οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

"...Οσοι αποδοκιμάζουν τον Βασίλη Βασιλικό για την απόφασή του να ηγηθεί του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, ας ρωτήσουν κι ας μάθουν ότι ο Βασιλικός είχε αρνηθεί να γίνει βουλευτής το 1981 - όταν η εκλογή του με το επελαύνον ΠΑΣΟΚ θα ήταν περίπατος. «Με πιάνει ασφυξία», έλεγε, «στη σκέψη και μόνο ότι θα με κλείσουν σε έναν φάκελο και θα με πετάξουν σε μια κάλπη… Θυμάμαι τον μπαμπά μου, ο οποίος έθετε διαρκώς υποψηφιότητα και συνήθως αποτύγχανε και ξέμεναν οι αφίσες και τα ψηφοδέλτια σπίτι μας. Μελαγχολούσα βλέποντάς τα - μου θύμιζαν κηδειόχαρτα. Για να το ξορκίσω, άρχισα να μουντζουρώνω την πίσω όψη τους. Ετσι έγραψα τα πρώτα μου διηγήματα…». Τι μεσολάβησε, πώς το αποφάσισε ο Βασιλικός να εκτεθεί το 2019, προσφέροντας μάλιστα το όνομά του σε ένα κόμμα που φυλλορροεί και αποδράμει; Η ψυχή του το ξέρει...."

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 22-23/06/19


"ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ",
του Χρήστου Χωμενίδη

Παρακολουθώντας τον Παύλο Χαϊκάλη στη σκηνή, στο μουσικοχορευτικό «Το δικό μας σινεμά» που ανεβαίνει στο θέατρο Αλσος, μαγεύτηκα. Η κωμική του στόφα, ο ερμηνευτικός του οίστρος, η ιδιοφυής χρήση των εκφραστικών του μέσων τον κατατάσσουν ανάμεσα στους μεγάλους τού είδους: στον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τον Λογοθετίδη ακόμα ακόμα, για να αναφερθώ στους εκλιπόντες. Το θεώρησα χρέος μου να περιμένω έξω από το καμαρίνι του για να τον συγχαρώ. «Εσείς με βρίζατε - δεν με βρίζατε;» αντέδρασε σχεδόν καχύποπτα στα ολόθερμά μου λόγια. «Σας καυτηρίαζα, είναι αλήθεια, ως πολιτικό. Απόψε επιβεβαιώθηκα στο ακέραιο. Πώς μπορείτε να απιστείτε στο πελώριο ταλέντο σας, να αφήνετε τον γάμο - το σανίδι - και να τρέχετε για πουρνάρια, για ψήφους;». «Τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα…» κούνησε, κάπως μελαγχολικά, το κεφάλι του.

Τα πράγματα είναι όντως πιο περίπλοκα. Οσοι αποδοκιμάζουν τον Βασίλη Βασιλικό για την απόφασή του να ηγηθεί του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, ας ρωτήσουν κι ας μάθουν ότι ο Βασιλικός είχε αρνηθεί να γίνει βουλευτής το 1981 - όταν η εκλογή του με το επελαύνον ΠΑΣΟΚ θα ήταν περίπατος. «Με πιάνει ασφυξία», έλεγε, «στη σκέψη και μόνο ότι θα με κλείσουν σε έναν φάκελο και θα με πετάξουν σε μια κάλπη… Θυμάμαι τον μπαμπά μου, ο οποίος έθετε διαρκώς υποψηφιότητα και συνήθως αποτύγχανε και ξέμεναν οι αφίσες και τα ψηφοδέλτια σπίτι μας. Μελαγχολούσα βλέποντάς τα - μου θύμιζαν κηδειόχαρτα. Για να το ξορκίσω, άρχισα να μουντζουρώνω την πίσω όψη τους. Ετσι έγραψα τα πρώτα μου διηγήματα…». Τι μεσολάβησε, πώς το αποφάσισε ο Βασιλικός να εκτεθεί το 2019, προσφέροντας μάλιστα το όνομά του σε ένα κόμμα που φυλλορροεί και αποδράμει; Η ψυχή του το ξέρει.


Ο καλλιτέχνης και να μην είναι εκ γενετής, γίνεται στην πορεία πλάσμα αλλόκοτο. Αντιφατικό.

Οσο πλάθει το βιβλίο του, τον ρόλο του, αισθάνεται - πρέπει να αισθάνεται - μικρός θεός. Πώς να αντλήσεις από μέσα σου και την ύστατη ρανίδα έμπνευσης, πώς να αφαιμάξεις τον εαυτό σου για να αιμοδοτήσεις το έργο σου, εάν δεν πιστεύεις ακράδαντα ότι αυτό που δημιουργείς έχει κοσμοϊστορική σημασία; Οτι με τις λέξεις, με τις νότες, με την ερμηνεία σου έχεις τη δύναμη να μεταμορφώσεις τους ανθρώπους;

Βάζεις την τελευταία πινελιά και παραδίδεσαι εξουθενωμένος στο κοινό. Κρατάς την ανάσα σου, αγωνιάς για τις αντιδράσεις. Εάν δεν είσαι εντελώς πρωτόβγαλτος, μια φωνή μέσα σου σού φωνάζει «προσγειώσου!». Προσγειώσου ώστε να αντέξεις όχι το «γιούχα» αλλά το «ζήτω». Το «ζήτω» που αν το πάρεις τοις μετρητοίς, καταστράφηκες.

Ακόμα κι αν ενθουσιαστεί ο αναγνώστης με το τέλος του μυθιστορήματός σου, θα επιστρέψει ευθύς στην καθημερινότητά του - σε ανύποπτο χρόνο ίσως θυμηθεί καμιά φράση, καμιά εικόνα σου… Αφού σε χειροκροτήσουν οι θεατές, θα πάνε σε ταβέρνες ή σε μπαρ και θα σε κουβεντιάσουν μεταξύ τυριού και αχλαδιού. «Εγώ τον προτιμούσα πάντως στην περσινή του παράσταση!» θα πει μια κυρία. «Εφέτος ερωτεύτηκε και σαν να σάχλεψε» θα σχολιάσει η φίλη της. Κι έπειτα η συζήτηση θα ξεστρατίσει σε δίαιτες και σε προορισμούς διακοπών και σε πάσης φύσεως κουτσομπολιά, ό,τι λες δηλαδή κι εσύ με τις παρέες σου.


Οχι, η τέχνη δεν αλλάζει άμεσα τον κόσμο. Δεν προκαλεί επαναστάσεις ούτε καν διαζύγια. Και το κορυφαίο ακόμα αριστούργημα δρα υποδόρια, βραδυφλεγώς, εν απουσία του δημιουργού του.

Ο καλλιτέχνης έχει στο μεταξύ στραγγίξει από ενέργεια και νιώθει συν τοις άλλοις - δεν πάει να 'χει θριαμβεύσει - ανικανοποίητος. Οτι δεν αξιοποίησε το άπαν των δυνατοτήτων του. Πως το κοινό δεν τον κατάλαβε, δεν γέλασε, δεν έκλαψε στα σωστά σημεία. Λαχταράει να ενδοσκοπήσει, να κλειστεί στη φωλιά του, μα η ζωή - ευτυχώς! - δεν του το επιτρέπει. Τα έξοδα τρέχουν, οι λογαριασμοί διαμαρτύρονται. Ανασκουμπώνεται όπως όπως και ξαναρίχνεται στη δουλειά. Ντοπάρει τον εαυτό του, τον πείθει ότι ο επόμενος ρόλος, το επόμενο βιβλίο θα 'ναι το διαβατήριό του για την αθανασία.

Πόσες φορές να το περάσεις αυτό;

Δεν έχω γνωρίσει καλλιτέχνη που να μην ονειρεύεται ένα απάγκιο. Ενα εξασφαλισμένο, βρέξει - χιονίσει, εισόδημα, μια αριστίνδην θέση, τη σιγουριά ενός πλούσιου γάμου. Το ονειρεύεται και ταυτόχρονα το μισεί. Ενδίδει σε μιαν ώρα αδυναμίας και πριν λαλήσει ο πετεινός πνίγεται, σπαρταράει για να αποτινάξει τα δεσμά του. Κι έχει και τους χαιρέκακους να τον χλευάζουν. «Τα ήθελες και τα 'παθες, ανάθεμα το χάρισμά σου!» να χαχανίζουν μπας και αντέξουν τη δικιά τους μετριότητα.

Οι καλλιτέχνες. Τα πιο γενναία, τα πιο τρωτά πλάσματα του πλανήτη.

Είμαστε πάντα με τους καλλιτέχνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου