![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 16/04/21 |
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 16/04/21 |
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 16/04/21 |
![]() |
| "Εφ.Συν", 16/04/21 |
![]() |
| "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", 16/04/21 |
Σύμφωνα με πληροφορίες από ελληνικές διπλωματικές πηγές, ο κ. Δένδιας πήγε στην τουρκική πρωτεύουσα έχοντας υπόψη ότι η εκεί ηγεσία, στο πλαίσιο μιας νέας στρατηγικής δημοσίων σχέσεων για να πείσει τη Δύση (κυρίως ΗΠΑ και ΕΕ, από τις οποίες προσδοκά επειγόντως οικονομική μετάγγιση) ότι είναι έτοιμη για προσέγγιση, θα επιχειρήσει να προβάλει ένα διαφορετικό πρόσωπο και στα Ελληνοτουρκικά.
Πώς φτάσαμε στην on camera σύγκρουση της Aγκυρας Πατήστε εδώ
Δεν γνωρίζουμε τι ειπώθηκε σε αυτήν τη συνάντηση. Αλλά ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών, σε συνεννόηση με τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ήταν έτοιμος, εάν προκληθεί από τον ομόλογό του ή εάν διακρίνει έναν «πονηρό τακτικισμό», να απαντήσει αποφασιστικά, προβάλλοντας με τρόπο απόλυτα σαφή τις θέσεις της Ελλάδας αλλά και της EE. Στο τελευταίο θέμα, η Αθήνα αποδίδει μεγάλη σημασία.
Πράγματι, ο Τσαβούσογλου πρόβαλε αμέσως τη θέση ότι Άγκυρα και Αθήνα μπορεί να λύσουν μόνες τις διαφορές τους. Δηλαδή, ότι το πρόβλημα είναι αυστηρά διμερές. Ο Δένδιας είχε ετοιμαστεί αυτό να μην το αφήσει να πέσει κάτω. Γι’ αυτό και αναφέρθηκε δίχως περιστροφές στο Διεθνές Δίκαιο, και στο ότι αυτές οι διαφορές δεν είναι ελληνοτουρκικές, αλλά και ευρωτουρκικές.
Επίσης, στην πάγια θέση της Αγκυρας ότι βασική διαφορά αυτής με την Αθήνα είναι η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, ο υπ. Εξωτερικών κάλεσε να ομόλογό του να αναστοχαστεί πρώτα «γιατί έχουμε στρατεύματα εκεί», δίνοντας αμέσως ο ίδιος την απάντηση, «διότι απειλούνται, Μεβλούτ».
Διεθνή μέσα ενημέρωσης που κάλυψαν τη συνάντηση της Αγκυρας, πρόβαλαν ιδιαίτερα αυτήν την πτυχή από τη συνέντευξη Τύπου των δύο υπουργών, επισημαίνοντας ότι η απειλή στην οποία αναφέρθηκε ο Δένδιας είναι η παρουσία ολόκληρης τουρκικής στρατιάς κατά μήκος της ακτής, απέναντι από τα ελληνικά νησιά.
Πέραν αυτών, διπλωμάτες τριών ευρωπαϊκών χωρών με τους οποίους συνομιλήσαμε, δύο μάλιστα από χώρες φίλα προσκείμενες προς την Τουρκία, συμφώνησαν ότι «η στάση του Δένδια ταρακούνησε τον Τσαβούσογλου». Συγκεκριμένα, είπαν ότι γενικά «δεν έχουμε δει ή ακούσει στην Αγκυρα να προβάλλεται από ξένη αντιπροσωπεία σοβαρός αντίλογος, και να υποχρεώνεται ο τούρκος αξιωματούχος να αντεπιτίθεται αμυνόμενος». Συνήθως, έχουμε παράλληλους μονολόγους, και οι συνεντεύξεις Τύπου διαρκούν λίγα λεπτά.
Ομως, δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος ξένος πολιτικός μίλησε στα ίσα στον Τσαβούσογλου, αναστατώνοντάς τον μάλιστα εντός έδρας. Τον Οκτώβριο του 2020, σε ανάλογη συνέντευξη Τύπου μετά από συνάντησή της μαζί του, η σουηδή υπουργός Εξωτερικών Αν Λίντε, του ζήτησε ευθέως να αποσύρει η Τουρκία τα στρατεύματά της από τη Συρία, και επιπλέον του υπέδειξε ότι η χώρα του δεν πρέπει να παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ.
Ο Τσαβούσογλου έγινε έξαλλος και της απάντησε απότομα και, κατά πολλούς, απρεπώς. Της είπε «ποιος σας έδωσε εντολή να το κάνετε αυτό;», και αναρωτήθηκε «γιατί δεν μιλάτε για τους Τουρκοκύπριους στην Κύπρο και τους υδρογονάνθρακες;».
Ο κ. Δένδιας, ίσως επειδή ξέρει καλύτερα την ιδιοσυγκρασία του ομολόγου του, καθώς επίσης και τη σημαντική «λεπτομέρεια» ότι τώρα είναι στριμωγμένος από τον Ερντογάν και ότι το πρόσωπο που εκπροσωπεί προς τα έξω τη φιλοσοφία του προέδρου είναι ο στρατηγός Χουλουσί Ακάρ, τον πήγε στο «αγαπητέ Μεβλούτ» και «άκου και αυτό».
Κατά το Al Jazeera, τον «καβγά» τον άρχισε πρώτος ο Έλληνας. Η συνάντηση της Αγκυρας, ανέφερε το φιλικό προς την Τουρκία δίκτυο του Κατάρ, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να δείξουν «οι δύο γείτονες και σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ», ότι προσπαθούν να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους έπειτα από μία χρονιά «πολυσύνθετων διενέξεων». Έτσι, πράγματι η συνέντευξη Τύπου άρχισε με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου να εξυμνεί τον «πολύ θετικό διάλογο που προηγήθηκε», αλλά ό έλληνας υπουργός Εξωτερικών «χρησιμοποίησε τα δικά του εισαγωγικά σχόλια για να ξεφουρνίσει διαχρονικά παράπονα κατά της Τουρκίας» – από έρευνες για φυσικό αέριο σε διαμφισβητούμενα νερά, μέχρι και τον τρόπο που η Αγκυρα συμπεριφέρεται στην ελληνική μειονότητα και διαχειρίζεται την προσφυγική κρίση.
Η Deutsche Welle έγραψε ότι ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών ήταν εκείνος που πυροδότησε τον καβγά. Η συνέντευξη ξεκίνησε με αβρότητα, σημείωσε, αλλά κατέληξε να μαλώνουν ανοικτά οι δύο άνδρες, «όταν ο Δένδιας είπε ότι οι τουρκικές παραβιάσεις της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδος θα αντιμετωπιστούν με κυρώσεις».
Ο Τσαβούσογλου χαρακτήρισε απαράδεκτη αυτήν την αναφορά του ομολόγου του, θεωρεί ότι την έκανε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, και τον κάλεσε ξανά να αφήσει απέξω την απειλή μέτρων από την ΕΕ.
Ομως, τη λογική τού «έλα να τα βρούμε εμείς μόνοι μας, δεν χρειάζονται τρίτες δυνάμεις», δεν την αγόρασε ο κ. Δένδιας.
«…Και επίτρεψέ μου να πω ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την Ελλάδα, Μεβλούτ, δεν είναι τρίτη δύναμη. Η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ. Είναι η οικογένειά μας. Οι χώρες με τις οποίες ζούμε. Με τις οποίες συμμεριζόμαστε τις ίδιες αξίες. Μοιραζόμαστε με αυτές ένα κοινό μέλλον, ένα κοινό όραμα, έναν κοινό χώρο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανήκουμε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Μεβλούτ, και σε αυτό έχουμε προτείνει να ανήκετε και εσείς».
Τέτοια λόγια, επαναλαμβάνω, έχουμε ακούσει πολλές φορές από επίσημα ελληνικά στόματα, αλλά όχι παρούσης της άλλης πλευράς, απευθυνόμενα απευθείας σε αυτήν. Ο αποδέκτης τους, τούτη τη φορά, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ήταν ορατά αμήχανος, ιδίως στην πιο πάνω αναφορά στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής. Κάτι μεταξύ ειρωνικού μειδιάματος και εκνευρισμού…
Το θέμα δεν είναι ποιος από τους δύο «κέρδισε» τη μονομαχία. Αλλά ποιανού οι θέσεις βγήκαν προς τα έξω πιο καθαρές.
Πηγή: Protagon.gr
Στην πρώτη συνεδρίαση του διμερούς Πολιτικού Διαλόγου Ελλάδας – Τουρκίας χθες στην Άγκυρα, ο Τούρκος ΥΠΕΞ Τσαβούσογλου προκάλεσε και πίεσε τον Ν. Δένδια, ( τόσο κεκλεισμένων των θυρών όσο και στη συνέντευξη τύπου), να αποδεχθεί την τουρκική ατζέντα των θεμάτων με το αιτιολογικό, (σς σύμφωνα με στοιχεία από τα Πρακτικά της συνεδρίασης,) ότι:
« …η Τουρκία έχει πολιτικά και νομικά , και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο απόλυτο δίκιο . Η μέχρι τώρα ανοχή από πείρας Τουρκίας οφείλεται στην υπομονή του Αξιότιμου Προέδρου Αξιότιμου, ο οποίος θέλει καλές σχέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες,, κυρίως με την Ελλάδα…»
Ο Έλληνας ΥΠΕΞ επιχείρησε να αντικρούσει τις τουρκικές θέσεις, (σσ βλέπε αναλυτικά Μilitaire 15/04/2021) με τον Τσαβούσογλου να αντεπιτίθεται. Η συνεδρίαση έληξε άκαρπη , με την προφορική συμφωνία των δυο υπουργών, να μην μεταφερθεί η ένταση των συζητήσεων δημοσίως στη συνέντευξη τύπου.
Ο Μ Τσαβούσογλου όμως έσπασε και αυτή την εκ του προχείρου συμφωνία και κατονόμασε προκλητικές τουρκικές θέσεις εναντίον της Ελλάδας στη συνέντευξη τύπου, όπως τις τρομοκρατικές οργανώσεις, τον ελληνικό χειρισμό του προσφυγικού θέματος , την «τουρκική Μειονότητά στην Θράκη, την αποστρατιωτικοποίησή των νήσων, τον εναέριο χώρο των 10ων, την Αν Μεσόγειο κλπ.
Επομένως η στάση Τσαβούσογλου οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τον Έλληνα ΥΠΕΞ να αντιδράσει δημοσίως στην τουρκική διπλωματική προκλητικότητα , διαφορετικά θα φαινόταν ότι η ελληνική πλευρά δεν αντιδρά στις τουρκικές αιτιάσεις, άρα τις αποδέχεται πλήρως.
Η εκνευρισμένη απάντηση Δένδια όμως ήταν άστοχη και προσέφερε ακριβώς αυτό που επιθυμεί η Άγκυρα , δηλαδή να προσθέτει στην φαρέτρα της νομικά και πολιτικά επιχειρήματα υπέρ των θέσεων της σε βάρος της Ελλάδας.
Ο κ Δένδιας , στην προκλητική θέση της Τουρκίας ότι η Ελλάδα παραβιάζει τη Συνθήκη της Λωζαννης, στρατιωτικοποιώντας τα νησιά Μυτιλήνη, Σάμο, Χίο, Ικαρία, απάντησε επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα εξοπλίζει με στρατό τα νησιά. Υποστήριξε δηλαδή ότι στρατιωτικοποιεί τα νησιά της Συνθήκης της Λωζαννης λόγω τουρκικής απειλής:
«Αποστρατικοποίηση των νησιών. Γιατί υπάρχει στρατός στα νησιά; Υπάρχει γιατί απειλούνται από κάπου. Ο στρατός κοστίζει χρήματα. Δεν θέλουμε να χαλάμε χρήματα χωρίς λόγο. Υπάρχει κανείς να ισχυρίζεται αυτή τη στιγμή ότι δεν υπάρχει στρατιωτική απειλή και αποβατική δύναμη απέναντι από τα νησιά; Εάν δεν υπάρχει, είναι καλό να μας το πουν.»
Άρα προσέφερε νομικό και πολιτικό επιχείρημα στην Άγκυρα να εδραιώσει την κατηγορία της ελληνικής παραβίασης της Συνθήκης της Λωζάννης. Δημιουργώντας έτσι σκέψεις ότι το όλο σκηνικό της συνέντευξη ήταν μια καλοστημένη τουρκική παγίδα, ώστε σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο ή οργανισμό ή διαμεσολάβηση η Ελλάδα να είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη.
Ο κ Δένδιας με τη θέση αυτή αποδέχθηκε παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης για λόγους άμυνας, γεγονός που είναι σε βάρος της Ελλάδας δεδομένου , ότι η Συνθήκη της Λωζάννης απαγορεύει μόνον ναυτικές βάσεις και οχυρωματικά έργα στις νήσους ( άρθρο 13)
Ο κ Δένδιας όμως απέφυγε να αναφερθεί για να προασπίσει τα ελληνικά συμφέροντα και σε ένα άλλο συντριπτικό σε βάρος της Τουρκίας σημείο του ίδιου άρθρου 13 της Λωζάννης , που απαγορεύει στα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη ΝΑ ΥΠΕΡΙΠΤΑΝΤΑΙ ΤΩΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΝΗΣΙΩΝ. Επίσης ξέχασε για το ίδιο θέμα των παραβιάσεων να αναφερθεί στο άρθρο 3 Σύμβασης Σικάγο, που απαγορεύει στα τουρκικά αεροσκάφη να πετούν στην κυριαρχία άλλης χώρας – συγκεκριμένα Ελλάδας και των συγκεκριμένων νήσων αυτών- εκτός της περίπτωσης που αποδεχθούμε ότι δεν είναι ελληνικά.
Ομοίως άστοχη ήταν και η απάντηση Δένδια στην αντίδραση της Τουρκίας για τα 10νμ εθνικού εναερίου χώρου. Ο υπουργός ανέφερε μεν ότι το σχετικό ελληνικό προεδρικό διάταγμα εφαρμόζεται από το 1931, αλλά απέφυγε να αναφερθεί στη Σύμβαση του Σικάγο 1945 και στο Σύμβαση- Δίκαιο της Θάλασσας ,οι οποίες το 1947 και 1996 κυρωθήκαν από τη Βουλή με νόμο και που, δυστυχώς, ορίζουν ότι κάθε χώρα ασκεί πλήρη και αποκλειστική κυριαρχία στο έδαφος και στα χωρικά ύδατα και στον υπερκείμενο εναέριο χώρο…
Η χθεσινή συνέντευξη τύπου στην Άγκυρα έριξε προς στιγμήν στα βράχια την πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας σε βάρος των εθνικών συμφερόντων, ο ΥΠΕΞ που ακολουθεί η κυβέρνηση από το 2019 και κυρίως μετα την συνάντηση στο Βερολίνο τον Αύγουστο 2020 των απεσταλμένων Σουρανη – Καλίν.
Προετοιμασμένη ή όχι, συννενοημένη ή όχι, η έκρηξη Δένδια στην Άγκυρα ανάγκασε σε λιγότερο από εικοσιτετράωρο την κυβέρνηση, ( με διευκρινιστικές διαρροές από το Μαξίμου προς τα ΜΜΕ) , σε στιγμιαίους «πανηγυρισμούς» για την σθεναρή στάση Δένδια απέναντι στον Τσαβούσογλου.
Στην πραγματικότητα όμως οι επίσημες διατυπώσεις Δένδια στην συνέντευξη τύπου στην Άγκυρα κατόρθωσαν να μετατρέψουν την Ελλάδα από κατήγορο της Τουρκίας σε κατηγορούμενη και μάλιστα με αποδοχή εγκλήματος . Και τούτο διότι αντί να κατηγορήσει ευθέως την Άγκυρα ότι αυτή παραβιάζει καθημερινώς επί δεκαετίες τη Συνθήκη της Λωζάννης με τις τουρκικές υπερτάσεις, αποδέχθηκε ψευδώς ότι η Ελλάδα στρατιωτικοποιεί τα νησιά , δηλαδή παραβιάζει (και πάλι ψευδώς) τη Συνθήκη της Λωζαννης και έτσι έγινε από κατήγορος, κατηγορούμενη.
Είναι άγνωστο ακόμα αν οι πανηγυρισμού για την σκλήρυνση της ελληνικής στάσης απέναντι στην Τουρκία θα διατηρηθεί μέχρι τις 27 Απριλίου όταν θα αρχίσει η κρίσιμη Πενταμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό.
Όπως είναι άγνωστο ακόμα πως θα χειριστεί η κυβέρνηση την πρόσκληση του Τ Ερντογαν προς τον Κ Μητσοτάκη μέσω Δένδια να «τα βρουν οι δυο» και να μοιράσουν Καζάν – καζάν (μισά μισά) , έτσι ώστε να καταστεί επιτυχής μια μελλοντική Συνάντηση Κορυφής.
Είναι η δεύτερη επίσημη απόπειρα Ερντογάν να αποσπάσει από την Αθήνα Συμφωνία καζάν -, καθ’ όσον η πρώτη απόρριψη της πρότασης του καζάν- καζάυ είχε έρθει από τον Α Σαμαρά, ως πρωθυπουργού κατά την επίσκεψη του στην Άγκυρα το2013.
![]() |
Η τροπή που πήρε η κοινή συνεντεύξη τύπου του Νίκου Δένδια με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου αναμφίβολα αιφνιδίασε, καθώς τέτοιου είδους συνεντεύξεις συνήθως είναι περισσότερο «στερεότυπες» ως προς τον τόνο και το περιεχόμενο. Περισσότερο ξάφνιασε η στάση του Νίκου Δένδια, καθώς, παρόλο που ανέφερε τα αυτονόητα ως Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, παραθέτοντας τις διαχρονικές ελληνικές θέσεις στα ελληνοτουρκικά ζητήματα, επικοινωνιακά τουλάχιστον φρόντισε να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες προσεγγίσεις των αρχηγών της ελληνικής διπλωματίας. Προβαίνοντας σε μια πρώτη ανάγνωση του χθεσινού τοπίου θα επισημαίναμε τα έξης: 1. Ο Νίκος Δένδιας, με ύφος Υπουργού Εξωτερικών που αποπνέει σιγουριά, ισχύ και αυτοπεποίθηση, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, προκειμένου να παρουσιάσει διεθνώς τις πάγιες ελληνικές θέσεις, με επιχειρήματα που εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο και τη νομιμότητα, αντιπαραθέτοντάς τα με τον τουρκικό τρόπο θεώρησης και δράσης, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την επιβολή του «δικαίου του ισχυρού». Και αυτό, λίγες μέρες μετά το επεισόδιο Sofagate, την ώρα που ο διεθνής Τύπος και τα βλέμματα ήταν στραμμένα με αρνητικό τρόπο προς την Άγκυρα. 2. Το μήνυμα που έστειλε ο Έλληνας ΥΠΕΞ αναμφίβολα απευθυνόταν προς πολλές κατευθύνσεις. Καταρχάς προς την Άγκυρα, καθιστώντας σαφές ότι η Ελλάδα θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και δεν θα ανεχθεί τη δημιουργία τετελεσμένων. Έπειτα είχε αποδέκτες τις Βρυξέλλες, που εδώ και μήνες «κλείνουν τα μάτια» απέναντι στην παραβατική συμπεριφορά της Άγκυρας, αλλά και το Βερολίνο, το οποίο, περιφρουρώντας τα συμφέροντα του με την Τουρκία, ασκεί πιέσεις προς την Αθήνα για εξομάλυνση των σχέσεών της με την Τουρκία. Τέλος απευθυνόταν και προς το εσωτερικό μέτωπο, ένεκα και των διαφορετικών προσεγγίσεων που εκφράζονται ως προς τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. 3. Μια μέρα πριν από την Τετραμερή συνάντηση Κύπρου, Ελλάδας, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στην Πάφο, η παρέμβαση του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών ανέδειξε τον σταθεροποιητικό ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, μέσα από τη συνεργασία της με κράτη της περιοχής, στη βάση μιας θετικής προσέγγισης και ως γέφυρα μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου και του Κόλπου, με τα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Ευρώπη. 4. Από την άλλη πλευρά, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου φρόντισε να καταστήσει σαφές ότι η Άγκυρα προσέρχεται στον ελληνοτουρκικό διάλογο χωρίς να υποχωρεί από τις αξιώσεις της, επιμένοντας στη δική της ανάγνωση του Διεθνούς Δικαίου και στον τρόπο που η ίδια ορίζει την ατζέντα των διμερών θεμάτων προς συζήτηση, η οποία δεν ταυτίζεται με αυτή της ελληνικής πλευράς, αλλά περιλαμβάνει και ζητήματα, τα οποία η Ελλάδα θεωρεί ότι βρίσκονται εκτός συζήτησης. Επομένως η συνάντηση αυτή κατέδειξε ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος κάθε άλλο παρά εύκολος θα είναι. 5. Καταληκτικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πέραν από όσα λέγονται μπροστά από τις κάμερες, μεγαλύτερη σημασία έχουν όσα συμφωνούνται πίσω από τις κλειστές πόρτες. Είναι αναγκαίο δε να έχουμε υπόψη ότι η διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτελεί ένα μαραθώνιο αγώνα, στον οποίο είναι αναγκαία πέραν από τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα, η διατύπωση των «κόκκινων γραμμών» με σαφήνεια. Πάνω από όλα όμως, από τη στιγμή που η Αθήνα έχει να αντιμετωπίσει τις αναθεωρητικές αξιώσεις της γείτονος χώρας, επιβάλλεται να ενδυναμώσει την αποτρεπτική εσωτερική και εξωτερική ισχύ της, καθορίζοντας σαφείς στόχους και στρατηγική, προκειμένου να «σπρώξει» όσο το δυνατόν περισσότερο το ισοζύγιο δυνάμεων υπέρ της. Νικολέττα Κουρούσιη |













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου