Από "ΤΑ ΝΕΑ", και...
![]() |
-Τα κριτήρια της πρωθυπουργικής επιλογής για την Προεδρία της Δημοκρατίας - Το παρασκήνιο των συζητήσεων και ο ρόλος της γαλάζιας συντηρητικής πτέρυγας
ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΔΗΜΟΥ
Η «χορογραφία» της 15ης Ιανουαρίου με την οποία άνοιξε επισήμως η αυλαία της προεδρικής εκλογής προετοιμαζόταν υπό άκρα μυστικότητα το τελευταίο δεκαήμερο – εξού και εκτελέστηκε με ακρίβεια από όλες τις πλευρές – με επαφές κορυφής, διά ζώσης και τηλεφωνικά. Αυτές εξελίσσονταν παρασκηνιακά στο τρίγωνο Μαξίμου, Προεδρικού Μεγάρου και Βουλής. Είχαν μιλήσει όλοι με όλους χωρίς «μεσάζοντες» – ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου και με τον Κώστα Τασούλα, αλλά και η Σακελλαροπούλου με τον Τασούλα.
Ο Πρωθυπουργός και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας συζήτησαν για τελευταία φορά προχθές, την Τρίτη, και παρότι είχε ανακοινωθεί ότι θα είχαν θεσμική συνάντηση χθες, το ξανασκέφτηκαν και συμφώνησαν να αποφύγουν ένα μαγκωμένο τετ α τετ στον καναπέ του Προεδρικού Μεγάρου ή μια έκρηξη σεναριολογίας μετά τη συζήτηση μπροστά στις κάμερες. Ετσι δρομολόγησαν αλλιώς τα γεγονότα: πρώτα πρωθυπουργικό διάγγελμα, έπειτα προεδρική δήλωση και μετάθεση του ραντεβού στο επόμενο διάστημα. Πάντως δεν ήταν στο προχθεσινό τηλεφώνημα αλλά σε προηγούμενη επαφή όταν η Σακελλαροπούλου ενημερώθηκε προσωπικά από τον Μητσοτάκη τόσο για την απόφασή του να μην ανανεωθεί η θητεία της όσο και για τον διάδοχό της.
Οι συνεννοήσεις Μαξίμου – Προεδρικού δεν ήταν ευρύτερα γνωστές, με ενδεικτικό ότι ο Μητσοτάκης αιφνιδίασε τα στελέχη του στον χθεσινό πρωινό καφέ. Οσο για τις συνεννοήσεις Μητσοτάκη – Τασούλα, η τελευταία έγινε, κατά πληροφορίες, σε πριβέ δείπνο το Σάββατο. Τότε οριστικοποιήθηκε η πρωθυπουργική επιλογή και συμφωνήθηκαν τα βήματα: η έναρξη των κοινοβουλευτικών διαδικασιών στις 25 Ιανουαρίου, η παραίτηση του Τασούλα μετά την εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας και η διαδοχή του στη Βουλή από τον Νικήτα Κακλαμάνη, ο οποίος είδε από κοντά τον Μητσοτάκη στο γραφείο του χθες.
Τα δύο πρόσωπα που αναδεικνύονται στο πρώτο πολιτικό ορόσημο του 2025 – ο Τασούλας ως επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Κακλαμάνης που προαλείφεται για Πρόεδρος της Βουλής – έχουν κάτι κοινό: προέρχονται από τη «βαθιά» ΝΔ, με ερείσματα στην παραδοσιακή βάση του κόμματος και ουσιαστικούς διαύλους στις «φυλές» της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Οι αποφάσεις του Μητσοτάκη, συνεπώς, έχουν δεξιόστροφο πρόσημο και συνιστούν κατ’ αρχάς ένα σαφές κλείσιμο ματιού στο κόμμα. Ο ίδιος επέλεξε αλλαγή φρουράς στην Προεδρία χωρίς να τολμήσει υποψηφιότητα από τον κεντροαριστερό χώρο, άρα κάλυψε το αίτημα της γαλάζιας ΚΟ για «παραταξιακό» Πρόεδρο – φωνές που πρωτοακούστηκαν με ένταση μετά τις ευρωεκλογές.
Με τον τρόπο αυτό πρόταξε κινήσεις κατευνασμού της συντηρητικής πτέρυγας, δείχνοντας επί της ουσίας ότι κρατά στο προσκήνιο την προσπάθεια περαιτέρω θωράκισης της γαλάζιας συνοχής. Αλλωστε ο Τασούλας καταγράφεται ως απολύτως ασφαλή επιλογή για δύο λόγους: αφενός ικανοποιείται σύσσωμη η ΚΟ της ΝΔ και εκπέμπονται «θετικά» σινιάλα σε απογοητευμένους δεξιούς ψηφοφόρους οι οποίοι δυσανασχετούν με τις κεντρογενείς κινήσεις του Μητσοτάκη, αφετέρου το πρωθυπουργικό γραφείο γλιτώνει σε αυτή τη φάση από έκτακτη αναζήτηση «αμορτισέρ» για τη διαχείριση (νέων) αναταράξεων από τα δεξιά.
Ο Μητσοτάκης προανήγγειλε ότι στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης θα προτείνει ο/η Πρόεδρος «να ψηφίζεται για μία και μόνη εξαετή θητεία» ώστε οι συζητήσεις περί ανανέωσης της παραμονής του/της στο αξίωμα να μην ανοίγουν «κάθε τόσο τον χορό των αντιπαραθέσεων» και ο θεσμός να μένει «μακριά από τις κομματικές σκοπιμότητες». Πάντως αυτή η αποκάλυψη του Μητσοτάκη μάλλον διευκόλυνε και τη δικαιολόγηση της μη ανανέωσης της θητείας της Σακελλαροπούλου, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ακουγόταν αντιφατικό. Στην επίσημη δήλωσή της η Πρόεδρος τόνισε ότι προσπάθησε να εκπληρώσει τα καθήκοντά της «με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό και τη συνείδησή μου, σεβόμενη τις αρμοδιότητες και τον θεσμικό ρόλο που αναγνωρίζει το Σύνταγμα».
Οι παράμετροι της απόφασης
Σε κάθε περίπτωση οι παράμετροι που καθόρισαν την πρωθυπουργική απόφαση φάνηκαν ευθέως ή έμμεσα στο διάγγελμα και σε όσα συζητήθηκαν αργότερα στους διαδρόμους του Μαξίμου και της Βουλής. Τα κυρίαρχα μηνύματα είναι τα εξής:
-Πρώτον, οι συνομιλητές του Μητσοτάκη έκαναν λόγο για πολιτική επιλογή, παραδεχόμενοι ότι ως έναν βαθμό υπαγορεύτηκε από τις τρέχουσες πολιτικές συνθήκες και τη σημασία να στήνονται αποτελεσματικά αναχώματα στα δεξιότερα. «Εκρινα ότι κατά το επόμενο διάστημα και σε ένα ταραγμένο διεθνές περιβάλλον η πατρίδα χρειάζεται Πρόεδρο της Δημοκρατίας με μακρά διαδρομή στα κοινά και με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά», είπε ο Πρωθυπουργός. Συνολικά η επιλογή πολιτικού προσώπου παρείχε διευκόλυνση στην επιχειρηματολογία για τη μη ανανέωση της θητείας της Σακελλαροπούλου. «Αλλο το 2020 και άλλο το 2025 και οι ανάγκες της σημερινής εποχής», σχολίαζαν πρωθυπουργικοί συνεργάτες. «Τίμησε την αποστολή της με συνέπεια και με αίσθημα ευθύνης», είπε ο Μητσοτάκης για τη Σακελλαροπούλου, προσθέτοντας ότι κράτησε «πάντοτε ψηλά την εθνική αξιοπρέπεια, εισέφερε στον θεσμό ένα νέο, ανθρώπινο υπόδειγμα Προέδρου».
-Δεύτερον, έσπασε η άγραφη πολιτική παράδοση να προτείνεται Πρόεδρος από το αντίπαλο στρατόπεδο, αν και, σύμφωνα με πρωθυπουργικούς συνεργάτες, «ο Μητσοτάκης δεν κατέληξε με βάση τον πολιτικό χώρο, αλλά με βάση το πρόσωπο». Ο ίδιος επεφύλασσε μια αποστροφή: «Ούτε η διαφορετική προέλευση Προέδρου και Πρωθυπουργού εγγυάται την πολιτειακή ισορροπία, ούτε η πολιτική τους σύμπτωση δημιουργεί εξ ορισμού θεσμικό κίνδυνο. Το Σύνταγμά μας παρέχει όλες τις εγγυήσεις, ενώ και η Ιστορία δείχνει ότι τα πρόσωπα είναι εκείνα που τελικά δίνουν αξία στους θεσμούς».
Παρασκηνιακά ωστόσο υπήρξε κάτι ακόμα: η ανησυχία των νεοδημοκρατών ότι με μια «πασοκική» επιλογή, του Ευάγγελου Βενιζέλου για παράδειγμα, θα πυροδοτούνταν αντισυστημικές φωνές ή παραπολιτική φημολογία ότι η ΝΔ κατευθύνεται σε συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ, θολώνοντας τον στόχο επιστροφής της παράταξης σε τροχιά διεκδίκησης αυτοδυναμίας. «Τα πρόσωπα της Κεντροαριστεράς δεν έχουν το αποκλειστικό προνόμιο της συναίνεσης και επίσης σημαντικότερο από την ευρύτερη πλειοψηφία είναι η συναινετική θητεία. Από μόνη της μια συναινετική εκλογή δεν σημαίνει και συναινετική θητεία», έλεγαν επιπλέον γαλάζια στελέχη. Ειδικά για τον Βενιζέλο καταγράφηκε προβληματισμός για τυχόν δημόσιες «παρεμβάσεις» του έξω από τον «θεσμικό ρόλο».
Ο Μητσοτάκης προανήγγειλε ότι στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης θα προτείνει ο/η Πρόεδρος «να ψηφίζεται για μία και μόνη εξαετή θητεία» ώστε οι συζητήσεις περί ανανέωσης της παραμονής του/της στο αξίωμα να μην ανοίγουν «κάθε τόσο τον χορό των αντιπαραθέσεων» και ο θεσμός να μένει «μακριά από τις κομματικές σκοπιμότητες». Πάντως αυτή η αποκάλυψη του Μητσοτάκη μάλλον διευκόλυνε και τη δικαιολόγηση της μη ανανέωσης της θητείας της Σακελλαροπούλου, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα ακουγόταν αντιφατικό. Στην επίσημη δήλωσή της η Πρόεδρος τόνισε ότι προσπάθησε να εκπληρώσει τα καθήκοντά της «με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό και τη συνείδησή μου, σεβόμενη τις αρμοδιότητες και τον θεσμικό ρόλο που αναγνωρίζει το Σύνταγμα».
Οι παράμετροι της απόφασης
Σε κάθε περίπτωση οι παράμετροι που καθόρισαν την πρωθυπουργική απόφαση φάνηκαν ευθέως ή έμμεσα στο διάγγελμα και σε όσα συζητήθηκαν αργότερα στους διαδρόμους του Μαξίμου και της Βουλής. Τα κυρίαρχα μηνύματα είναι τα εξής:
-Πρώτον, οι συνομιλητές του Μητσοτάκη έκαναν λόγο για πολιτική επιλογή, παραδεχόμενοι ότι ως έναν βαθμό υπαγορεύτηκε από τις τρέχουσες πολιτικές συνθήκες και τη σημασία να στήνονται αποτελεσματικά αναχώματα στα δεξιότερα. «Εκρινα ότι κατά το επόμενο διάστημα και σε ένα ταραγμένο διεθνές περιβάλλον η πατρίδα χρειάζεται Πρόεδρο της Δημοκρατίας με μακρά διαδρομή στα κοινά και με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά», είπε ο Πρωθυπουργός. Συνολικά η επιλογή πολιτικού προσώπου παρείχε διευκόλυνση στην επιχειρηματολογία για τη μη ανανέωση της θητείας της Σακελλαροπούλου. «Αλλο το 2020 και άλλο το 2025 και οι ανάγκες της σημερινής εποχής», σχολίαζαν πρωθυπουργικοί συνεργάτες. «Τίμησε την αποστολή της με συνέπεια και με αίσθημα ευθύνης», είπε ο Μητσοτάκης για τη Σακελλαροπούλου, προσθέτοντας ότι κράτησε «πάντοτε ψηλά την εθνική αξιοπρέπεια, εισέφερε στον θεσμό ένα νέο, ανθρώπινο υπόδειγμα Προέδρου».
-Δεύτερον, έσπασε η άγραφη πολιτική παράδοση να προτείνεται Πρόεδρος από το αντίπαλο στρατόπεδο, αν και, σύμφωνα με πρωθυπουργικούς συνεργάτες, «ο Μητσοτάκης δεν κατέληξε με βάση τον πολιτικό χώρο, αλλά με βάση το πρόσωπο». Ο ίδιος επεφύλασσε μια αποστροφή: «Ούτε η διαφορετική προέλευση Προέδρου και Πρωθυπουργού εγγυάται την πολιτειακή ισορροπία, ούτε η πολιτική τους σύμπτωση δημιουργεί εξ ορισμού θεσμικό κίνδυνο. Το Σύνταγμά μας παρέχει όλες τις εγγυήσεις, ενώ και η Ιστορία δείχνει ότι τα πρόσωπα είναι εκείνα που τελικά δίνουν αξία στους θεσμούς».
Παρασκηνιακά ωστόσο υπήρξε κάτι ακόμα: η ανησυχία των νεοδημοκρατών ότι με μια «πασοκική» επιλογή, του Ευάγγελου Βενιζέλου για παράδειγμα, θα πυροδοτούνταν αντισυστημικές φωνές ή παραπολιτική φημολογία ότι η ΝΔ κατευθύνεται σε συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ, θολώνοντας τον στόχο επιστροφής της παράταξης σε τροχιά διεκδίκησης αυτοδυναμίας. «Τα πρόσωπα της Κεντροαριστεράς δεν έχουν το αποκλειστικό προνόμιο της συναίνεσης και επίσης σημαντικότερο από την ευρύτερη πλειοψηφία είναι η συναινετική θητεία. Από μόνη της μια συναινετική εκλογή δεν σημαίνει και συναινετική θητεία», έλεγαν επιπλέον γαλάζια στελέχη. Ειδικά για τον Βενιζέλο καταγράφηκε προβληματισμός για τυχόν δημόσιες «παρεμβάσεις» του έξω από τον «θεσμικό ρόλο».
...από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", κύριο θέμα, 16/01/25 |
Το παρασκήνιο μιας ασφαλούς επιλογής
Πώς και πότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέληξε στην απόφαση να προτείνει τον Κώστα Τασούλα για την Προεδρία
ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Γ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
Τη βούληση του πρωθυπουργού να κινηθεί σε «ήρεμα νερά» τα επόμενα χρόνια, αλλά και να συσπειρώσει την κοινοβουλευτική ομάδα και κατ’ επέκταση την κεντροδεξιά εκλογική βάση, αποτυπώνει η επιλογή του Κώστα Τασούλα για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μια «πολιτική επιλογή» με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά της νυν Προέδρου Κατερίνας Σακελλαροπούλου, καθώς ο κ. Τασούλας έχει μακρά πολιτική διαδρομή στα κοινά, ξεκινώντας από δήμαρχος, βουλευτής, υπουργός και φτάνοντας μέχρι πρόεδρος της Βουλής. Η βούληση του πρωθυπουργού εξαρχής ήταν ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας να είναι πολιτικό πρόσωπο, λόγω της διαφορετικής συγκυρίας από αυτή του 2020, αναζητώντας ένα πρόσωπο από μια συγκεκριμένη πολιτική δεξαμενή.
Οι σκέψεις
Το όνομα του Κώστα Τασούλα ήταν εξαρχής στο τραπέζι ως «βασική υποψηφιότητα», αλλά δεν ήταν η μόνη. Η πραγματικότητα είναι πως από το μυαλό του πρωθυπουργού πέρασαν διάφορες επιλογές, όπως του Γιάννη Στουρνάρα, του Λουκά Παπαδήμου, του Τάσου Γιαννίτση ή του Σταύρου Μπένου και βεβαίως του Ευάγγελου Βενιζέλου, που ήταν από εκείνες που «προκρίθηκαν» περισσότερο από τις άλλες. Τα παραπάνω πρόσωπα, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, «χαίρουν της εκτίμησης του πρωθυπουργού», αλλά όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο έκλινε προς μια επιλογή πιο συντηρητική, όχι με την ιδεολογική έννοια –παρότι ο κ. Τασούλας είναι πράγματι συντηρητικός προερχόμενος από την αβερωφική πτέρυγα της Ν.Δ.–, αλλά κυρίως με την έννοια της ασφαλούς επιλογής, που δεν θα προσθέσει έξτρα πονοκεφάλους στον πρωθυπουργό, όπως ενστάσεις από την κοινοβουλευτική ομάδα ή θα δημιουργήσει στο Προεδρικό Μέγαρο απέναντι από το Μαξίμου έναν άλλον ισχυρό πόλο, όπως έλεγαν πολλοί πως θα είναι ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Ο πρωθυπουργός κατέληξε οριστικά στην απόφασή του στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, αφού είχαν προηγηθεί πολλές συσκέψεις με τους συνεργάτες του και είχαν τεθεί επί τάπητος όλες οι παράμετροι. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες, μέσα στο Σαββατοκύριακο ο πρωθυπουργός είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της Βουλής όπου τον ενημέρωσε οριστικά για την τελική του απόφαση. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο πρωθυπουργός είχε επίσης προσωπική επικοινωνία με την κ. Σακελλαροπούλου την οποία ενημέρωσε επισήμως για την απόφασή του να μην την προτείνει ξανά, όπως και για τη βούλησή του στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση να θεσμοθετηθεί μία, εξαετούς διαρκείας, θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Από τη στιγμή που η υποψηφιότητα Τασούλα είχε αρχίσει να θεωρείται σίγουρη στα μίντια και σε κάθε περίπτωση ήταν βέβαιη η μη ανανέωση της θητείας της κ. Σακελλαροπούλου, υπήρξε νέα επικοινωνία μεταξύ του Μαξίμου και του Προεδρικού, ώστε να αλλάξει το πρόγραμμα και η προγραμματισμένη για χθες συνάντηση του πρωθυπουργού με την Πρόεδρο να αναβληθεί, καθώς θα επρόκειτο για μία πολύ αμήχανη συνάντηση που δεν υπήρχε λόγος να γίνει. Εξ ου και αποφασίστηκε το διάγγελμα που ήταν προγραμματισμένο για το μεσημέρι της Τετάρτης να γίνει το πρωί.
Τα πάντα έτρεξαν με μεγάλη ταχύτητα και λίγη ώρα μετά την οριστικοποίηση της υποψηφιότητας του κ. Τασούλα, που έγινε δεκτή με πανηγυρικό τρόπο από την Κ.Ο. της Ν.Δ., περνούσε το κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου ο Νικήτας Κακλαμάνης, που «κλείδωσε» για επόμενος πρόεδρος της Βουλής. Ο πολύπειρος βουλευτής θεωρείται κατάλληλος να «επιβληθεί» σε μια πολυδιασπασμένη Βουλή, που πολλές φορές τείνει να ξεφεύγει από τη θεσμική τάξη, αφετέρου κάνει ακόμη πιο συμπαγή την κοινοβουλευτική ομάδα, καθώς ο κ. Κακλαμάνης συχνά πυκνά ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση, κάτι που τώρα λόγω του θεσμικού του ρόλου δεν μπορεί να γίνεται.
Το χρονοδιάγραμμα
Οπως ανέφερε χθες ο ίδιος ο κ. Τασούλας από το βήμα της ολομέλειας της Βουλής, η πρώτη ονομαστική ψηφοφορία για τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 25 Ιανουαρίου. Με δεδομένη την άρνηση του ΠΑΣΟΚ να ψηφίσει τον κ. Τασούλα, θεωρείται βέβαιο πως θα φτάσουμε στην τέταρτη ψηφοφορία, που χρειάζεται ώστε να επιτευχθεί η πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Μεταξύ των ψηφοφοριών προβλέπεται κενό πέντε ημερών, συνεπώς –εκτός απροόπτου– ο Κώστας Τασούλας θα αναδειχθεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 12 Φεβρουαρίου.
Τη βούληση του πρωθυπουργού να κινηθεί σε «ήρεμα νερά» τα επόμενα χρόνια, αλλά και να συσπειρώσει την κοινοβουλευτική ομάδα και κατ’ επέκταση την κεντροδεξιά εκλογική βάση, αποτυπώνει η επιλογή του Κώστα Τασούλα για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μια «πολιτική επιλογή» με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά της νυν Προέδρου Κατερίνας Σακελλαροπούλου, καθώς ο κ. Τασούλας έχει μακρά πολιτική διαδρομή στα κοινά, ξεκινώντας από δήμαρχος, βουλευτής, υπουργός και φτάνοντας μέχρι πρόεδρος της Βουλής. Η βούληση του πρωθυπουργού εξαρχής ήταν ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας να είναι πολιτικό πρόσωπο, λόγω της διαφορετικής συγκυρίας από αυτή του 2020, αναζητώντας ένα πρόσωπο από μια συγκεκριμένη πολιτική δεξαμενή.
Οι σκέψεις
Το όνομα του Κώστα Τασούλα ήταν εξαρχής στο τραπέζι ως «βασική υποψηφιότητα», αλλά δεν ήταν η μόνη. Η πραγματικότητα είναι πως από το μυαλό του πρωθυπουργού πέρασαν διάφορες επιλογές, όπως του Γιάννη Στουρνάρα, του Λουκά Παπαδήμου, του Τάσου Γιαννίτση ή του Σταύρου Μπένου και βεβαίως του Ευάγγελου Βενιζέλου, που ήταν από εκείνες που «προκρίθηκαν» περισσότερο από τις άλλες. Τα παραπάνω πρόσωπα, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, «χαίρουν της εκτίμησης του πρωθυπουργού», αλλά όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο έκλινε προς μια επιλογή πιο συντηρητική, όχι με την ιδεολογική έννοια –παρότι ο κ. Τασούλας είναι πράγματι συντηρητικός προερχόμενος από την αβερωφική πτέρυγα της Ν.Δ.–, αλλά κυρίως με την έννοια της ασφαλούς επιλογής, που δεν θα προσθέσει έξτρα πονοκεφάλους στον πρωθυπουργό, όπως ενστάσεις από την κοινοβουλευτική ομάδα ή θα δημιουργήσει στο Προεδρικό Μέγαρο απέναντι από το Μαξίμου έναν άλλον ισχυρό πόλο, όπως έλεγαν πολλοί πως θα είναι ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Ο πρωθυπουργός κατέληξε οριστικά στην απόφασή του στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, αφού είχαν προηγηθεί πολλές συσκέψεις με τους συνεργάτες του και είχαν τεθεί επί τάπητος όλες οι παράμετροι. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες, μέσα στο Σαββατοκύριακο ο πρωθυπουργός είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της Βουλής όπου τον ενημέρωσε οριστικά για την τελική του απόφαση. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο πρωθυπουργός είχε επίσης προσωπική επικοινωνία με την κ. Σακελλαροπούλου την οποία ενημέρωσε επισήμως για την απόφασή του να μην την προτείνει ξανά, όπως και για τη βούλησή του στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση να θεσμοθετηθεί μία, εξαετούς διαρκείας, θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Από τη στιγμή που η υποψηφιότητα Τασούλα είχε αρχίσει να θεωρείται σίγουρη στα μίντια και σε κάθε περίπτωση ήταν βέβαιη η μη ανανέωση της θητείας της κ. Σακελλαροπούλου, υπήρξε νέα επικοινωνία μεταξύ του Μαξίμου και του Προεδρικού, ώστε να αλλάξει το πρόγραμμα και η προγραμματισμένη για χθες συνάντηση του πρωθυπουργού με την Πρόεδρο να αναβληθεί, καθώς θα επρόκειτο για μία πολύ αμήχανη συνάντηση που δεν υπήρχε λόγος να γίνει. Εξ ου και αποφασίστηκε το διάγγελμα που ήταν προγραμματισμένο για το μεσημέρι της Τετάρτης να γίνει το πρωί.
Τα πάντα έτρεξαν με μεγάλη ταχύτητα και λίγη ώρα μετά την οριστικοποίηση της υποψηφιότητας του κ. Τασούλα, που έγινε δεκτή με πανηγυρικό τρόπο από την Κ.Ο. της Ν.Δ., περνούσε το κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου ο Νικήτας Κακλαμάνης, που «κλείδωσε» για επόμενος πρόεδρος της Βουλής. Ο πολύπειρος βουλευτής θεωρείται κατάλληλος να «επιβληθεί» σε μια πολυδιασπασμένη Βουλή, που πολλές φορές τείνει να ξεφεύγει από τη θεσμική τάξη, αφετέρου κάνει ακόμη πιο συμπαγή την κοινοβουλευτική ομάδα, καθώς ο κ. Κακλαμάνης συχνά πυκνά ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση, κάτι που τώρα λόγω του θεσμικού του ρόλου δεν μπορεί να γίνεται.
Το χρονοδιάγραμμα
Οπως ανέφερε χθες ο ίδιος ο κ. Τασούλας από το βήμα της ολομέλειας της Βουλής, η πρώτη ονομαστική ψηφοφορία για τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 25 Ιανουαρίου. Με δεδομένη την άρνηση του ΠΑΣΟΚ να ψηφίσει τον κ. Τασούλα, θεωρείται βέβαιο πως θα φτάσουμε στην τέταρτη ψηφοφορία, που χρειάζεται ώστε να επιτευχθεί η πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Μεταξύ των ψηφοφοριών προβλέπεται κενό πέντε ημερών, συνεπώς –εκτός απροόπτου– ο Κώστας Τασούλας θα αναδειχθεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 12 Φεβρουαρίου.
Από το γραφείο του Αβέρωφ στο Προεδρικό
Της ΔΩΡΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Κυρίως εξαιτίας των περιορισμένων αρμοδιοτήτων, οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας σπανίως βγάζουν ειδήσεις. Μπορούν, όμως, να απασχολήσουν την επικαιρότητα με ατάκες που γίνονται αντικείμενο σχολιασμού και ερμηνειών. Υπό αυτήν την έννοια, ο Κωνσταντίνος Τασούλας είναι μια άκρως ενδιαφέρουσα επιλογή για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Στη διάρκεια της θητείας του ως πρόεδρος της Βουλής έδειξε ότι έχει την ικανότητα με ολιγόλογες, ατακαδόρικες παρεμβάσεις να στέλνει μηνύματα, να αποφορτίζει δύσκολες καταστάσεις, να μιλάει πολιτικά χωρίς να πολιτικολογεί.
«Η πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι για εμένα κορυφαία τιμή όσο και ευθύνη. Εχουμε μπει σε ταραγμένους και αβέβαιους καιρούς και το καταλαβαίνουμε αρκεί να δούμε όσα γίνονται και κοντά μας και ευρύτερα. Η διαφύλαξη λοιπόν της εθνικής μας ενότητας και η αρμονική λειτουργία των θεσμών γίνονται απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα και την προκοπή της χώρας», δήλωσε μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η ζωή του και η πολιτική διαδρομή του είναι συνυφασμένες με την πορεία του κυβερνώντος κόμματος. Θεωρείται πολιτικό «τέκνο» του Ευάγγελου Αβέρωφ, του οποίου διετέλεσε ιδιαίτερος γραμματέας από το 1981 έως το 1990. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο αείμνηστος αρχηγός της Ν.Δ. τον αντιμετώπιζε σαν τον γιο που δεν είχε.
Το 1994 εξελέγη δήμαρχος Κηφισιάς για μία θητεία και από το 2000 μέχρι σήμερα εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής Ιωαννίνων με τη Ν.Δ. Είχε πολύ καλή σχέση με τις διαδοχικές ηγεσίες του κόμματος. Ο Κώστας Καραμανλής τού έδωσε το πρώτο κυβερνητικό αξίωμα, επιλέγοντάς τον για υφυπουργό Αμυνας το 2007. Το 2010 εξελέγη γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ν.Δ. Ο Αντώνης Σαμαράς, με τον οποίο συμπορεύονται από την εποχή του Αβέρωφ, τον έκανε υπουργό Πολιτισμού. Μάλιστα λέγεται ότι, όταν του ανακοινώθηκε ότι υπουργοποιείται, βρισκόταν στα Ιωάννινα και ταξίδεψε οδικώς στην Αθήνα για την ορκωμοσία. Η προτίμησή του να ταξιδεύει οδικώς προκάλεσε τη φήμη ότι δεν του αρέσουν τα ταξίδια με το αεροπλάνο, την οποία όμως στενοί συνεργάτες του διαψεύδουν.
Στη διάρκεια της θητείας του ως υπουργός Πολιτισμού ασχολήθηκε με την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα και ήταν εκείνος που ανέθεσε στο δικηγορικό γραφείο Ρόμπερτσον και Πάλμερ τη νομική εκπροσώπηση της υπόθεσης, ανάθεση που έφερε στην Αθήνα την Αμάλ Κλούνεϊ. Το 2018 ορίστηκε γενικός εισηγητής της Ν.Δ. για τη συνταγματική αναθεώρηση και τον Ιούνιο του 2019 εξελέγη πρόεδρος της Βουλής, συγκεντρώνοντας 283 ψήφους, τις περισσότερες σε αντίστοιχη διαδικασία. Επανεξελέγη τον Μάιο του 2023 με 270 ψήφους και τον Ιούνιο του 2023 με 250 ψήφους. Στη διάρκεια της θητείας του ως πρόεδρος της Βουλής, αρκετές φορές αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις με χιούμορ, καταφέρνοντας να αποφορτίσει το κλίμα και να αποτρέψει την κλιμάκωση εντάσεων.
Ο γεννημένος στα Ιωάννινα το 1959 υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα και για τη διετία 1988-1989 στο Λονδίνο. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου