Τρία κείμενα παρέμβασης, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
1. Κενό στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων
Του Αλέξη Παπαχελά
Ζούμε το ξήλωμα της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν έχουμε ιδέα τι θα μας ξημερώσει. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατεδαφίζει όλες τις βασικές αρχές που ακολουθούσε η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η θεαματική ήττα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για το ζήτημα της Ιερουσαλήμ ανέδειξε την απουσία συμμαχιών και τη μοναξιά της Αμερικής του κ. Τραμπ. Ολοι παρακολουθούν παγωμένοι. Ακόμη και οι αντιδράσεις των Παλαιστινίων και του αραβικού κόσμου είναι συγκρατημένες, γιατί όλοι φοβούνται.
Στο παρασκήνιο είναι προφανές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σκληρό μπρα ντε φερ ανάμεσα στο «βαθύ κράτος», που εκφράζει τη συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής, και στον... πρόεδρο. Πού θα καταλήξει σε κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς. Η απαγκίστρωση, όμως, της Αμερικής από παραδοσιακές αξίες και αρχές δημιουργεί ένα κενό. Κάποιος ή κάποιοι θα το καλύψουν αναγκαστικά. Ο Πούτιν το εκμεταλλεύεται αυτό συστηματικά. Η Κίνα έχει μια σταθερή πολιτική επέκτασης της επιρροής της παντού. Ηγέτες όπως ο Ερντογάν αναζητούν ανάλογο ρόλο.
Η Ευρώπη, πάλι, δεν ξέρει σε ποια κατεύθυνση να κινηθεί. Δεν μπορεί να βασισθεί στην Αμερική για την προστασία της, όπως συνέβαινε για πολλές δεκαετίες. Βασικό ηγέτη που μπορεί να εκφράσει τις φιλοδοξίες της και να ενώσει, επίσης δεν διαθέτει. Η Μέρκελ μοιάζει να είναι σε πολιτική αποδρομή και ο Μακρόν εντυπωσιάζει, αλλά δεν πείθει ακόμη.
Και η Ελλάδα; Προφανώς δεν έχει καμία άλλη επιλογή παρά να μένει μέσα στο ευρωπαϊκό «λιμάνι» και να κτίζει συμμαχίες. Το πρόβλημα είναι ότι οι Ελληνες πρωθυπουργοί γνώριζαν πάντα ότι αν κάτι πήγαινε στραβά με την Τουρκία, τον μεγάλο νευρικό γείτονα, θα μπορούσαν να απευθυνθούν στον Λευκό Οίκο για να μεσολαβήσει. Τώρα κανείς δεν μπορεί να τους διαβεβαιώσει για το τι θα ακούσουν σε ένα κρίσιμο τηλεφώνημα. Μπορεί ο Τραμπ να πει «ο Ερντογάν είναι φίλος μου, κοιτάξτε να τα βρείτε», μπορεί να δηλώσει απροθυμία να παρέμβει ή, πάλι, να ακολουθήσει την παλιά συνταγή ενός ειδικού απεσταλμένου για να εκτονωθεί η όποια κρίση. Αγνωστο αν ο Ερντογάν θα σηκώσει το τηλέφωνο για να απαντήσει σε μία κλήση του Τραμπ ή, πολύ περισσότερο, κάποιου Ευρωπαίου. Πιθανόν ακόμη και να προτιμήσει τη μεσολάβηση του Πούτιν από όλα αυτά.
Οι αβεβαιότητες είναι μεγάλες και δεν νομίζω ότι θα υποχωρήσουν σύντομα. Είναι καιρός, λοιπόν, για προσεκτικές κινήσεις και μεγάλη σύνεση.
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 06-07/01/18 |
1. Κενό στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων
Του Αλέξη Παπαχελά
Ζούμε το ξήλωμα της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν έχουμε ιδέα τι θα μας ξημερώσει. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατεδαφίζει όλες τις βασικές αρχές που ακολουθούσε η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η θεαματική ήττα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για το ζήτημα της Ιερουσαλήμ ανέδειξε την απουσία συμμαχιών και τη μοναξιά της Αμερικής του κ. Τραμπ. Ολοι παρακολουθούν παγωμένοι. Ακόμη και οι αντιδράσεις των Παλαιστινίων και του αραβικού κόσμου είναι συγκρατημένες, γιατί όλοι φοβούνται.
Στο παρασκήνιο είναι προφανές ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σκληρό μπρα ντε φερ ανάμεσα στο «βαθύ κράτος», που εκφράζει τη συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής, και στον... πρόεδρο. Πού θα καταλήξει σε κρίσιμα ζητήματα, όπως είναι η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς. Η απαγκίστρωση, όμως, της Αμερικής από παραδοσιακές αξίες και αρχές δημιουργεί ένα κενό. Κάποιος ή κάποιοι θα το καλύψουν αναγκαστικά. Ο Πούτιν το εκμεταλλεύεται αυτό συστηματικά. Η Κίνα έχει μια σταθερή πολιτική επέκτασης της επιρροής της παντού. Ηγέτες όπως ο Ερντογάν αναζητούν ανάλογο ρόλο.
Η Ευρώπη, πάλι, δεν ξέρει σε ποια κατεύθυνση να κινηθεί. Δεν μπορεί να βασισθεί στην Αμερική για την προστασία της, όπως συνέβαινε για πολλές δεκαετίες. Βασικό ηγέτη που μπορεί να εκφράσει τις φιλοδοξίες της και να ενώσει, επίσης δεν διαθέτει. Η Μέρκελ μοιάζει να είναι σε πολιτική αποδρομή και ο Μακρόν εντυπωσιάζει, αλλά δεν πείθει ακόμη.
Και η Ελλάδα; Προφανώς δεν έχει καμία άλλη επιλογή παρά να μένει μέσα στο ευρωπαϊκό «λιμάνι» και να κτίζει συμμαχίες. Το πρόβλημα είναι ότι οι Ελληνες πρωθυπουργοί γνώριζαν πάντα ότι αν κάτι πήγαινε στραβά με την Τουρκία, τον μεγάλο νευρικό γείτονα, θα μπορούσαν να απευθυνθούν στον Λευκό Οίκο για να μεσολαβήσει. Τώρα κανείς δεν μπορεί να τους διαβεβαιώσει για το τι θα ακούσουν σε ένα κρίσιμο τηλεφώνημα. Μπορεί ο Τραμπ να πει «ο Ερντογάν είναι φίλος μου, κοιτάξτε να τα βρείτε», μπορεί να δηλώσει απροθυμία να παρέμβει ή, πάλι, να ακολουθήσει την παλιά συνταγή ενός ειδικού απεσταλμένου για να εκτονωθεί η όποια κρίση. Αγνωστο αν ο Ερντογάν θα σηκώσει το τηλέφωνο για να απαντήσει σε μία κλήση του Τραμπ ή, πολύ περισσότερο, κάποιου Ευρωπαίου. Πιθανόν ακόμη και να προτιμήσει τη μεσολάβηση του Πούτιν από όλα αυτά.
Οι αβεβαιότητες είναι μεγάλες και δεν νομίζω ότι θα υποχωρήσουν σύντομα. Είναι καιρός, λοιπόν, για προσεκτικές κινήσεις και μεγάλη σύνεση.
Του Άγγελου Στάγκου
Λογικά δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν σε σχέση με το συνεχές «μπούλινγκ» του Ερντογάν και των υπαρχηγών του εις βάρος της χώρας μας, με αφορμή την υπόθεση των οκτώ αξιωματικών που κατέφυγαν εδώ. Ή η ελληνική κυβέρνηση είναι κυριολεκτικά τρομοκρατημένη και προσπαθεί να βρει «λύση» για να καταπραΰνει τα νεύρα του Σουλτάνου, καταφεύγοντας σε ακατάληπτες και αντιφατικές δηλώσεις, όλες ατυχέστατες και σχεδόν εξευτελιστικές, ή χρησιμοποιεί το «μπούλινγκ» του γείτονα είτε για να πετύχει συσπείρωση στο εσωτερικό είτε για αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Παρόλο που η κυβέρνηση Συρανέλ δεν χάνει ευκαιρία για να κοροϊδέψει και να αποπροσανατολίσει, στην προκειμένη περίπτωση δείχνει γνήσια τρομοκρατημένη. Εξ ου και πασχίζει να βρει μία φόρμουλα που αφενός δεν θα την υποχρεώνει να εκδώσει πίσω τους «οκτώ», μετά τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης για να μην υποστεί έναν άνευ προηγουμένου εξευτελισμό που δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει και αφετέρου θα ικανοποιεί την Αγκυρα. Με την πολύ σημαντική επισήμανση, όμως, ότι όλο αυτό οφείλεται στην υπόσχεση που έδωσε εντελώς επιπόλαια, ανόητα θα έλεγε κανείς, προσωπικά ο Αλ. Τσίπρας στον Ταγίπ Ερντογάν, ότι θα έστελνε σε λίγες μέρες τους οκτώ «πακέτο» στην Τουρκία.
Με λίγα λόγια, ο Ελληνας πρωθυπουργός έδωσε υπόσχεση ως άλλος Ερντογάν, θεωρώντας ότι και αυτός μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τα δικαιώματα και τη Δικαιοσύνη –όπως ο αληθινός Ερντογάν στην Τουρκία– στη χώρα του. Μόνο που ο αληθινός Ερντογάν έδεσε «κόμπο» την υπόσχεση και την επικαλείται συνεχώς, με την Αθήνα να μη βγάζει άχνα για να τον διαψεύσει. Αρα δικαίως το συμπέρασμα είναι ότι ο αληθινός Ερντογάν λέει... αλήθεια. Αλλωστε, η υπόσχεση του Αλ. Τσίπρα ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι οι δικές του μέθοδοι διακυβέρνησης μπορούν να εφαρμοστούν παντού. Ακόμη και στις χώρες με διάκριση εξουσιών, που ταυτόχρονα είναι και μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Προφανώς, κάπως έτσι «την πάτησε» ο δικός μας και τώρα τρέχει και δεν φτάνει (αλλά και εμείς μαζί του, δυστυχώς). Και έτσι ακριβώς, έφτασε ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής να κάνει τη γνωστή καταπληκτική πρόταση στον Ερντογάν. Να συμφωνήσει δηλαδή ο τελευταίος να δικαστούν στην Ελλάδα οι οκτώ αξιωματικοί για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στην Τουρκία! Αγνωστο, τουλάχιστον στον υπογράφοντα, πώς μπορεί να γίνει αυτό, στη βάση ποιων νόμων και με ποιους δικονομικούς κανόνες, για ποιο αδίκημα, ποια θα είναι η κατηγορούσα αρχή, ποιος θα φέρει τα επιβαρυντικά στοιχεία και πώς θα ελεγχθούν αυτά, τι είδους δικαστήριο και με ποια σύνθεση θα τους δικάσει και όλα τα συναφή.
Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την πρότασή του ο υπουργός Δικαιοσύνης επιχειρεί να προσφέρει υπηρεσίες στον πρωθυπουργό του, που είναι ο βασικός υπαίτιος για όλο αυτό το «μπλέξιμο» και εύγε του. Από την άλλη πλευρά, προϋπόθεση για την υλοποίηση της πρότασης Κοντονή –ξεχνώντας και εκείνα που μπορούμε να φανταστούμε ότι μπορεί να γίνουν σχετικά με την έκδοση της απόφασης και μετά– είναι να δείξει κατανόηση και μεγαλοθυμία ο Σουλτάνος, προκειμένου να ξεφύγει ο Αλ. Τσίπρας από την ευθύνη της υπόσχεσής του προς αυτόν. Οπότε, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις πολιτικές επιπτώσεις και τις δεσμεύσεις που θα αναλάβει η χώρα που ονομάζεται Ελλάδα, αν γίνει κάτι τέτοιο.
Η υπόθεση θυμίζει τον μύθο του Λαοκόοντα και των γιων του που όσο προσπαθούσαν να ξεφύγουν από το σφιχταγκάλιασμα των φιδιών, τόσο περισσότερο μπλέκονταν. Οσο για τον Ερντογάν, αυτός μας στέλνει χαιρετίσματα με αυξανόμενους αριθμούς προσφύγων. Προς το παρόν...Έντυ
3. Ο ευρωπαϊκός χυλός
Λογικά δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν σε σχέση με το συνεχές «μπούλινγκ» του Ερντογάν και των υπαρχηγών του εις βάρος της χώρας μας, με αφορμή την υπόθεση των οκτώ αξιωματικών που κατέφυγαν εδώ. Ή η ελληνική κυβέρνηση είναι κυριολεκτικά τρομοκρατημένη και προσπαθεί να βρει «λύση» για να καταπραΰνει τα νεύρα του Σουλτάνου, καταφεύγοντας σε ακατάληπτες και αντιφατικές δηλώσεις, όλες ατυχέστατες και σχεδόν εξευτελιστικές, ή χρησιμοποιεί το «μπούλινγκ» του γείτονα είτε για να πετύχει συσπείρωση στο εσωτερικό είτε για αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης.
Παρόλο που η κυβέρνηση Συρανέλ δεν χάνει ευκαιρία για να κοροϊδέψει και να αποπροσανατολίσει, στην προκειμένη περίπτωση δείχνει γνήσια τρομοκρατημένη. Εξ ου και πασχίζει να βρει μία φόρμουλα που αφενός δεν θα την υποχρεώνει να εκδώσει πίσω τους «οκτώ», μετά τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης για να μην υποστεί έναν άνευ προηγουμένου εξευτελισμό που δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει και αφετέρου θα ικανοποιεί την Αγκυρα. Με την πολύ σημαντική επισήμανση, όμως, ότι όλο αυτό οφείλεται στην υπόσχεση που έδωσε εντελώς επιπόλαια, ανόητα θα έλεγε κανείς, προσωπικά ο Αλ. Τσίπρας στον Ταγίπ Ερντογάν, ότι θα έστελνε σε λίγες μέρες τους οκτώ «πακέτο» στην Τουρκία.
Με λίγα λόγια, ο Ελληνας πρωθυπουργός έδωσε υπόσχεση ως άλλος Ερντογάν, θεωρώντας ότι και αυτός μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με τα δικαιώματα και τη Δικαιοσύνη –όπως ο αληθινός Ερντογάν στην Τουρκία– στη χώρα του. Μόνο που ο αληθινός Ερντογάν έδεσε «κόμπο» την υπόσχεση και την επικαλείται συνεχώς, με την Αθήνα να μη βγάζει άχνα για να τον διαψεύσει. Αρα δικαίως το συμπέρασμα είναι ότι ο αληθινός Ερντογάν λέει... αλήθεια. Αλλωστε, η υπόσχεση του Αλ. Τσίπρα ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι οι δικές του μέθοδοι διακυβέρνησης μπορούν να εφαρμοστούν παντού. Ακόμη και στις χώρες με διάκριση εξουσιών, που ταυτόχρονα είναι και μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Προφανώς, κάπως έτσι «την πάτησε» ο δικός μας και τώρα τρέχει και δεν φτάνει (αλλά και εμείς μαζί του, δυστυχώς). Και έτσι ακριβώς, έφτασε ο υπουργός Δικαιοσύνης Στ. Κοντονής να κάνει τη γνωστή καταπληκτική πρόταση στον Ερντογάν. Να συμφωνήσει δηλαδή ο τελευταίος να δικαστούν στην Ελλάδα οι οκτώ αξιωματικοί για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στην Τουρκία! Αγνωστο, τουλάχιστον στον υπογράφοντα, πώς μπορεί να γίνει αυτό, στη βάση ποιων νόμων και με ποιους δικονομικούς κανόνες, για ποιο αδίκημα, ποια θα είναι η κατηγορούσα αρχή, ποιος θα φέρει τα επιβαρυντικά στοιχεία και πώς θα ελεγχθούν αυτά, τι είδους δικαστήριο και με ποια σύνθεση θα τους δικάσει και όλα τα συναφή.
Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την πρότασή του ο υπουργός Δικαιοσύνης επιχειρεί να προσφέρει υπηρεσίες στον πρωθυπουργό του, που είναι ο βασικός υπαίτιος για όλο αυτό το «μπλέξιμο» και εύγε του. Από την άλλη πλευρά, προϋπόθεση για την υλοποίηση της πρότασης Κοντονή –ξεχνώντας και εκείνα που μπορούμε να φανταστούμε ότι μπορεί να γίνουν σχετικά με την έκδοση της απόφασης και μετά– είναι να δείξει κατανόηση και μεγαλοθυμία ο Σουλτάνος, προκειμένου να ξεφύγει ο Αλ. Τσίπρας από την ευθύνη της υπόσχεσής του προς αυτόν. Οπότε, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις πολιτικές επιπτώσεις και τις δεσμεύσεις που θα αναλάβει η χώρα που ονομάζεται Ελλάδα, αν γίνει κάτι τέτοιο.
Η υπόθεση θυμίζει τον μύθο του Λαοκόοντα και των γιων του που όσο προσπαθούσαν να ξεφύγουν από το σφιχταγκάλιασμα των φιδιών, τόσο περισσότερο μπλέκονταν. Οσο για τον Ερντογάν, αυτός μας στέλνει χαιρετίσματα με αυξανόμενους αριθμούς προσφύγων. Προς το παρόν...Έντυ
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 06-07/01/18 |
3. Ο ευρωπαϊκός χυλός
Του Κώστα Ιορδανίδη
Επί ένα έτος αναμένει η «ενωμένη» Ευρώπη τη λύση του «γερμανικού προβλήματος» – δηλαδή, τη διεξαγωγή ομοσπονδιακών εκλογών και στη συνέχεια τον σχηματισμό κυβερνήσεως συνασπισμού. Θα εξακολουθήσει προφανώς να αναμένει, ώστε να αρχίσει επιτέλους η συζήτηση περί της «επανεκκινήσεως» της Ε.Ε. – θέμα που τίθεται ως κατεπείγον από πολλούς ηγέτες των κρατών-μελών. Αλλά, βεβαίως, οι εξελίξεις δεν αναμένουν την έξοδο της Γερμανίας από την εσωστρέφειά της.
Θεωρητικώς η μείζων πρόκληση που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό κατεστημένο είναι η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., αλλά, ως φαίνεται, αυτή η διαδικασία αρχίζει μάλλον να κινείται ομαλώς. Το ενδιαφέρον πλέον επικεντρώνεται σε «συσπειρώσεις» εντός της Ε.Ε. που κάνουν την εμφάνισή τους λόγω της τελματώδους καταστάσεως που τείνει να διαμορφωθεί.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι εν λόγω διεργασίες δεν παρατηρούνται στις χώρες του πολύπαθου Νότου, αλλά στην Κεντρική Ευρώπη. Εκεί, λοιπόν, στις πρώην γαίες των Αψβούργων, στις χώρες του Βίσεγκραντ, αναδύεται μία νέα και ιδιάζουσα πολιτική συμπεριφορά, που το γραφειοκρατικό κατεστημένο της Ενώσεως χαρακτηρίζει αδιακρίτως «άκρα Δεξιά».
Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Διότι απλούστατα οι νέες επαναπροσεγγίσεις προκύπτουν ως συνέπεια ενός «πολιτικού χυλού» που επικάθεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το γεγονός ότι οι διεργασίες αυτές συμβαίνουν σε αυτή την περιοχή έχει την εξήγησή του. Με εξαίρεση τη Βρετανία και τη Γαλλία, στις πλείστες όσες χώρες της Ευρώπης, η εθνική χειραφέτηση επήλθε τον 19ο αιώνα. Δεν ήταν ίδια η πορεία των κρατών που αναδείχθηκαν από τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων με το τέλος του πρώτου Μεγάλου Πολέμου και –έπειτα από μικρό διάστημα– υποτάχθηκαν αρχικώς στη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ και στη συνέχεια στην ΕΣΣΔ.
Στη διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας, οι πολίτες τριών κρατών του Βίσεγκραντ εξεγέρθηκαν εναντίον της Μόσχας. Το 1956 στην Ουγγαρία, το 1968 στην Τσεχοσλοβακία, το 1980 στην Πολωνία. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις σοβιετικά άρματα μάχης κατέστειλαν την εξέγερση. Στην Πολωνία ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο έμπιστος της Μόσχας Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι. Οι χώρες της Δύσεως κατήγγειλαν τη συμπεριφορά της Μόσχας αλλά πέραν αυτού ουδέν.
Δεν είναι συνεπώς περίεργο ότι οι ηγέτες της περιοχής αμφισβητούν ευθέως τόσο την ευθυκρισία όσο και την έλλειψη υστεροβουλίας των αποφάσεων κραταιών Ευρωπαίων ομολόγων τους, και πολύ περισσότερο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εκφραση δυσπιστίας προς το ευρωπαϊκό κατεστημένο χαρακτηρίζει την ανατρεπτική πολιτική συμπεριφορά κάποιων κρατών του Βίσεγκραντ.
Με διανοητική υπεροψία αντιμετώπιζε η Ευρώπη τις χώρες της περιοχής αυτής. Μόνον που ο θεωρητικός της φιλελεύθερης οικονομίας και ιδεολογίας που έχει κυριαρχήσει σήμερα δεν ήταν κάποιος «Δυτικός», αλλά ο Αυστριακός Κεντροευρωπαίος Φρίντριχ Χάγεκ. Αυτή η περιοχή παράγει ιδέες και εξακολουθεί να έχει πολιτικά ανακλαστικά. Ανορθόδοξα ίσως, αλλά ανακλαστικά.
Επί ένα έτος αναμένει η «ενωμένη» Ευρώπη τη λύση του «γερμανικού προβλήματος» – δηλαδή, τη διεξαγωγή ομοσπονδιακών εκλογών και στη συνέχεια τον σχηματισμό κυβερνήσεως συνασπισμού. Θα εξακολουθήσει προφανώς να αναμένει, ώστε να αρχίσει επιτέλους η συζήτηση περί της «επανεκκινήσεως» της Ε.Ε. – θέμα που τίθεται ως κατεπείγον από πολλούς ηγέτες των κρατών-μελών. Αλλά, βεβαίως, οι εξελίξεις δεν αναμένουν την έξοδο της Γερμανίας από την εσωστρέφειά της.
Θεωρητικώς η μείζων πρόκληση που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό κατεστημένο είναι η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., αλλά, ως φαίνεται, αυτή η διαδικασία αρχίζει μάλλον να κινείται ομαλώς. Το ενδιαφέρον πλέον επικεντρώνεται σε «συσπειρώσεις» εντός της Ε.Ε. που κάνουν την εμφάνισή τους λόγω της τελματώδους καταστάσεως που τείνει να διαμορφωθεί.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι εν λόγω διεργασίες δεν παρατηρούνται στις χώρες του πολύπαθου Νότου, αλλά στην Κεντρική Ευρώπη. Εκεί, λοιπόν, στις πρώην γαίες των Αψβούργων, στις χώρες του Βίσεγκραντ, αναδύεται μία νέα και ιδιάζουσα πολιτική συμπεριφορά, που το γραφειοκρατικό κατεστημένο της Ενώσεως χαρακτηρίζει αδιακρίτως «άκρα Δεξιά».
Αλλά δεν πρόκειται περί αυτού. Διότι απλούστατα οι νέες επαναπροσεγγίσεις προκύπτουν ως συνέπεια ενός «πολιτικού χυλού» που επικάθεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Το γεγονός ότι οι διεργασίες αυτές συμβαίνουν σε αυτή την περιοχή έχει την εξήγησή του. Με εξαίρεση τη Βρετανία και τη Γαλλία, στις πλείστες όσες χώρες της Ευρώπης, η εθνική χειραφέτηση επήλθε τον 19ο αιώνα. Δεν ήταν ίδια η πορεία των κρατών που αναδείχθηκαν από τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων με το τέλος του πρώτου Μεγάλου Πολέμου και –έπειτα από μικρό διάστημα– υποτάχθηκαν αρχικώς στη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ και στη συνέχεια στην ΕΣΣΔ.
Στη διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας, οι πολίτες τριών κρατών του Βίσεγκραντ εξεγέρθηκαν εναντίον της Μόσχας. Το 1956 στην Ουγγαρία, το 1968 στην Τσεχοσλοβακία, το 1980 στην Πολωνία. Στις δύο πρώτες περιπτώσεις σοβιετικά άρματα μάχης κατέστειλαν την εξέγερση. Στην Πολωνία ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο έμπιστος της Μόσχας Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι. Οι χώρες της Δύσεως κατήγγειλαν τη συμπεριφορά της Μόσχας αλλά πέραν αυτού ουδέν.
Δεν είναι συνεπώς περίεργο ότι οι ηγέτες της περιοχής αμφισβητούν ευθέως τόσο την ευθυκρισία όσο και την έλλειψη υστεροβουλίας των αποφάσεων κραταιών Ευρωπαίων ομολόγων τους, και πολύ περισσότερο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εκφραση δυσπιστίας προς το ευρωπαϊκό κατεστημένο χαρακτηρίζει την ανατρεπτική πολιτική συμπεριφορά κάποιων κρατών του Βίσεγκραντ.
Με διανοητική υπεροψία αντιμετώπιζε η Ευρώπη τις χώρες της περιοχής αυτής. Μόνον που ο θεωρητικός της φιλελεύθερης οικονομίας και ιδεολογίας που έχει κυριαρχήσει σήμερα δεν ήταν κάποιος «Δυτικός», αλλά ο Αυστριακός Κεντροευρωπαίος Φρίντριχ Χάγεκ. Αυτή η περιοχή παράγει ιδέες και εξακολουθεί να έχει πολιτικά ανακλαστικά. Ανορθόδοξα ίσως, αλλά ανακλαστικά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου