οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΜΠΡΟΣΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΤΟΥΡΚΙΑΣ-ΛΙΒΥΗΣ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΔΥΟ ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠ.ΕΞ....

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/19


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΖΑΚΗ 

Η νέα ενέργεια της Τουρκίας να υπογράψει μνημόνιο με τη Λιβύη έρχεται να προστεθεί στις συνεχείς και επαναλαμβανόμενες προκλήσεις της του τελευταίου καιρού, που ως αποτέλεσμα έχουν φέρει την Ελλάδα στη δύσκολη θέση να προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει για τα αυτονόητα. Σε αυτή την πρόσφατη κίνηση έρχεται να προστεθεί και ο χάρτης που παρουσίασε ο πρέσβης κ. Τσαγατάι Ερτζίγες, φυσικά με την πλήρη συναίνεση της πολιτικής ηγεσίας, και ο οποίος επεκτείνει τα όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο ήμισυ της Ανατολικής Μεσογείου, που σημαίνει ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος δικαιούνται αντίστοιχο μερίδιο αυτής της θαλάσσιας ζώνης. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η μεν Ελλάδα έχει νησιά στην περιοχή, η δε Κύπρος, ως νησιωτικό κράτος, έχει αυξημένη επιρροή στο θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Oλα αυτά παραβιάζουν κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο. Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, στο άρθρο 121, όλα τα νησιά, με εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας βράχων, δικαιούνται αιγιαλίτιδας ζώνης, συνορεύουσας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ), και υφαλοκρηπίδας. Ως γνωστόν, η Σύμβαση δεσμεύει τους πάντες, μέρη και μη μέρη. Και τα μεν μέρη τα δεσμεύει λόγω της συναίνεσής τους να την επικυρώσουν και προσχωρήσουν σε αυτήν, τα δε τρίτα κράτη, όσα δεν την έχουν επικυρώσει, διά μέσου του αντίστοιχου εθιμικού δικαίου, που είτε προϋπήρχε, είτε η ευρεία συμμετοχή κρατών σε αυτήν κινητοποίησε τη μεταβολή τους από συμβατική δέσμευση σε εθιμική δέσμευση.

"...Απέναντι σε αυτήν την ακραία συμπεριφορά τι όπλα έχει η Ελλάδα για να την αντιμετωπίσει; Οπως έχει τονιστεί επανειλημμένως, το μόνο οριστικό και αδιαμφισβήτητο όπλο είναι η προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Χρήσιμο είναι, προτού προσφύγουμε σε αυτήν, να επιχειρήσουμε επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ούτως ώστε να πετύχουμε, όσο αυτό είναι δυνατόν, ορισμένα θετικά αποτελέσματα από αυτές, και να διασκεδάσουμε τους φόβους της Τουρκίας ως προς την αναγκαιότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο. Ακολούθως, θα πρέπει να ξεκινήσουμε διμερείς διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνυποσχετικού, και κατάθεση, από κοινού, της προσφυγής. Πάντως, αυτό το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι η τρέχουσα κατάσταση του ψυχρού πολέμου, γιατί εγκυμονεί κινδύνους απρόβλεπτης ανάφλεξης, ενός θερμού επεισοδίου τις φλόγες του οποίου δεν πρόκειται να κατασβέσουν, όπως έκαναν στο παρελθόν, οι φίλιες δυνάμεις..."

Το ζήτημα δεν είναι συνεπώς κατά πόσον η Τουρκία δεσμεύεται από το άρθρο 121 (παρά το γεγονός ότι αρνείται κατηγορηματικά να επικυρώσει τη Σύμβαση), αλλά κατά πόσον τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ. Και στο σημείο αυτό η διεθνής νομολογία έχει εξειδικεύσει το άρθρο 121, με το να κάνει μερικές προσαρμογές στον γενικό κανόνα του. Πράγματι, με γνώμονα ορισμένα κριτήρια (μέγεθος του νησιού, τοποθεσία στην οποία βρίσκεται στον χώρο της οριοθέτησης), η νομολογία αποδίδει στα νησιά μια απόλυτη ή σχετική επήρεια, η οποία και προσδιορίζει το ποσοστό που το νησί δικαιούται ή δεν δικαιούται υφαλοκρηπίδα/αοζ. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού μπορεί να ταυτιστεί με αυτήν του ηπειρωτικού εδάφους. Δηλαδή να απολαμβάνει πλήρους επήρειας, όπως συμβαίνει με τις ηπειρωτικές ακτές. Το Διεθνές Δικαστήριο προσφέρει μια ποικιλία από λύσεις, που εξαρτώνται από τα κριτήρια που προαναφέραμε. Στην υπόθεση, λ.χ., Τυνησίας κατά Λιβύης, αφομοίωσε τα τηνυσιακά νησιά Κερκενά με το ηπειρωτικό έδαφος, χωρίς να τους δώσει ξεχωριστή επήρεια, επειδή αυτά βρίσκονταν πολύ κοντά στο έδαφος της Τυνησίας. Στην περίπτωση της Λιβύης κατά Μάλτας το Δικαστήριο έσυρε μια οριοθετική γραμμή βορειότερα της μέσης γραμμής, δίνοντας μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας στη Λιβύη, επειδή έκρινε ότι οι λιβυκές ακτές ήταν πολύ πιο εκτεταμένες από αυτές της Μάλτας, και κατά συνέπεια, η Λιβύη έπρεπε να απολαύσει μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας.

Για την περίπτωση των ελληνικών νησιών που έχουν τις ανατολικές ακτές μέτωπο στην Ανατολική Μεσόγειο, τι θα έλεγε το Δικαστήριο; Νομίζω ότι οι ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κρήτης δικαιολογούν, λόγω της έκτασής τους, μια προβολή στην Ανατολική Μεσόγειο που να αποδίδει στην Ελλάδα υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Δεν πρόκειται εδώ για πολύ μικρά νησιά, με περιορισμένες ακτές, κοντά στο ηπειρωτικό έδαφος της μιας ή της άλλης χώρας, που θα δικαιολογούσαν αγνόησή τους, κατά την οριοθέτηση, και συνεπώς απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων που αποδίδονται από το άρθρο 121 της Σύμβασης. Επιφυλάσσομαι στο να διατυπώσω την άποψη μιας πλήρους επήρειας, γιατί αυτό είναι και συνάρτηση των αντίστοιχων παρακείμενων ακτών της γείτονος. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αν λάβουμε υπόψη ότι η Τουρκία με το πρόσφατο μνημόνιο και τον δημοσιοποιημένο χάρτη δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην Ελλάδα για διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας/αοζ περιορίζοντάς την στη στενή ζώνη της αιγιαλίτιδας των 6 ν. μιλίων.

Απέναντι σε αυτήν την ακραία συμπεριφορά τι όπλα έχει η Ελλάδα για να την αντιμετωπίσει; Οπως έχει τονιστεί επανειλημμένως, το μόνο οριστικό και αδιαμφισβήτητο όπλο είναι η προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Χρήσιμο είναι, προτού προσφύγουμε σε αυτήν, να επιχειρήσουμε επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ούτως ώστε να πετύχουμε, όσο αυτό είναι δυνατόν, ορισμένα θετικά αποτελέσματα από αυτές, και να διασκεδάσουμε τους φόβους της Τουρκίας ως προς την αναγκαιότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο. Ακολούθως, θα πρέπει να ξεκινήσουμε διμερείς διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνυποσχετικού, και κατάθεση, από κοινού, της προσφυγής.

Πάντως, αυτό το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι η τρέχουσα κατάσταση του ψυχρού πολέμου, γιατί εγκυμονεί κινδύνους απρόβλεπτης ανάφλεξης, ενός θερμού επεισοδίου τις φλόγες του οποίου δεν πρόκειται να κατασβέσουν, όπως έκαναν στο παρελθόν, οι φίλιες δυνάμεις.

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/19




ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΤΖΙΑ

Η αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας από το  1973 υλοποιείται μέσα από ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα τεσσάρων φάσεων: Αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των δικαιωμάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θαλάσσιες περιοχές και νησιά. Αναγωγή των αμφισβητούμενων σε «γκρίζες ζώνες». Παρεμπόδιση άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της Ελλάδας σε αυτές. Προσπάθεια, τέλος, να εμφανιστούν αυτές οι περιοχές ότι «ανήκουν στην Τουρκία». Πρόκειται για επιλογές διεθνούς πειρατείας, κατάφωρης παραβίασης του διεθνούς δικαίου και προκλήσεων που απαιτούν εκ μέρους μας αυστηρές απαντήσεις. Για την αντιμετώπιση αυτής της μεθόδευσης ως προς τη συμφωνία Τουρκίας Λιβύης, η Ελλάδα οφείλει να πράξει άμεσα τα εξής:

Πρώτον, να κλείσει τους κόλπους της και να χαράξει τις γραμμές βάσης που αντιστοιχούν σε αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο μετακινείται η βάση από την οποία ξεκινάει η χάραξη των ζωνών όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο. Μεγαλώνει, δηλαδή, «η εδαφική κυριαρχία» της χώρας. Ακόμα και η Αλβανία το έχει κάνει πριν από 30 χρόνια. Το ερώτημα είναι γιατί δεν έβλεπαν αρκούντως μακριά και δεν το έκαναν επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις; Ή γιατί μετά την παραίτησή μου από το ΥΠΕΞ η προηγούμενη κυβέρνηση έκανε πίσω από τα ήδη προετοιμασμένα και συμφωνηθέντα; Ισως γιατί στην Ελλάδα κυριαρχεί στην πολιτική η φοβική εξωτερική πολιτική, πολιτική χωρίς όραμα, περιορισμένη σε τακτικισμούς. Αντίθετα με αυτές τις νοοτροπίες χρειάζεται μια ενεργητική υπεύθυνη εξωτερική πολιτική, με στρατηγική, μέτρο, γνώση και αποφασιστικότητα.

Δεύτερον, πρέπει άμεσα να ανοίξει η πρεσβεία της Ελλάδας στην Τρίπολη ενώ, ταυτόχρονα, η χώρα να συνεχίσει να έχει καλές σχέσεις με τη Βουλή της Λιβύης. Είχα πάει ο ίδιος στη Λιβύη. Η κατάσταση του κτιρίου της πρεσβείας είναι πολύ καλή. Προσλάβαμε βοηθητικό προσωπικό που τη φροντίζει. Σε υπηρεσιακό συμβούλιο είχε αποφασιστεί ποιος διπλωμάτης θα την αναλάβει. Επειτα από έρευνα είχαμε καταλήξει για το προσωπικό και τα μέσα ασφαλείας που θα χρειαστούν, ενώ έγιναν συνεννοήσεις με την Ιταλία προκειμένου να συντονιστούμε. Ολες αυτές οι ενέργειες ακυρώθηκαν. Κάποιοι θεωρούν ότι δεν προέχουν τα εθνικά συμφέροντα και η ασφάλεια της πατρίδας. Καιρός να σοβαρευτούν.

Τρίτον, η κυβέρνηση όφειλε να προωθήσει μέτρα οικονομικών και διπλωματικών κυρώσεων από την Ε.Ε. εις βάρος της Λιβύης μέχρι την ακύρωση της συμφωνίας. Αυτό δύναται να στηριχθεί στο ότι πετύχαμε πριν από δύο χρόνια τη δέσμευση του συμβουλίου των ΥΠΕΞ της Ε.Ε. να αποτελεί κριτήριο το διεθνές δίκαιο της θαλάσσης έναντι τρίτων.

Τέταρτον, να σταματήσει άμεσα η παρούσα κυβέρνηση να αντιμετωπίζει την Κύπρο με όρους αλληλεγγύης προς «τρίτους». Η Κύπρος είναι κομμάτι του ελληνισμού (ας διαβάσουν, επιτέλους, κάποιοι ιστορία, αλλά και ποίηση όπως Σεφέρη και Ελύτη). Απέναντί της, ιδιαίτερα μετά τα εγκλήματα της χούντας το 1974, έχουμε ειδικές ευθύνες στήριξης της ασφάλειάς της. Επιπλέον, ενώ καλώς πραγματοποιούμε με τρίτους συναντήσεις «κυβέρνησης προς κυβέρνηση» όπως με Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτο, πρέπει επιτέλους να οργανώσουμε το ίδιο με την Κύπρο, όπως προτείνω εδώ και πολύ καιρό. 

Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν υπάρχει και μαζί με αυτή δεν υπάρχουν και τα εργαλεία που προκύπταν από μια τέτοια προοπτική/σχέση πριν από είκοσι χρόνια. Υπάρχουν, όμως, προς αξιοποίηση οι οικονομικές σχέσεις της Ε.Ε. μαζί της, ιδιαίτερα η τελωνειακή ένωση που αφορά μια ύλη 60 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα χρειάζεται μια ειδική στρατηγική ανάπτυξης των σχέσεων με την Αγκυρα, ώστε να στερεώσουμε ορισμένες συνεργασίες. Ομως, η όποια συνεργασία προϋποθέτει επίδειξη αποφασιστικότητας και ισχύος, στήριξη σε συμμαχίες. Συνολικά, η Ελλάδα χρειάζεται να αναλάβει πρωτοβουλίες που δεν θα είναι προς μικροκομματική χρήση, όπως προσπάθησαν κάποιοι να κάνουν με τις τετραμερείς αμυντικές συμφωνίες που τις βρήκαν έτοιμες από εμένα και για τις οποίες ουδέποτε μίλησα δημόσια σε αντίθεση με αυτούς. Να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με την Τουρκία τολμηρά και ρεαλιστικά με το βλέμμα στραμμένο στην περιφερειακή και διεθνή κατάσταση, στην ασφάλεια και σταθερότητα, χωρίς πολιτικές ιαχών ή κατευνασμού, μακριά από το σκεπτικό οποιασδήποτε εκλογικής «σταυροδοσίας».

Πέμπτον, θα ήταν πολύ χρήσιμο να σοβαρευτούν οι κυβερνητικοί και να σταματήσουν να χασκογελούν όταν μιλούν για τη «διπλωματία των κανονιοφόρων» που προωθεί η Τουρκία στην κυπριακή ΑΟΖ, ακόμα και στην αιγιαλίτιδα ζώνη της. Αν δεν έμαθαν τίποτα από τη συμπεριφορά της Τουρκίας στη Συρία, τότε μάλλον δεν έχουν καταλάβει ούτε τα στοιχειώδη που απαιτεί η εξωτερική πολιτική της χώρας. Επίσης καλό είναι να μιλάνε λίγο και να μελετούν περισσότερο. Δεν μπορεί, επί παραδείγματι, ο Ελληνας ΥΠΕΞ να δηλώνει δημόσια ότι δεν γνωρίζει αν οι σεισμικές έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα από τρίτους συνιστούν ευθεία παραβίαση της κυριαρχίας μας. Οι Τούρκοι καταγράφουν και «χειρίζονται» την άγνοιά του.

Εκτον, να στηρίξουμε τις σχέσεις μας με την Αίγυπτο. Τις προσπάθειες για οριοθέτηση και ανακήρυξη ΑΟΖ μαζί της. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι «ευχάριστος τουρισμός», αλλά ένα πολύ σκληρό πεδίο υπεράσπισης των δίκαιων της χώρας και του ελληνισμού. Δεν μπορεί κάποιοι να πηγαίνουν αυτή την εποχή στο Κάιρο χωρίς χάρτες και σχεδιαγράμματα.

Εβδομον, η Ελλάδα να συγκεντρωθεί στις προβληματικές ελληνοτουρκικές σχέσεις. Προκειμένου να γίνει αυτό απαιτείται να αντιμετωπιστούν με δημιουργικό και παραγωγικό τρόπο τα όποια προβλήματα υπάρχουν με τους βόρειους γείτονές μας. Να κατανοήσει η Ν.Δ. πόσο απαραίτητη ήταν η συμφωνία των Πρεσπών και από τη σκοπιά της γεωστρατηγικής και να αξιοποιήσει τη σημερινή ευκαιρία προώθησης της «διπλωματίας των σεισμών» με την Αλβανία.

Ογδοον, στις ίδιες τις ΗΠΑ χάσαμε το 2019 σημαντικές διασυνδέσεις με θεσμούς και πρόσωπα. Είναι επείγουσα ανάγκη η αναπλήρωση του κενού. Επίσης, χρειάζεται να μιλήσουμε αναλυτικότερα με Ρωσία και Κίνα για τη στάση της Τουρκίας και να αναδείξουμε τα της συμπεριφοράς της τελευταίας με τρόπο απαιτητικό στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Τέλος, ένατον, όλα τα πιο πάνω πρέπει να γίνουν σε συνδυασμό με μέτρα που δεν μπορούν να ειπωθούν δημόσια, προκειμένου να δούμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με μεγαλύτερη ασφάλεια και ηρεμία. Οι σχέσεις μας με τη νευρική και αναθεωρητική-επιθετική γείτονα πρέπει και πάλι να αποκτήσουν μοχλούς πίεσης.

Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν υπάρχει και μαζί με αυτή δεν υπάρχουν και τα εργαλεία που προκύπταν από μια τέτοια προοπτική/σχέση πριν από είκοσι χρόνια. Υπάρχουν, όμως, προς αξιοποίηση οι οικονομικές σχέσεις της Ε.Ε. μαζί της, ιδιαίτερα η τελωνειακή ένωση που αφορά μια ύλη 60 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα χρειάζεται μια ειδική στρατηγική ανάπτυξης των σχέσεων με την Αγκυρα, ώστε να στερεώσουμε ορισμένες συνεργασίες. Ομως, η όποια συνεργασία προϋποθέτει επίδειξη αποφασιστικότητας και ισχύος, στήριξη σε συμμαχίες.

Συνολικά, η Ελλάδα χρειάζεται να αναλάβει πρωτοβουλίες που δεν θα είναι προς μικροκομματική χρήση, όπως προσπάθησαν κάποιοι να κάνουν με τις τετραμερείς αμυντικές συμφωνίες που τις βρήκαν έτοιμες από εμένα και για τις οποίες ουδέποτε μίλησα δημόσια σε αντίθεση με αυτούς. Να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με την Τουρκία τολμηρά και ρεαλιστικά με το βλέμμα στραμμένο στην περιφερειακή και διεθνή κατάσταση, στην ασφάλεια και σταθερότητα, χωρίς πολιτικές ιαχών ή κατευνασμού, μακριά από το σκεπτικό οποιασδήποτε εκλογικής «σταυροδοσίας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου