οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

"...Την επισκεπτόμουν κάθε Σάββατο. «Καλά σε βλέπω, γιαγιά...». «Δεν βαριέσαι, αγάπη μου. Ακόμα κι όταν γελάω, από μέσα μου κλαίω. Δεν πρέπει όμως να επιβαρύνουμε τους άλλους με το πένθος μας. Η κάθε συναναστροφή είναι γιορτή. Οποιος δεν το εννοεί αυτό, ας μένει κλειδαμπαρωμένος...».

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 16-17/02/19

"ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ",
του Χρήστου Χωμενίδη
Χτυπάει - που λες - η πόρτα, ανοίγει η μαμά μου και ποιες βλέπει στο κατώφλι; Δύο κοπελίτσες από το παραδιπλανό σπίτι! Καταλαβαίνεις, εργαζόμενες, ελευθερίων ηθών... "Ο μπαρμπα-Αλέξανδρος", της λένε, "κυρα-Κατίνα, ξέχασε σε εμάς το πουγκί του". Το βγάζει η μία από τον κόρφο της και της το δίνει. Τις ευχαρίστησε η μαμά - να μην τις ευχαριστήσει; Τις τράταρε και γλυκό...».

Το παραπάνω περιστατικό μού το διηγήθηκε, εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, η γιαγιά Λώρα. Θα έπρεπε ίσως να σοκαριστώ - Ε' Δημοτικού πήγαινα -, είχα όμως ήδη μπει στο κλίμα της. «Vivre c'est l'amour» ήταν η φράση που είχε κεντήσει με χρυσή κλωστή και την είχε κρεμάσει κορνιζωμένη πάνω από το κρεβάτι της. «Ζωή σημαίνει έρωτας».

Ερωτας σε όλες τις εκφάνσεις του. Εφηβικός που γράφει ποιήματα, νεανικός που σε οδηγεί στη νυφική παστάδα ή στη βαριά κατάθλιψη ή και στα δύο, παράνομος που ολοκληρώνεται σε γκαρσονιέρες και σε εχέμυθα ξενοδοχεία, αγοραίος... Ακόμα και ανορθόδοξος, «διεστραμμένος» κατά τους ηθικολόγους. Οπως οι έρωτες που εμπνέουν τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Επαιρνε η γιαγιά Λώρα τα Απαντά του, «έλα να απαγγείλουμε!», μου έλεγε, «μονάχα όταν διαβάζεις φωναχτά το ποίημα το νιώθεις...». Ανοιγε σε μια τυχαία σελίδα - «όλα αριστουργήματα είναι, έτσι κι αλλιώς». Ξεκινούσε εκείνη κι εγώ επαναλάμβανα, στίχο στίχο, «χωρίς αστείαν αιδώ για τη μορφή της απολαύσεως». «Θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια που είδα, θα 'ναι είκοσι χρόνια πριν... Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε. Επειτα έφυγε, θαρρώ, στη Σμύρνη, για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ειδωθήκαμε...».

Στη Σμύρνη είχε γεννηθεί η γιαγιά Λώρα, από πατέρα Ανδριώτη, ο οποίος είχε εγκαταλείψει το νησί του λόγω φτώχειας και είχε στην πόλη κάπως προκόψει - διατηρούσε ένα συνοικιακό ποτοπωλείο, μια κάβα με κρασιά και τσίπουρα. «Η μαμά μου εγκυμόνησε είκοσι τρεις φορές. Στα πρώτα δώδεκα παιδιά που ήρθαν στον κόσμο έδιναν αρχαία ονόματα - Αγαμέμνων, Αφροδίτη - και πέθαιναν όλα πολύ μικρά. Μια γειτόνισσα έκανε τον συσχετισμό, "να βγάζετε αγίους!" τους συμβούλεψε. Η δεύτερη, χριστιανική, φουρνιά - εμείς οι οχτώ - ζήσαμε...». «Το Λώρα από πού προέρχεται, γιαγιά;». «Από το Ελεονώρα! Ο Δημητράκης μου το διάλεξε».

Ο Δημητράκης ήταν ο λατρευτός της αδελφός, ο Δημήτρης Γληνός. Μου έδειχνε τη φωτογραφία που της είχε στείλει από την εξορία - «στην τέλεια γυναίκα» έγραφε η αφιέρωση. Για τον έτερο επιφανή αδελφό της, τον πρωταγωνιστή του Εθνικού Θεάτρου, Γιώργο Γληνό, επεφύλασσε ένα αρκετά καυστικό σχόλιο. «Ατύχησε ο Γιώργος μας» έλεγε. «Συνέπεσε με τον Αιμίλιο Βεάκη. Τι να σου κάνει; Οσο ταλέντο και να έχεις, πώς να μη σε επισκιάσει ο Βεάκης;».

Τα υπόλοιπα παιδιά δεν είχαν διαπρέψει εξίσου - χρηματιστής είχε γίνει ο ένας, τυπογράφος ο άλλος, θυρωρός ο τρίτος, ο θείος Πάνος «ο καλός»... «Οταν όμως, το 1936, το Κόμμα πρότεινε στον Δημητράκη να τον κατεβάσει βουλευτή, τους κάλεσε εκείνος όλους σπίτι του και ζήτησε την έγκρισή τους. Γιατί; Διότι ήμασταν οικογένεια».

Φτάνοντας στην Αθήνα με την Καταστροφή - «η Αννα μάς έσωσε! Μίλησε αγγλικά στους ναύτες και μας ανέβασαν στο εγγλέζικο πλοίο...» -, προσφυγοπούλα, άνοιξε με την αδελφή της έναν οίκο μόδας. «Οχι δεύτερος απ' τους πρώτους. Πρώτος από τους δεύτερους. Εφερνε ο Τσούχλος τα πατρόν από το Παρίσι, έντυνε την ανώτατη τάξη και την επόμενη σεζόν μάς τα έδινε. Ράβαμε τις κυρίες των καλοστεκούμενων υπαλλήλων... Η Αδαμαντία έβγαζε τη χοντρή δουλειά. Εγώ είχα αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις, προσέθετα σε κάθε ρούχο μια τσαχπινιά - ένα βελούδινο λουλούδι, μια μεταξωτή κορδέλα - κι ενθουσιαζόταν η πελάτισσα... Οταν αρρώστησε η Αδαμαντία και ένιωσε ότι θα πεθάνει - σαράντα θα 'τανε; Βαριά... -, αγόρασε τον τάφο των Γληνών στο Πρώτο. "Θα 'ρθετε όλοι, αργά ή γρήγορα, παρέα μου..." είπε».

«Παντρεύτηκα δύο θεούς. Με τον παππού σου δυστυχώς δεν ταιριάξαμε, χωρίσαμε σε τρεις μήνες, πριν καταλάβω καν ότι είμαι έγκυος στον μπαμπά σου. Λίγα χρόνια αργότερα, με ζήτησε ο Λύσανδρος. "Εχω άριστες συστάσεις και από τον πρώην σύζυγό σας, κυρία Γληνού..." μου έκανε. "Δεν είσθε όμως τελεμές, αν δεν μου αρέσετε να σας επιστρέψω στον μπακάλη. Θα ήθελα, πριν απ' τον γάμο, να σας δω γυμνή...". Ταράχτηκα κάπως - συμβουλεύτηκα τον Δημητράκη μου. "Δεν έχει άδικο ο άνθρωπος. Δεν θα προχωρήσεις όμως σε πλήρη αποκαλυπτήρια. Θα εμφανιστείς με ένα κομψό κομπινεζόν, θα τον ενημερώσεις δε ότι φέρεις σημάδι από σκωληκοειδίτιδα". Ετσι έγινε. Κι ο γάμος στέριωσε». «Απέκτησα δύο περίφημα παιδιά. Χήρεψα όμως πολύ νέα. Τι τα θες; Η ερωτική μοναξιά είναι η εσχάτη των ποινών. Vivre c'est l'amour!».



Οταν έχασε την αδελφή της και λίγο αργότερα τον γιο της, η γιαγιά Λώρα - για να ψευτοπαρηγορηθεί - το έριξε στο κέντημα. Κέρδισε και διαγωνισμό στα ογδόντα της. Διάβαζε μανιωδώς, έκοβε από εφημερίδες και περιοδικά ό,τι την εντυπωσίαζε και το κολλούσε σε λευκώματα.

Την επισκεπτόμουν κάθε Σάββατο. «Καλά σε βλέπω, γιαγιά...». «Δεν βαριέσαι, αγάπη μου. Ακόμα κι όταν γελάω, από μέσα μου κλαίω. Δεν πρέπει όμως να επιβαρύνουμε τους άλλους με το πένθος μας. Η κάθε συναναστροφή είναι γιορτή. Οποιος δεν το εννοεί αυτό, ας μένει κλειδαμπαρωμένος...».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου