οι κηπουροι τησ αυγησ

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

O KINΔΥΝΟΣ ΠΡΟΣΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΓΔΜ, ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΕΑΝ....- ΕΚΕΙΝΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΑΠΛΩΣ ΟΝΟΜΑΤΑ, ΕΜΕΙΣ "ΣΑΛΑΜΟΠΟΙΟΟΥΜΕ" ΘΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ...- Η ΤΗΡΗΤΕΑ ΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΣΤΟ ΝΑΤΟ, ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΛΕΙΣΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ΤΟ ΘΕΜΑ...- ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ, ΕΑΝ ΔΙΑΤΗΡΗΘΕΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ status quo ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΠΓΔΜ...

Τρεις πρέσβεις ε.τ.  και ένας καθηγητής Πανεπιστημίου γράφουν γιά το Σκοπιανό, 
από "ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 04/02/18









1.ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Του Πρέσβεως ε.τ. Γιώργου Κακλίκη*

Προσφιλές παράδειγμα για την προσέγγιση δύο κρατών είναι για πολλούς η γαλλογερμανική φιλία. Ομως, λίγοι είναι εκείνοι που θυμούνται ένα αντίστοιχο και ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης: των σχέσεων Ελλάδας - Βουλγαρίας. Γεμάτη από γεγονότα πυρός και σιδήρου, η ιστορία των δύο χωρών είναι κηλιδωμένη με πολύ αίμα. Χρειάστηκε πολύ θάρρος και μεγάλη αποφασιστικότητα για να γυρίσει η σελίδα ώστε οι δύο χώρες να γίνουν υπόδειγμα συνεργασίας κρατών που, από θανάσιμοι και αιώνιοι εχθροί, αποτελούν σήμερα πραγματικό παράδειγμα φιλίας και συνεργασίας. Οχι μόνο σε διμερές επίπεδο αλλά και σε εκείνο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε την αποφασιστικότητα να συνεννοηθεί με τον Τέοντορ Ζίφκοφ και να ξεκινήσει μαζί του μια πορεία προσέγγισης στην οποία ελάχιστοι πίστευαν ενώ οι περισσότεροι διατύπωναν σοβαρές επιφυλάξεις. Οι πολλοί, στραμμένοι στην ιστορία, έβλεπαν σκοτάδι αλλά οι δύο ηγέτες, στραμμένοι στο μέλλον, έβλεπαν φως. Και τα πράγματα απέδειξαν ότι είχαν δίκιο. Σήμερα, Ελλάδα και Βουλγαρία είναι σύμμαχοι και εταίροι. Πορεύονται μαζί και η συνεργασία τους εμπλουτίζεται και συμβάλλει στη σταθερότητα της περιοχής των Βαλκανίων. Και αυτό, άσχετα αν υπάρχουν κάποια ζητήματα για τα οποία η κάθε πλευρά διατηρεί τις δικές της θέσεις.

Οι σχέσεις Αθήνας - Σκoπίων έχουν και αυτές στην ιστορία τους μελανά σημεία. Πολύ λιγότερα και πολύ πιο μικρά από όσα χαρακτήριζαν τις σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων εδώ και αιώνες. Σήμερα, όμως, τα πράγματα με τα Σκόπια δείχνουν να παίρνουν μια θετική τροπή και φαίνεται να παρουσιάζεται ένα πραγματικό και όχι θεωρητικό παράθυρο ευκαιρίας. Το θέμα της ονομασίας και εκείνο των αλυτρωτικών αναφορών σε Σύνταγμα, εκπαιδευτικά εγχειρίδια και άλλα κρατικά κείμενα φαίνεται πως μπαίνει σοβαρά στο τραπέζι. Την ευκαιρία αυτή οφείλει να αδράξει η ελληνική πλευρά και να αποδείξει, όχι μόνο στον στενό περίγυρό της, αλλά και στον διεθνή χώρο, ότι δεν διακατέχεται από φοβίες και ότι μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί αποτελεσματικό παράγοντα σταθερότητας και προόδου και στα Βαλκάνια. Και ότι, ως κράτος σοβαρό, σταθερό και κάθε άλλο παρά ανίσχυρο, προσέρχεται σε συνεννόηση για συμφωνία με μια γειτονική του χώρα που ξέρει πάρα πολύ καλά ότι ο πιο αποτελεσματικός, ανυστερόβουλος και ουσιαστικός σύμμαχος και εταίρος της μπορεί να είναι η Ελλάδα. Μια Ελλάδα που τη γνωρίζει καλά, με την οποία συνεργάζεται οικονομικά και εμπορικά και από την οποία έχει να περιμένει τα καλύτερα. Ας θυμηθούμε έναν πρώην πρωθυπουργό της πΓΔΜ που διακήρυσσε κυριολεκτικά ότι «η Ελλάδα είναι η ατμομηχανή των Βαλκανίων».

Αν γίνουν λάθος βήματα, αν ακολουθήσουμε ατραπούς που οδηγούν στον αρνητισμό και στη στασιμότητα, το γειτονικό κράτος - που τόσοι και τόσοι επισημαίνουν πόσο αδύναμο αλλά και πόσο χρήσιμο είναι, όχι μόνο στην Ελλάδα - κινδυνεύει τουλάχιστον να περάσει σε ανεπιθύμητες σφαίρες επιρροής. Και η ρωσική σφαίρα επιρροής δεν είναι η μόνη που προκαλεί ανησυχία. Φόβους προκαλεί η διακηρυγμένη και καταφανής πολιτική της ασυγκράτητης και εριστικής Τουρκίας να είναι δυναμικά παρούσα στη Βαλκανική. Που εκμεταλλεύεται για τον σκοπό αυτόν τη ρευστότητα που υπάρχει στην περιοχή. Πριν από 25 χρόνια, η ελληνική επιχειρηματικότητα ήταν εμφανέστατα παρούσα στην πΓΔΜ. Αντίθετα, η τουρκική ήταν απούσα. Στην εξαιρετικά σημαντική οικονομική και εμπορική ελληνική δραστηριότητα στον βόρειο γείτονά μας η Αγκυρα είχε να αντιπαρατάξει το μικρεμπόριο. Η προσπάθειά της να ασκήσει επιρροή στα Σκόπια ήταν μεγάλη και πλέον έχει κάνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Η τουρκική πλευρά πολύ θα ήθελε να παραγκωνίσει την ελληνική και να εξυπηρετήσει απερίσπαστη τα συμφέροντά της - και όχι μόνο τα οικονομικά - σε βάρος της τελευταίας. Ας μην ξεχνάμε ότι, από τότε που αναδύθηκε η διαφορά Αθήνας - Σκοπίων για το θέμα της ονομασίας, η Αγκυρα όχι μόνο έσπευσε να αναγνωρίσει το καινούργιο αυτό κράτος με τη συνταγματική του ονομασία, αλλά και να εγγράφει απαρέγκλιτα υποσημείωση στα έγγραφα του ΝΑΤΟ ότι το αναγνωρίζει ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με σαφή τον στόχο του προσεταιρισμού και της αποκοπής του από τον φυσικό του εταίρο, την Ελλάδα.

Για να φτάσουμε στη λύση, απαραίτητη είναι η εσωτερική νηφαλιότητα. Οι ψηφοθηρικές ή τυχοδιωκτικές φωνές το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιτείνουν τη σύγχυση και να οξύνουν τα πνεύματα. Εχουμε, όμως, φθάσει στο σημείο όπου οι υπεύθυνοι πολιτικοί αρχηγοί επιβάλλεται - πολύ γρήγορα, χωρίς υπαίτια βραδύτητα και με πνεύμα συναίνεσης - να έρθουν σε συνεννόηση κρατώντας σε απόσταση εκείνους που τους συμβουλεύουν να κραυγάζουν και να συνθηματολογούν προκειμένου να γοητεύσουν το εκλογικό ακροατήριο.
Και αν αυτή η συνεννόηση υπάρξει, είτε με κατ' ιδίαν είτε με συλλογικές συναντήσεις, κεκλεισμένων των θυρών και χωρίς μετέπειτα δηλώσεις εντυπωσιασμού, θα χρειαστεί πανστρατιά ενημέρωσης της κοινωνίας. Σοβαρή, διαρκής, πειστική και χωρίς ίχνος προπαγανδιστικού εντυπωσιασμού. Οχι μόνο σε επίπεδο κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, αλλά και σοβαρών ιστορικών, ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων. Και με κανόνα, την απουσία από το σκηνικό των τυχάρπαστων που καραδοκούν να αρπάξουν ευκαιρίες για δημοσιότητα, πολιτική σταδιοδρομία και για τη διατήρησή τους στο πολιτικό προσκήνιο.

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά οι ίδιοι οι πολιτικοί αρχηγοί, μαζί με τους υπεύθυνους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, πρέπει να μιλήσουν ανοιχτά, χωρίς περιστροφές και με ειλικρίνεια στην ελληνική κοινωνία αλλά και στη δυναμική ελληνική ομογένεια, που δεν πρέπει να ξεχνάμε, προτάσσοντας όλα εκείνα τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ των μακροπρόθεσμων και πραγματικών συμφερόντων της Ελλάδας. Ο χρόνος τρέχει και, αν αδρανήσουμε, κανείς δεν ξέρει αν το αύριο θα είναι καλύτερο ή χειρότερο.

*Eπικεφαλής του Γραφείου Συνδέσμου Σκοπίων από τον Φεβρουάριο του 1999 ως τον Δεκέμβριο του 2001.

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 04/02/18

2. ΤΟ ΔΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ...
Του Πρέσβεως ε.τ. Χρήστου Ζαχαράκι
Πριν ακόμα διαμορφωθεί μία σαφής εικόνα περί των προσφάτως διαμειφθέντων μεταξύ του έλληνος πρωθυπουργού κ. Τσίπρα και του σκοπιανού ομολόγου του κ. Ζάεφ στο Νταβός σχετικά με το «Μακεδονικό» πρόβλημα και πριν να διευκρινισθούν και συγκεκριμενοποιηθούν οι εν προκειμένω πραγματικές διαθέσεις της σκοπιανής πλευράς ανακοινώθηκαν αρμοδίως και επισήμως τα πρώτα αμφοτέρωθεν Μέτρα Οικοδομήσεως Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) προς επιβεβαίωση της καλής ατμόσφαιρας και του εποικοδομητικού κλίματος που επεκράτησε κατά τις ανωτέρω συνομιλίες.

Χωρίς να αμφισβητείται η σκοπιμότης και η αξία της λήψεως ΜΟΕ μεταξύ δύο αντιπαρατιθέμενων μερών ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την ομαλοποίηση των σχέσεών τους και τη διευθέτηση των τυχόν διαφορών τους, θα πρέπει, εν τούτοις, να επισημανθεί η εξίσου αδιαμφισβήτητη και επιτακτική ανάγκη της τηρήσεως ισομερούς κατά το δυνατόν αναλογίας των εκατέρωθεν παραχωρήσεων στο πλαίσιο των ΜΟΕ. Διότι τότε μόνον θα επιτευχθεί ο σκοπούμενος στόχος της αποκαταστάσεως ειλικρινούς και αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των ενδιαφερομένων εφόσον είναι αυταπόδεικτο ότι στην ενάντια περίπτωση κατά την οποία η μία πλευρά μειονεκτεί της άλλης στο όλο εγχείρημα το αποτέλεσμα θα είναι τελικά εκ διαμέτρου αντίθετο του επιδιωκομένου με αναζωπύρωση της καχυποψίας και δυσπιστίας του ενός έναντι του άλλου.

Υπό την έννοια αυτή τίθεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσον μια αντικειμενική σύγκριση των δημοσίως τουλάχιστον εξαγγελθέντων ΜΟΕ μεταξύ της Ελλάδος και της ΠΓΔΜ επιβεβαιώνει ακριβώς την αρχή της αναλογικότητος των εκατέρωθεν «προσφορών».

Αφενός ο σκοπιανός πρωθυπουργός έχει μέχρι στιγμής εξαντλήσει τις γενικόλογες συμβιβαστικές και μετριοπαθείς προθέσεις του με την εκδήλωση ετοιμότητος να «ανακαλέσει» την προ ετών προφανώς προκλητική ονομασία του αεροδρομίου των Σκοπίων σε αεροδρόμιο «Μεγάλου Αλεξάνδρου» καθώς και την παρόμοια ονοματοδοσία σε κάποιους δρόμους.

Πέραν όμως της καθαρά συμβολικής αξίας της χειρονομίας αυτής η οποία, στο κάτω-κάτω, μιμείται την ανάλογη παλαιότερη κίνηση του τότε προέδρου Γκλιγκόροφ να αφαιρέσει από τη σκοπιανή σημαία τον Ηλιο της Βεργίνας, ο κ. Ζάεφ απέφυγε επιμελώς να προχωρήσει σε κάποιο ουσιαστικότερο βήμα σχετικά με τις αλυτρωτικές συμπεριφορές της χώρας του, ενώ φρόντισε ταυτόχρονα να υπογραμμίσει τις πολιτικές και κοινωνικές δυσκολίες που, όπως ισχυρίζεται, αντιμετωπίζει στο εσωτερικό μέτωπο. Πράγμα απόλυτα κατανοητό και συνεπές προς την αρχή ότι μία συμβολική παραχώρηση συμβάλλει μεν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, χωρίς όμως να θίγει και να προδικάζει την ουσία του επίδικου ζητήματος.

Αντιθέτως από της πλευράς μας προσφέραμε, προς απόδειξη της καλής πίστεώς μας, κάτι πολύ απτότερο και σημαντικότερο ενός απλού συμβολισμού. Συγκεκριμένα, προχωρήσαμε σε μία μάλλον γαλαντόμα δέσμευση κυρώσεως της δευτέρας φάσεως της συμφωνίας συνδέσεως της ΠΓΔΜ με την ΕΕ καθώς και διευκολύνσεως της υποψηφιότητος της γείτονος στην πρωτοβουλία Αδριατικής - Ιονίου.

Ουσιαστικά δηλαδή ανοίξαμε τον δρόμο προς τη σταδιακή αποδυνάμωση του οπλοστασίου μας με τη «σαλαμοποίηση» των θέσεών μας. Οι οποίες εξαρτούν ακριβώς την παροχή της απαραίτητης συναινέσεώς μας για την όποια εισδοχή των Σκοπίων σε Διεθνείς Οργανισμούς από το προαπαιτούμενο της αναθεωρήσεως του σκοπιανού Συντάγματος, της έμπρακτης αποκηρύξεως των αλυτρωτικών αναφορών και συμπεριφορών και της επιτεύξεως συμφωνίας για ένα όνομα προς γενική, εσωτερική και διεθνή χρήση.

Βεβαίως η συμμετοχή μας σε ΜΟΕ δεν σημαίνει κατ'ανάγκη ότι απεμπολούμε το δικαίωμά μας να αρνηθούμε τη συναίνεση αυτή εάν δεν εξασφαλισθεί σφαιρική, ικανοποιητική λύση του όλου προβλήματος. Ωστόσο, μία τυχόν εσπευσμένη ουσιαστική και όχι απλώς συμβολική συμβολή μας στα ΜΟΕ συνεπάγεται τον κίνδυνο υπονομεύσεως, συν τω χρόνω, των όποιων θεσμικών δυνατοτήτων αντιδράσεως διαθέτουμε, τόσο έναντι των Σκοπιανών όσο και έναντι των γνωστών κατά περίπτωση ενδιαφερομένων τρίτων. Οι οποίοι, ασφαλώς, θα χαρακτηρίσουν «κεκτημένο» των διαπραγματεύσεων την «καλή αρχή» που θα έχουμε, υποτίθεται, οικειοθελώς εγκαινιάσει ώστε να εντείνουν τις πιέσεις τους εις βάρος μας για περαιτέρω παραχωρήσεις και, μάλιστα, με την πρόσθετη προειδοποιητική «απειλή», η οποία έχει και άλλοτε χρησιμοποιηθεί εναντίον μας, ότι θα φέρουμε την αποκλειστική ευθύνη για τις αρνητικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης υπαναχωρήσεώς μας.

Ας μη σπεύδουμε, λοιπόν, σε χάραξη στρατηγικής και τακτικής και σε συνακόλουθες επιλογές υπό το κράτος του θυμικού μάλλον παρά της λογικής, όπως δυστυχώς έχει συχνά παρατηρηθεί στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μας. Και ας μη παρασυρόμεθα από μία καταλλήλως καλλιεργούμενη εκάστοτε ευφορία και αισιοδοξία εν όψει «παραθύρων» που αφήνουν να διαφανούν αμφίβολες αίσιες προοπτικές ή από τον εγγενή φόβο «απωλείας ευκαιριών», σχεδόν πάντοτε ανυπάρκτων.

Αυτό, λοιπόν, που απαιτείται και στη σημερινή συγκυρία του Σκοπιανού είναι η ψύχραιμη και αντικειμενική αξιολόγηση των δεδομένων και των άμεσων αλλά και μακροπρόθεσμων παραμέτρων του προβλήματος. Ωστε να αξιοποιήσουμε μεν στο έπακρον δυνατόν κάθε τυχόν περιθώριο επιτεύξεως αποδεκτής λύσεως αλλά και, κυρίως, να αποφύγουμε το δις (αν μη και το πολλάκις) εξαμαρτείν με λάθη του παρελθόντος και με άκαιρες, χωρίς ανάλογο αντάλλαγμα, παραχωρήσεις. Σαν αυτές που σφράγισαν αρνητικά το άλλο μεγάλο εθνικό θέμα, χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων αποτελεί η προ ετών «δωρεάν» παρασχεθείσα συγκατάθεσή μας στην προώθηση της ευρωπαϊκής ενταξιακής πορείας της Τουρκίας χωρίς να απαιτήσουμε και να εξασφαλίσουμε, ως οφείλαμε, την προηγούμενη αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο.

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 04/02/18
3. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ: ΤΡΕΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Του Πρέσβεως ε.τ. Αλέξανδρου Π. Μαλλιά
Επέλεξα να προσφέρω στον διάλογο δίνοντας απαντήσεις σε τρία κρίσιμα ερωτήματα:

Πρώτον: Πρόκειται για διμερές θέμα που «κανέναν άλλον δεν απασχολεί και ουδείς άλλος καταλαβαίνει;».

Εξετάζοντας πριν από 25 χρόνια την αίτηση ένταξης στον ΟΗΕ της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (συνταγματικό της όνομα) το Συμβούλιο Ασφαλείας πείστηκε για το βάσιμο των αιτιάσεων της Ελλάδος. Με την Απόφαση 817 (7 Απριλίου 1993) για πρώτη φορά από την ίδρυση του ΟΗΕ συνέστησε στη Γενική Συνέλευση την «εισδοχή του κράτους με την προσωρινή ονομασία "the former Yugoslav Republic of Macedonia'' μέχρις εξεύρεσης λύσης στη διαφορά για το όνομα». Η Απόφαση αναφέρει ότι «η διαφορά για το όνομα πρέπει να επιλυθεί προς το συμφέρον της διατήρησης σχέσεων ειρήνης και καλής γειτονίας στην περιοχή». Ταυτόχρονα με την ξεχασμένη εδώ και καιρό δήλωση το ΣΑ διευκρίνισε την έννοια του ονόματος «η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Παρών στη σκληρή, δύσκολη, επιτυχή όμως διαπραγμάτευση υπό την ηγεσία των Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, Μιχάλη Παπακωνσταντίνου και Γεωργίου Παπούλια μπορώ να διαβεβαιώσω ότι στη Νέα Υόρκη ανετράπη το θέσφατο ότι «η διπλωματία είναι η τέχνη του εφικτού». Η Ελλάδα έπεισε με πολιτικά και ιστορικά επιχειρήματα, καθώς και αυτά που συνεχώς από το 1991 αποκαλούμε «αλυτρωτισμό, εχθρική προπαγάνδα και πολιτιστική κληρονομιά». Στις 8 Απριλίου 1993 η Γενική Συνέλευση ομόφωνα ενέκρινε την εισδοχή της γειτονικής μας χώρας με προσωρινό όνομα. Καμία χώρα δεν διετύπωσε επιφυλάξεις ή ενστάσεις.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η Ελλάδα δεν είχε τη δυνατότητα να επιβάλει τις θέσεις της ταυτόχρονα σε Ρωσική Ομοσπονδία, ΗΠΑ, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΛΔ Κίνας και στα 185 συνολικά (τότε) μέλη του ΟΗΕ. Κατόρθωσε όμως και έπεισε με τις θέσεις της. Κυρίως ότι επιδιώκαμε λύση, σύντομα μάλιστα. Δεν επιβεβαιώθηκε ο διαχρονικός ισχυρισμός ότι «είμαστε πάντα μόνοι μας και κανείς δεν μας καταλαβαίνει» ή ότι «όλοι σε βάρος μας συνωμοτούν». Αποκομίζουμε όφελος όταν είμαστε σοβαροί και πείθουμε για την αξιοπιστία και συνέπειά μας. Με μέτρο και υπευθυνότητα.

18 χρόνια αργότερα, λόγω ελλείψεων τεκμηρίωσης και πειστικότητας επιχειρημάτων, όπως επανειλημμένα αναφέρει, η καταδικαστική απόφαση-κόλαφος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στις 5 Δεκεμβρίου 2011 προέβη πέραν των άλλων και σε αρνητική ερμηνεία της Απόφασης 817 σε συνδυασμό με το Αρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας

Δεύτερον: Δεχθήκαμε, και πότε τη σύνθετη ονομασία;

Τον Μάιο του 1993, στο πλαίσιο της ατελέσφορης διαπραγμάτευσης του προταθέντος από τους Βανς - Οουεν «Σχεδίου Συνθήκης μεταξύ της Ελλάδος και της Rebublika of Nova Makedonija», η Ελλάδα είχε μεν επισήμως και γραπτώς διατυπώσει την αρχική προτίμηση για μη συμπερίληψη του Macedonia, αντιπροτείνοντας ταυτόχρονα το όνομα «Slavomakedonija», που περιείχε πάντοτε το όνομα «Makedonija».
Μετά την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και την επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ των δύο πλευρών στις αρχές 1996, η ελληνική πλευρά συζητούσε συνεχώς υπό διαδοχικές κυβερνήσεις, χωρίς ποτέ να φθάσουμε σε συμφωνία, ονόματα που περιείχαν το συνθετικό «Makedonija». Θα εξαιρούσα χάριν ακριβείας προσωπικά τον τ. πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Διαχρονικά, η έλλειψη ενημέρωσης της Βουλής, της κοινής γνώμης και η διγλωσσία αποτελούν μόνιμη ρίζα του κακού. Επιτρέπουν την επανεμφάνιση και ανάπτυξη ευκαιριακών πολιτικών και κομματικών κεντρόφυγων τάσεων. Επιτείνουν τη σύγχυση και την αντίδραση της ήδη φορτισμένης και απογοητευμένης κοινής γνώμης.
Οι πολιτικοί ηγέτες που με θάρρος και πατριωτισμό υπηρέτησαν το εθνικό συμφέρον προσπαθώντας να πετύχουν μια αξιοπρεπή λύση στη βάση της σύνθετης ονομασίας εδώ και 25 χρόνια, ας ζυγίσουν αν η σιωπή σήμερα είναι προτιμότερη του λόγου. Δυστυχώς, η πληροφόρηση δίδει τη θέση της στην παραπληροφόρηση και σε εκείνους που σπεύδουν να επωφεληθούν και να «καλύψουν το κενό». Η σύγχυση κατισχύει της καθαρότητας. Η υπεκφυγή της υπευθυνότητας. Ευθύνη έχουμε όλοι.

Τρίτον: Είμαστε στην τελική ευθεία λόγω ΝΑΤΟ;
Η Συνάντηση Κορυφής του ΝΑΤΟ της 11ης Ιουλίου είναι κρίσιμη για την κυβέρνηση του κ. Ζάεβ. Το γνωρίζει. Το γνωρίζουμε. Για τους Αλβανούς και προσωπικά για τον χαρισματικό Αλί Αχμέτι είναι ένα ορόσημο. Η ένταξη προϋποθέτει επίλυση του ζητήματος της ονομασίας.
Αν η Συνθήκη μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων (όνομα, εγγυήσεις για αλυτρωτισμό και εχθρική προπαγάνδα) έχει ολοκληρωθεί, της κυρωτικής διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης, ουδέν πρόβλημα. Οι πιθανότητες, παρά την υπεραισιοδοξία, είναι ισχνές.

Επίσης, δεν μας ανησυχεί αδιέξοδο με υπαιτιότητα Σκοπίων. Στο σημείο αυτό ο ρόλος του κ. Νίμιτς είναι καταλυτικός.
Πρότασή μου αφορά την περίπτωση που για διαφόρους λόγους - ο πολιτικός χρόνος είναι χρήσιμο εργαλείο - δεν προλάβουμε να ολοκληρώσουμε τις διαδικασίες. Συνδυάζει την προσήλωση στις θέσεις του ΝΑΤΟ (Βουκουρέστι, Σικάγο, Κάρντιφ κ.λπ.) με μια ουσιαστική πολιτική κίνηση. Η Ελλάδα θα μπορούσε να επιδιώξει στη Διακήρυξη Βρυξελλών του ΝΑΤΟ:

Α. Χαιρετισμό για την εντατικοποίηση των συνομιλιών και το κλίμα που επικρατεί τον τελευταίο χρόνο στις σχέσεις των δύο χωρών, στήριξη των προσπαθειών των δύο κυβερνήσεων και προσδοκία ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης.

Β. Επανάληψη λεκτικού Βουκουρεστίου.

Γ. Με πρότασή μας να προβλεφθεί έκτακτη Συνάντηση Κορυφής ή (ΥΠΕΞ) στην Ελλάδα, ευθύς μόλις ολοκληρωθεί η Συνθήκη μεταξύ της Ελλάδος και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, για πρόσκληση της ένταξής της στο ΝΑΤΟ.

Ο συμβολισμός για την Ελλάδα, την πΓΔΜ και το ΝΑΤΟ προφανής.


"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 04/02/18

4. ΜΙΑ ΔΙΑΜΑΧΗ ΠΟΥ ΕΥΝΟΕΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ
ΚΑΙ ΑΚΡΑΙΟΥΣ
Του Florian Bleber*
Μαζί με την παράλογη διένεξη ανάμεσα στη Σλοβενία και στην Κροατία για λίγο νερό και τα ψάρια που περιέχονται σε αυτό, η διαμάχη για το όνομα ανάμεσα στην Ελλάδα και στον βόρειο γείτονά της ανήκει στα ανοιχτά ερωτήματα για τα Βαλκάνια που σαστίζουν τους εξωτερικούς παρατηρητές. Επί ένα τέταρτο του αιώνα, η διαμάχη αυτή κρατά ομήρους και τις δύο χώρες. Για τη μία από αυτές - η οποία ελπίζουμε ότι σύντομα θα γίνει γνωστή ως παλαιότερα ονομαζόμενη πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας - όχι μόνο εμπόδισε τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ αλλά και οδήγησε σε μια χαμένη δεκαετία υπό την αυταρχική και εθνικιστική διακυβέρνηση του πρώην πρωθυπουργού Νίκολα Γκρούεφσκι.

Η «εκστρατεία εξαρχαϊσμού» που εφάρμοσε προσπαθούσε να προκαλέσει εσκεμμένα την Ελλάδα και, παράλληλα, να οικοδομήσει μια νέα παραλλαγή της εθνικής ταυτότητας στην οποία λίγοι πίστευαν. Οσον αφορά την Ελλάδα, υπονόμευσε τη νομιμοποίησή της ως παίκτη-κλειδί στα Δυτικά Βαλκάνια και έπληξε τη θέση της εντός της ΕΕ. Εχω δει επανειλημμένως - πίσω από κλειστές πόρτες και σε δημόσιες εκδηλώσεις - διπλωμάτες της ΕΕ και αρχηγούς κρατών να παίρνουν μια περιφρονητική έκφραση όταν ο έλληνας εκπρόσωπος επιχειρούσε, ως όφειλε, να διορθώσει το όνομα του βόρειου γείτονά του.

Σήμερα έχουμε την καλύτερη ευκαιρία ύστερα από 25 και πλέον χρόνια να βάλουμε ένα τέλος στη διαμάχη. Αμφότερες οι κυβερνήσεις μοιάζουν να επιθυμούν σοβαρά να τη λύσουν και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την τελική επίλυσή της. Η κυβέρνηση στα Σκόπια έχει δεσμευθεί ότι θα την αντιμετωπίσει: δεν τρέφει καμία συμπάθεια για τον ισχυρισμό ότι οι σημερινοί πολίτες της έχουν δεσμούς με τους αρχαίους Μακεδόνες και απορρίπτει αυτές τις ιστορικές ή όποιες εδαφικές αξιώσεις. Αντ' αυτών, επιθυμεί τόσο να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ελλάδα όσο και να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

Ενας σταθερός γείτονας που ευημερεί στις ίδιες πολιτικές, οικονομικές και αμυντικές δομές είναι προς το εθνικό συμφέρον και της Ελλάδας. Αυτό θα φέρει περισσότερη σταθερότητα στην Ελλάδα. Επιπλέον, θα της επιτρέψει να αναδειχθεί ως ένας σημαντικότερος παράγοντας στα Δυτικά Βαλκάνια. Τα χρόνια της κρίσης στην ΕΕ, τα Δυτικά Βαλκάνια παραμελήθηκαν, γεγονός το οποίο πυροδότησε άνοδο του αυταρχισμού και ενίσχυσε τον ρόλο της Ρωσίας και άλλων παικτών εκτός της περιοχής. Σήμερα η ΕΕ μοιάζει να επανεμπλέκεται, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει μια νέα στρατηγική για την περιοχή, η βουλγαρική και η αυστριακή προεδρία της ΕΕ επιθυμούν να επικεντρωθούν στη διεύρυνση και υπάρχει μια γενικότερη επαναδέσμευση για την περιοχή και το μέλλον της στην ΕΕ.

Η επίλυση της διαμάχης για το όνομα σήμερα θα επιτρέψει στην Ελλάδα να γίνει ένας από τους οδηγούς για αλλαγή στην περιοχή, μαζί με τη Βουλγαρία και την Αυστρία, ως ένας από τους τρεις μεγάλους υποστηρικτές των Δυτικών Βαλκανίων εντός της ΕΕ.

Αν οι εθνικιστές σαμποτάρουν την επίλυση της διαμάχης σε μία από τις δύο χώρες, οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Αν ο συμβιβασμός εκτροχιαστεί στην Ελλάδα, όχι μόνο θα ενισχύσει την αρνητική εικόνα της ως χώρας που μπλοκάρει μια μεταρρυθμιστική και φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση αλλά και θα μειώσει την επιρροή της στα Δυτικά Βαλκάνια. Αν μη τι άλλο, η μη επίλυση του ζητήματος της ονομασίας με την παρούσα κυβέρνηση στα Σκόπια θα ενδυναμώσει τις δυνάμεις που οι εθνικιστές στην Ελλάδα θεωρούν απειλή: θα ενισχυθούν τα εθνικιστικά κόμματα και οργανώσεις του βόρειου γείτονά της, και θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν την εκεί κυβέρνηση. Η κυβέρνηση των Σκοπίων θα αγωνίζεται να διατηρηθεί στην εξουσία και θα χάσει την ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις, ενώ η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ θα απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο.

Η παρούσα συγκυρία αποτελεί υπενθύμιση ότι η διαμάχη αυτή, όπως και πολλές άλλες, δεν θέτει ένα έθνος κατά ενός άλλου αλλά τους μετριοπαθείς, πραγματιστές πολίτες και πολιτικούς εναντίον των εθνικιστών και των ακραίων και στις δύο χώρες.

Δεν υπάρχει καμία σοβαρή οργάνωση βόρεια των συνόρων της Ελλάδας που να έχει εδαφικές διεκδικήσεις (αντίθετα προς ορισμένες ακραίες οργανώσεις της διασποράς) και δεν υπάρχει λόγος γιατί το όνομα «Μακεδονία» να μην μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο από τους Ελληνες στη Βόρεια Ελλάδα όσο και από τους βόρειους γείτονές τους. Η μη επίλυση θα τροφοδοτήσει την πικρία, ιδίως στη μικρότερη, πιο αδύναμη χώρα που έχει περισσότερα να χάσει.

Η επίλυση της διαμάχης για την ονομασία παραμένει πάντα μόνο το πρώτο βήμα προς ένα νέο είδος σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο φόβος για αλυτρωτισμό ή το μονοπώλιο της χρήσης του ονόματος «Μακεδονία» ή η Ιστορία δεν μπορούν ποτέ να αντιμετωπιστούν μέσω της απαγόρευσης να έχει ο βόρειος γείτονας το όνομα με το οποίο αποκαλείται. Η αντιμετώπιση των ανησυχιών αυτών δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της πίεσης αλλά μέσω του διαλόγου. Συνεπώς, η όποια λύση πρέπει να περιλαμβάνει μια διαδικασία που θα περιέχει διάφορες μορφές διαλόγου ανάμεσα στις κοινωνίες των πολιτών, στους ιστορικούς και στους πολιτικούς προκειμένου να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη και να αντιμετωπιστούν οι αμοιβαία εχθρικοί ισχυρισμοί. Κανένας δεν υποστηρίζει ότι αυτό θα είναι εύκολο, αλλά το 2018 παρέχει μια ευκαιρία. Αν όμως διατηρηθεί το status quo, θα ενισχυθούν οι εντάσεις και με αυτόν τον τρόπο δεν θα βελτιωθεί η ασφάλεια ούτε θα κατευναστούν οι ανησυχίες στην Ελλάδα ή στον βόρειο γείτονά της.

*Kαθηγητής Ιστορίας και Πολιτικής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και διευθυντής του Κέντρου Μελετών Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς, καθώς και συντονιστής του Balkans in Europe Policy Advisory Group.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου