οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Υποτίθεται ότι η κατάληψη είναι απόφαση φοιτητικών συλλόγων. Ασφαλώς και δεν είναι έτσι. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από ολιγάριθμες ομάδες, ιδιαίτερα μειοψηφικές, που καπηλεύονται τη βούληση των φοιτητών. Μάλιστα, ακριβώς επειδή στο όνομα της συλλογικής βούλησης απουσιάζει κάθε προσωπική ευθύνη, αυτή τη στιγμή όλο το κτίριο του Πανεπιστημίου (από το έντυπο αρχείο του ΑΠΘ με όλα τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων έως τα γραφεία π.χ. της οικονομικής ή της νομικής υπηρεσίας) είναι στη διάθεση όποιου θελήσει. Μαθαίνω ότι έχουν γίνει κάποιες επαφές καθηγητών με καταληψίες, αλλά δεν είναι για να αισιοδοξείς. Οι ριζοσπάστες αναρχικοί και τα μέλη των ΕΑΑΚ, που είναι μπροστάρηδες στις καταλήψεις, δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα. Αλλωστε είναι της λεγόμενης «άμεσης δημοκρατίας». Επιμένουν στην κατάληψη και σε ό,τι ονομάζουν κλιμάκωση του αγώνα, ελπίζοντας ότι θα είναι η αφορμή για να γενικευθεί ένα κλίμα απείθειας σε ολόκληρη τη χώρα, όπου λειτουργούν πανεπιστήμια (ήδη συντηρείται ένα κλίμα «διέγερσης» στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων). Στόχος είναι πάντα ο νόμος 4777 και η κατάργησή του στην πράξη, όπως στοχεύει ο αιώνιος εξεγερμένος φοιτητής Νίκος Φίλης....

Από "ΤΑ ΝΕΑ"


"ΤΑ ΝΕΑ", 08/03/21

.
ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΜΑΛΟΥΧΟΥ


Το τρομοκρατικό φαινόμενο υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες πληγές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η βλάβη που επέφερε τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας ήταν τεράστια. Συνεχής όμως υπήρξε και η καλλιέργεια ενός κλίματος ιδιότυπης ανοχής του από πολλούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης, καθώς και από τμήμα του πολιτικού κόσμου. Η τρομοκρατία έγινε ιδιότυπο ιδεολογικό και πολιτικό εμπόρευμα με το οποίο αρκετοί προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το πλεονέκτημα μιας υποτιθέμενης επαναστατικότητας που κάποτε πουλούσε. Η εκτενής ανοχή και η σαφής θωπεία προς την τρομοκρατία υπήρξαν αυτό ακριβώς: πολιτική πραμάτεια ανεύθυνων ανθρώπων που δεν λογάριασαν ποτέ τη ζημιά που κάνουν στη χώρα. Και τώρα κάνουν το ίδιο δηλητηριάζοντας αδίστακτα και το μέλλον. Γιατί τα γκαζάκια και οι ομάδες που τα ρίχνουν είναι ένα επίπεδο. Ομως οι πολλαπλές προμελετημένες εν ψυχρώ εκτελέσεις είναι εντελώς άλλο.

Παρ' όλα αυτά, δεν τους βγαίνει. Ο,τι κι αν κάνει οποιοσδήποτε, το 2021 δεν είναι το '80 και το '90. Και δεν μπορεί να γίνει. Το τρομοκρατικό φαινόμενο ξεπεράστηκε. Δεν πουλάει πια. Δεν συγκινεί, δεν πείθει, δεν αφορά τελικά κανέναν. Και αυτή είναι η πιο ουσιώδης καταδίκη του από την ελληνική κοινωνία: ότι έχει μπει οριστικά στο περιθώριο του χρόνου και της ιστορίας. Ο παραπλανητικός μύθος της τρομοκρατίας, που οικοδομήθηκε συστηματικά από διάφορους, έχει πλέον ξεθωριάσει. Εχει γκρεμιστεί και τίποτα δεν είναι ικανό να τον ζωντανέψει ξανά. Η ελληνική κοινωνία έχει ξεφύγει από αυτό. Εχει προχωρήσει. Ισως αυτό να οφείλεται και στην ίδια την αποκάλυψη του ποιοι ήταν οι κύριοι τρομοκράτες στην Ελλάδα. Βγαίνοντας από το σκοτάδι στο φως, η αλήθεια δεν μπορούσε πια να κρυφτεί. Από την ημέρα που τα πρόσωπά τους έγιναν γνωστά, που έχασαν το πέπλο του φαντασιακού που τους σκέπαζε, έχασαν εκτός από την εκτελεστική και την ιδεολογική ισχύ τους. Η ελληνική κοινωνία, που έτσι κι αλλιώς είναι επιρρεπής μάλλον πάνω από τον «μέσο όρο» στις συνωμοσιολογίες, έχασε τελικά το ενδιαφέρον της. Ενας ακόμα λόγος γι' αυτό είναι ότι τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα: όταν έχεις περάσεις δέκα χρόνια πτώχευσης, τα περιθώρια για κοινούς αιμοσταγείς δολοφόνους που υποκρίνονται ότι κάνουν... επανάσταση δεν βρίσκουν πια ανοιχτά αφτιά. Είναι ωρίμαση.


Τέλος, υπάρχει ο πιο καθοριστικός παράγοντας από όλους: ο χρόνος. Η γενιά που είχε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ψυχικό σύνδεσμο με όλα τα παραπάνω, δεν είναι πια στο επίκεντρο. Εχει εν πολλοίς αφυπηρετήσει από τους κεντρικούς ρόλους που διαμορφώνουν την κοινή συνείδηση. Λέξεις όπως «17 Νοέμβρη», «Κουφοντίνας», «Γιωτόπουλος» και όλες οι συναφείς δεν λένε πια και πολλά στον μέσο παραγωγικό άνθρωπο που παλεύει να επιβιώσει. Είναι μακρινές αναμνήσεις πραγμάτων που έχει ακούσει. Και τέλος. Γι' αυτό άλλωστε και το άθλιο παιχνίδι της επένδυσης στην τρομοκρατία που γίνεται σήμερα από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζεται κυρίως από τους γηραιότερους ανάμεσά τους. Τα ΚΑΠΗ του ΣΥΡΙΖΑ είναι που έχουν μπει μπροστά σε όλο αυτό. Είναι μια αμιγώς εγωιστική συμπεριφορά: βλέπουν ότι είναι παρελθόν και δεν τους αρέσει. Θέλουν λοιπόν να πουλήσουν κι άλλο απ' το παλιό τους προϊόν και να μείνουν στο πάλκο. Αλλά το κοινό δεν χειροκροτεί πια. Ούτε καν μαζεύεται. Απλώς αδιαφορεί. Και αυτό τους τρελαίνει. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, που έλεγε και ο Παπανδρέου. Η μεταπολιτευτική τρομοκρατία ανήκει σε έναν άλλο κόσμο που δεν υπάρχει πια. Εστω και αργά ο ΣΥΡΙΖΑ το κατάλαβε, πιθανότατα από τις δημοσκοπήσεις, ότι όλο αυτό δεν του δίνει τίποτα. Αντιθέτως. Και ενώ στην αρχή το χάιδεψε, τώρα το παρατάει...


"ΤΑ ΝΕΑ", 08/03/21

Μια ανοιχτή πληγή


Σ
το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η κατάληψη του κτιρίου διοίκησης συνεχίζεται. Ταυτόχρονα, οι καθηγητές πανεπιστημίου που υπέγραψαν υπέρ της απόφασης του πρύτανη να φωνάξει την Εισαγγελία ξεπέρασαν τους πεντακόσιους. Ισως για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, είναι πολλοί εκείνοι που ξεπερνάνε τον φόβο και εκφράζονται ανοιχτά εναντίον της οχλοκρατίας και της ομηρείας των πανεπιστημίων από δυναμικές μειοψηφίες. Υποτίθεται ότι η κατάληψη είναι απόφαση φοιτητικών συλλόγων. Ασφαλώς και δεν είναι έτσι. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από ολιγάριθμες ομάδες, ιδιαίτερα μειοψηφικές, που καπηλεύονται τη βούληση των φοιτητών. Μάλιστα, ακριβώς επειδή στο όνομα της συλλογικής βούλησης απουσιάζει κάθε προσωπική ευθύνη, αυτή τη στιγμή όλο το κτίριο του Πανεπιστημίου (από το έντυπο αρχείο του ΑΠΘ με όλα τα προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων έως τα γραφεία π.χ. της οικονομικής ή της νομικής υπηρεσίας) είναι στη διάθεση όποιου θελήσει.

Μαθαίνω ότι έχουν γίνει κάποιες επαφές καθηγητών με καταληψίες, αλλά δεν είναι για να αισιοδοξείς. Οι ριζοσπάστες αναρχικοί και τα μέλη των ΕΑΑΚ, που είναι μπροστάρηδες στις καταλήψεις, δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα. Αλλωστε είναι της λεγόμενης «άμεσης δημοκρατίας». Επιμένουν στην κατάληψη και σε ό,τι ονομάζουν κλιμάκωση του αγώνα, ελπίζοντας ότι θα είναι η αφορμή για να γενικευθεί ένα κλίμα απείθειας σε ολόκληρη τη χώρα, όπου λειτουργούν πανεπιστήμια (ήδη συντηρείται ένα κλίμα «διέγερσης» στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων). Στόχος είναι πάντα ο νόμος 4777 και η κατάργησή του στην πράξη, όπως στοχεύει ο αιώνιος εξεγερμένος φοιτητής Νίκος Φίλης. Και ευρύτερα, στόχος είναι η υπονόμευση της ομαλής λειτουργίας των σχολών, η δημιουργία ενός ακόμα πεδίου κοινωνικής αναταραχής, που θα μπορούσε να λειτουργήσει σωρευτικά ως πεδίο κυβερνητικής αμφισβήτησης. Τώρα μάλιστα που φαίνεται ότι τελειώνει και το πεδίο δράσης γύρω από τον τρομοκράτη Κουφοντίνα και τις απαιτήσεις του.

Μαθαίνω από καθηγητές της σχολής ότι, στο μεταξύ, οι καταληψίες φέρονται με άσχημο τρόπο ακόμα και στους καθηγητές που έχουν αναλάβει να τους προσεγγίσουν, διαπραγματευόμενοι την αποχώρησή τους. Ο,τι συμβαίνει στο Πανεπιστήμιο, αυτή τη στιγμή, δεν πλήττει τις διδασκαλίες, οι οποίες γίνονται εξ αποστάσεως, λόγω των μέτρων για την πανδημία. Επιτρέπει, όμως, την πεποίθηση ότι το κράτος παραμένει ανίσχυρο να επιβάλει τους ψηφισμένους κανόνες.


Υπάρχει λύση; Καθηγητές του ΑΠΘ, που θα ήθελαν να τελειώσει αυτή η κατάσταση, θεωρούν ότι η λύση δεν μπορεί να δοθεί από τον πρύτανη που δεν έχει τη στήριξη όλης της πρυτανείας, ούτε από τους φοιτητές - η πλειονότητα των οποίων, άλλωστε, δεν συμμερίζεται τις ριζοσπάστριες ομάδες που την υποκαθιστούν. Την Τρίτη υπάρχει γενική συνέλευση του Ενιαίου Συλλόγου Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (ΕΣΔΕΠ), αλλά κι εκεί δεν είναι σίγουρο ότι θα υπάρξει έστω απόφαση αποκλιμάκωσης της έντασης - αφού για να ληφθεί τέτοια απόφαση, που δεν προβλέπεται με ηλεκτρονική ψηφοφορία, χρειάζεται να προσέλθουν πολλοί εκπρόσωποι της σιωπηλής πλειοψηφίας, που σήμερα δεν μιλάνε οχυρωμένοι στην ιδιώτευση που την έκανε βαθύτερη η πανδημία. Θα αλλάξει αυτό το δεδομένο;

Αν θέλεις την επικράτηση της νομιμότητας, κάποιες φορές χρειάζεται και να τη διεκδικείς. Η διευρυνόμενη λίστα με τις υπογραφές καθηγητών που στηρίζουν τον πρύτανη του ΑΠΘ και την εφαρμογή του νόμου είναι μια ένδειξη ότι η σιωπηλή πλειοψηφία αποκτά φωνή. Αν θέλει όμως η φωνή αυτή να ακουστεί πρέπει να βρει το κουράγιο, αρχίζοντας από τη συνέλευση του ΕΣΔΕΠ, να ξεπεράσει το γενικότερο κλίμα φόβου και επιφυλάξεων. Κι ότι δεν είναι άλλο διατεθειμένη να είναι όμηρος βίαιων μειοψηφιών.

Τότε και τώρα

Τη μέρα που ο Κουφοντίνας και η συμμορία του δολοφόνησαν τον Παύλο Μπακογιάννη είχα πάρει προγραμματισμένη άδεια από το τάγμα όπου έκανα τη θητεία μου, στο Μανταμάδο Λέσβου. Επειτα από μήνες στην Αθήνα, πέρασα από την εφημερίδα της Αριστεράς για την οποία εργαζόμουν, την «Εποχή». Οι συντάκτες της ήταν ανάστατοι, αλλά κανείς δεν διανοούνταν να συμψηφίσει τη δολοφονία με τις προοπτικές οποιουδήποτε ριζοσπαστικού κινήματος. Ο Αγγελος Ελεφάντης, με καθοριστικό ρόλο τότε στην εφημερίδα, μου ζήτησε να γράψω ακόμα ένα καταδικαστικό άρθρο για την τρομοκρατία στις καλλιτεχνικές σελίδες, που προστέθηκε στα όσα δημοσίευσε η εφημερίδα. Η κατακλείδα ήταν μία: δολοφόνοι εχθροί της δημοκρατίας.

Τα ίδια έγραφε και η «Αυγή» (όπως μου θύμισαν χθες καλοί φίλοι). Στο φύλλο της 27/9/1989, υπό τον τίτλο «Δολοφόνοι», το κύριο άρθρο της σημείωνε μεταξύ άλλων τον ρόλο του αυριανισμού, της κίτρινης δημοσιογραφίας, στη στοχοποίηση του Μπακογιάννη. Και έκλεινε ως εξής: «Σε όλους αυτούς τους φασιστοειδείς, είτε κρύβονται πίσω από τις μάσκες της "17 Νοέμβρη" είτε σπουδάζουν στα νάματα του αυριανισμού, μια μόνη πρέπει να είναι η απάντησή μας. Η προάσπιση με κάθε τρόπο της δημοκρατικής ομαλότητας. Και η λήψη όλων εκείνων των μέτρων που θα προστατεύουν την ανθρώπινη ζωή, με το ξερίζωμα μιας συμμορίας δολοφόνων και αγριανθρώπων». Συγκρίνετε το τότε με το τώρα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου