης, εμπλοκές στο τρίγωνο των σχέσεων Κύπρου – Τουρκίας – ΕΕ, κ.ά.).

-Δεύτερον, η Λευκωσία ως αντιστάθμισμα στην όξυνση της κατάστασης αναζήτησε συμπράξεις για στήριξη σε άλλες όμορες μεσογειακές χώρες, κυρίως με Ισραήλ και Αίγυπτο, πιστεύοντας ότι έτσι θωρακίζεται έναντι της Τουρκίας.

Τις συμπράξεις αυτές ενίσχυσε και η ανακάλυψη ενεργειακών πόρων στην περιοχή, περιλαμβανομένης και της ΑΟΖ της Κύπρου. Στη συνέχεια η Λευκωσία «συμπαρέσυρε» κατά κάποιον τρόπο και την Αθήνα στις συμπράξεις αυτές, με αποτέλεσμα να γίνουν τριμερείς οιονεί συμμαχίες και με διεύρυνση των πεδίων συνεργασίας και σε, μεταξύ άλλων, θέματα ασφάλειας, κ.ά. Και να προβάλλονται με κάπως πομπώδη τρόπο ως τέτοιες.

Αναποφεύκτως η Τουρκία ερμήνευσε – καλώς ή κακώς – όλες αυτές τις συμπράξεις/συμμαχίες, και μάλιστα με χώρες με εχθρικές σχέσεις (Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος), ως μία ακόμα προσπάθεια αποκλεισμού της από τον περίγυρό της, την Αν. Μεσόγειο συγκεκριμένα.

Και όποιος δεν καταλαβαίνει την τεράστια σημασία που έχει για την Τουρκία το «σύνδρομο του αποκλεισμού» δεν μπορεί να κατανοήσει και την (έκνομη ή σύννομη) συμπεριφορά της Τουρκίας στην εξωτερική της πολιτική. Και βεβαίως η Τουρκία αντιδρά. Αντιδρά με τους τρόπους που γνωρίζει, περιλαμβανομένης και της «πολιτικής του τσαμπουκά». Και του δικαίου του ισχυρού.

Αλλά πάντως εάν περίμενε κάποιος (Λευκωσία ή Αθήνα) ότι θα προχωρούσαν οι τριμερείς συμμαχίες (αλλά και η αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων) και ο de facto αποκλεισμός της Τουρκίας από την Αν. Μεσόγειο και η Τουρκία θα καθόταν με «σταυρωμένα τα χέρια», τότε έχει σταθμίσει πολύ λάθος την Τουρκία. Αντέδρασε με τις έκνομες δραστηριότητές της στην κυπριακή ΑΟΖ και βεβαίως με την αναζήτηση εναλλακτικών συμμαχιών και φαίνεται να βρήκε μία τουλάχιστον στο ασθενές αλλά διεθνώς αναγνωρισμένο καθεστώς Σαράζ στην Αν. Λιβύη, Τρίπολη. (Η Λιβύη είναι ως γνωστόν σε εμφύλια σύγκρουση. Η Δυτική Λιβύη ελέγχεται από τις δυνάμεις LNA του στρατηγού Χάφταρ.)

Η ανάλυση αυτή λέει ότι η Ελλάδα τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να μπει στη λογική των τριμερών συμπράξεων. Θα έπρεπε οπωσδήποτε να αναπτύξει τις καλύτερες δυνατές διμερείς σχέσεις και συνεργασίες τόσο με το Ισραήλ όσο και με την Αίγυπτο αλλά και με όλες τις χώρες της περιοχής. Και παράλληλα να επιδιώξει ένα ευρύτερο περιφερειακό σχήμα συνεργασίας στην Αν. Μεσόγειο που επιθυμητό θα ήταν να περιλαμβάνει και την Τουρκία. Γι’ αυτό και θεωρώ εξόχως επικίνδυνες εισηγήσεις (από διακεκριμένους συναδέλφους) «να επικεντρωθούμε στα νέα σχήματα συμμαχιών της Ανατολικής Μεσογείου» για να αποκτήσουν στρατηγικό χαρακτήρα. Ο ασφαλέστερος δρόμος που καταλήγει στο πλήρες αδιέξοδο και τελικά ίσως στη στρατιωτική σύγκρουση.

Εκεί που πρέπει να επικεντρωθούμε (πρωτίστως η Λευκωσία), ως έχουν τα πράγματα, είναι στη (δίκαιη, βιώσιμη) επίλυση του κυπριακού ζητήματος, η μη επίλυση του οποίου τροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο και δυναμική της έντασης. Η λύση με άλλα λόγια είναι το κλειδί για να μπει η έκρυθμη κατάσταση στην Αν. Μεσόγειο σε κάποια διαδικασία ομαλοποίησης.

Και τώρα (μετά τη συνάντηση του Βερολίνου) υπάρχει μια θετική προοπτική να ξαναρχίσει η διαδικασία επίλυσης στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Θα πρέπει να αξιοποιηθεί ευρηματικά απ’ όλες τις πλευρές. (Και φυσικά στο κατάλληλο timing θα πρέπει να αναζητήσουμε τις προσπελάσεις για την επίλυση των προβλημάτων στο Αιγαίο. Ο χρόνος δεν εργάζεται υπέρ ημών. Ας το κατανοήσουμε…)

-Ο Π. Κ. Ιωακειμίδης  είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
και πρώην πρεσβευτής-σύμβουλος του ΥΠΕΞ.

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 08/12/19

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 08/12/19



ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ Π. ΝΤΟΚΟΥ

Οι τουρκικές συμφωνίες με τη Λιβύη δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Εδώ και αρκετές δεκαετίες η Τουρκία αναφέρεται σε «ιστορικές αδικίες» (κυρίως τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947, που παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, και σε πολύ μικρότερο βαθμό την «κεμαλική» Συνθήκη της Λωζάνης, την οποία ο Ερντογάν δυσκολεύεται να επικρίνει ευθέως) και σε «γεωγραφικές ιδιαιτερότητες» στο Αιγαίο, όπου προωθεί συστηματικά την καινοφανή άποψη ότι τα νησιά στερούνται πλήρως θαλασσίων ζωνών (πλην χωρικών υδάτων) και ότι τα όρια της ελληνικής και τουρκικής υφαλοκρηπίδας βρίσκονται στη μέση του Αιγαίου, στον 25ο παράλληλο. Επιπλέον, σύμφωνα με το τουρκικό αφήγημα, ο αποκλεισμός της Τουρκίας από ενεργειακές και άλλες συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο – αποτέλεσμα των δικών της στρατηγικών επιλογών, θα προσθέταμε – την έχει υποχρεώσει να αντιδράσει για να προστατεύσει τα συμφέροντά της.

Αντιδρά λοιπόν με τρεις τρόπους: προσπάθεια «γκριζαρίσματος» τμήματος του Αιγαίου, γεωτρήσεις, «πολιτική κανονιοφόρων» και ανακοίνωση συντεταγμένων για Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) στην Ανατολική Μεσόγειο και, εσχάτως, με την υπογραφή μνημονίου για την οριοθέτηση ΑΟΖ με τη Λιβύη, αγνοώντας πλήρως την επήρεια των ελληνικών νησιών, ακόμη και της Κρήτης, και αποκόπτοντας πλήρως την Ελλάδα από τις ΑΟΖ Κύπρου και Αιγύπτου. Οπου υπάρχει έλλειμμα σοβαρών νομικών επιχειρημάτων, η Αγκυρα είναι διατεθειμένη να το καλύψει με επίδειξη στρατιωτικής ισχύος.

"...Κρίσιμο ερώτημα για τη συνέχεια είναι αν η Τουρκία, όπως συχνά πράττει, θα βάλει τις συμφωνίες – που ακόμα και αν δεν παράγουν νομικό αποτέλεσμα, παράγουν ωστόσο κάποιο πολιτικό αποτέλεσμα – στο «συρτάρι τετελεσμένων» για να τις ανασύρει όταν το κρίνει σκόπιμο. ‘Η αν σκοπεύει να κινηθεί άμεσα, καθώς ανησυχεί για την αποδυνάμωση του προστατευόμενού της, Αλ Σαράτζ, στέλνοντας ερευνητικό πλοίο, πιθανώς συνοδευόμενο από πολεμικά σκάφη, σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί δικές της θαλάσσιες ζώνες. Σε μια τέτοια περίπτωση, και αποφεύγοντας περιττούς λεονταρισμούς, θα πρέπει να επισημανθεί στην Τουρκία μέσω αρμόδιων διαύλων επικοινωνίας ότι μια τέτοια ενέργεια θα θεωρηθεί ως εχθρική, καθώς η ελληνική θέση είναι ότι η Τουρκία δεν έχει νόμιμo ρόλο νότια της Κρήτης, σε περιοχές όπου Ελλάδα και Λιβύη θα καθορίσουν μελλοντικά τα όρια θαλασσίων ζωνών. Επιπλέον, ότι δεν θα ήταν ίσως φρόνιμο για την Αγκυρα να επιδιώξει να έχει μια ναυτική παρουσία τόσο μακριά από τα σύνορά της και τόσο κοντά στην Κρήτη...."

Ποια θα πρέπει να είναι η ελληνική αντίδραση; Το υπουργείο Εξωτερικών έχει αναλάβει μια εκστρατεία άσκησης πιέσεων προς όλες τις κατευθύνσεις (Ιταλία, ΗΠΑ, Γαλλία, ΕΕ, Αίγυπτος, Ρωσία, αλλά και την παράταξη Χάφταρ μέσα στη Λιβύη) για να αποτραπεί η επικύρωση των συμφωνιών από το λιβυκό κοινοβούλιο. Η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται από τη γενικότερη ενόχληση που έχει προκαλέσει η τουρκική ενέργεια εν όψει της συνδιάσκεψης του Βερολίνου, σε λίγες ημέρες, που αποτελεί μια προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων της Λιβύης. Παράλληλα, και παρά τις σοβαρές δυσκολίες, θα πρέπει να εξαντληθούν όλες οι πιθανότητες έστω και μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο.

Κρίσιμο ερώτημα για τη συνέχεια είναι αν η Τουρκία, όπως συχνά πράττει, θα βάλει τις συμφωνίες – που ακόμα και αν δεν παράγουν νομικό αποτέλεσμα, παράγουν ωστόσο κάποιο πολιτικό αποτέλεσμα – στο «συρτάρι τετελεσμένων» για να τις ανασύρει όταν το κρίνει σκόπιμο. ‘Η αν σκοπεύει να κινηθεί άμεσα, καθώς ανησυχεί για την αποδυνάμωση του προστατευόμενού της, Αλ Σαράτζ, στέλνοντας ερευνητικό πλοίο, πιθανώς συνοδευόμενο από πολεμικά σκάφη, σε περιοχές που η Ελλάδα θεωρεί δικές της θαλάσσιες ζώνες. Σε μια τέτοια περίπτωση, και αποφεύγοντας περιττούς λεονταρισμούς, θα πρέπει να επισημανθεί στην Τουρκία μέσω αρμόδιων διαύλων επικοινωνίας ότι μια τέτοια ενέργεια θα θεωρηθεί ως εχθρική, καθώς η ελληνική θέση είναι ότι η Τουρκία δεν έχει νόμιμo ρόλο νότια της Κρήτης, σε περιοχές όπου Ελλάδα και Λιβύη θα καθορίσουν μελλοντικά τα όρια θαλασσίων ζωνών. Επιπλέον, ότι δεν θα ήταν ίσως φρόνιμο για την Αγκυρα να επιδιώξει να έχει μια ναυτική παρουσία τόσο μακριά από τα σύνορά της και τόσο κοντά στην Κρήτη.

Οσον αφορά στη συνολική πολιτική μας έναντι μιας τουρκικής ηγεσίας που χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη φιλοδοξία αλλά και έντονη ανασφάλεια (ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016), μείγματος ιδιαίτερα επικίνδυνου, η βασική επιλογή είναι η συνέχιση μιας δισδιάστατης πολιτικής: από τη μια ετοιμότητα για ομαλοποίηση των σχέσεων και από την άλλη ετοιμότητα για κάθε άλλο ενδεχόμενο. Απαραίτητη θα είναι μια πολιτική «έξυπνης ισχύος»: συνδυασμός «ήπιας» και «σκληρής» ισχύος (με έμφαση στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας, την οποία η Τουρκία καταλαβαίνει και σέβεται, μέσω σημαντικών τομών στις Ενοπλες Δυνάμεις και επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες) και βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς μας στον στρατηγικό σχεδιασμό και στη διαχείριση κρίσεων, τομείς στους οποίους αναμένεται να συμβάλει το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.

-Ο  Θάνος Π. Ντόκος είναι αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου