Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 12-14/08/16
Το σύνδρομο του κάβουρα
Και υπέρ και εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων. Και υπέρ και εναντίον των καταλήψεων. Λίγο με το Μνημόνιο και λίγο με την αντιμνημονιακή θεωρία περί παραχάραξης του ελλείμματος. Η κυβέρνηση κινείται σαν τον κάβουρα. Αλλά οι αντιφάσεις της δεν είναι ατυχήματα. Είναι ενταγμένες στη στρατηγική τού «απ’ όλα»
Του Μιχάλη Τσιντσίνη
Συμβαίνει σε όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις. Εκεί, στο μέσον μεταξύ δύο αξιολογήσεων, υποτροπιάζουν. Χωρίς την επιτήρηση των δανειστών επιστρέφουν για λίγο στον προμνημονιακό εαυτό τους.
Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην πρώτη ανάπαυλα μετά την πρώτη τους, πολύμηνη αξιολόγηση, οι υπουργοί έχουν επιτέλους όλη τη σκηνή δική τους, χωρίς τους ελεγκτές.
Ομως με τον ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν έχουμε απλώς μια ρητορική χαλάρωση - την ανάγκη του ενός ή του άλλου στελέχους να δώσει στα κλεφτά μια καραμέλα στην πελατεία του. Η μετατόπιση είναι διαρκής, μία μέσα και μία έξω από τον προσανατολισμό που έχει διαφημιστεί ως «στροφή στον ρεαλισμό». Ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ παλινδρομεί διαρκώς στον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ, σε έναν ρυθμό που θυμίζει το βάδισμα του κάβουρα: δεν είναι παλινδρόμηση μπρος - πίσω, αλλά πλαγίως, αριστερά - δεξιά. Λίγο δεξιά και λίγο αριστερά.
Πρόκειται για διαλείψεις που θα παύσουν από Σεπτέμβριο, μόλις η κυβέρνηση μπει ξανά στις ράγες του προγράμματος; Ή μήπως πρόκειται για εγγενή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να συμφιλιωθεί με όσα έχει υπογράψει - γι' αυτό που η αντιπολίτευση ερμηνεύει ως αδυναμία του να φέρει εις πέρας το πρόγραμμα και να οδηγήσει την οικονομία στο ξέφωτο;
Θέατρο και επιφοίτηση
Αν ήθελε να δείξει κανείς πώς η κυβέρνηση καρκινοβατεί, θα επέλεγε ως πιο χαρακτηριστικό πεδίο τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι διαφορετικές φωνές αντιμετωπίζονταν αρχικά ως ιδιαιτερότητες των υπουργών. Σύμφωνα με τον κοινό τόπο, ο Τσίπρας άφηνε τον Σπίρτζη να κλαίει και τον Δρίτσα να γκρινιάζει, όχι επειδή είχε ο ίδιος δεύτερες σκέψεις, αλλά γιατί ήθελε να μη χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ την επαφή του με το κομματικό ακροατήριο - κυρίως τους εργαζομένους στο ευρύτερο Δημόσιο - που εξακολουθεί να αντιτίθεται στις ιδιωτικοποιήσεις.
Ο Τσίπρας έδωσε την εντύπωση ότι τελειώνει αυτό το θέατρο με τον εμφατικό τρόπο με τον οποίο ξεκαθάρισε τη γραμμή του στην πιο πρόσφατη συνέντευξή του. Σαν να είχε δεχτεί ξαφνική επιφοίτηση, αναγνώρισε ξεκάθαρα ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι ο μόνος τρόπος για να χτυπηθεί η ανεργία. Ομως, η τροπή που παίρνει τώρα η επένδυση στο Ελληνικό αλλά και η δημόσια διαφωνία του καθ' ύλην αρμόδιου υπουργού με τη μερική πώληση της ΔΕΗ δείχνουν ότι το θέατρο απέχει πολύ από την αυλαία.
Οπως στην περίπτωση της COSCO, έτσι και στο Ελληνικό, η κυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο εμφανίζεται να θέτει μονομερείς όρους σε δεύτερο χρόνο, έξω από το πλαίσιο των συμφωνηθέντων με τους επενδυτές. Η κήρυξη όλης της έκτασης του πρώην αεροδρομίου ως αρχαιολογικού χώρου «επειδή προβλέπεται στη σύμβαση» θυμίζει τις δικαιολογίες του Μαξίμου ότι η σύμβαση με τους Κινέζους για το λιμάνι «διορθώθηκε», χωρίς να ενημερωθούν οι αντισυμβαλλόμενοι, προκειμένου να «βελτιωθεί» και να «εναρμονιστεί με το ελληνικό δίκαιο». Ο Πρωθυπουργός, μάλιστα, είχε καλύψει τότε τον υπουργό του, παραδεχόμενος ότι για τη δημιουργική μετάφραση της σύμβασης υπεύθυνο ήταν το Μαξίμου. Τώρα πάλι το Μαξίμου - διά του Φλαμπουράρη - καλύπτει το υπουργείο Πολιτισμού.
Εκτός πλαισίου
Δεν πρόκειται για το ταμπεραμέντο των υπουργών, αλλά για κεντρική επιλογή. Το ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση θέλει να δείχνει ότι αποκλίνει από τις δεσμεύσεις τις οποίες εν τέλει αναγκάζεται να τηρήσει. Δεν επωμίζεται έτσι διπλό το όποιο πολιτικό κόστος;
Η εξήγηση που δίνει παράγοντας της αγοράς, που έχει συνεργαστεί με στελέχη της κυβέρνησης, είναι ότι «έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που δεν είναι εξοικειωμένοι με το πλαίσιο». Ως «πλαίσιο» εδώ εννοείται το θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται μια χώρα-μέλος της ευρωζώνης. Ο ίδιος παρατηρεί ότι, είκοσι μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η ομάδα που διευθύνει το κυβερνητικό έργο δυσκολεύεται να εξοικειωθεί με τους όρους που έχει συνομολογήσει. «Πιστεύουν ακόμη ότι μπορούν να περάσουν πράγματα κάτω από τη μύτη των ξένων».
Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, ο Τσίπρας δεν τρέφει πια αυταπάτες για τα πραγματικά περιθώρια των ελιγμών του. Ξέρει τον αντίκτυπο αυτής της αμφιθυμίας, αλλά την αφήνει σκόπιμα να εκδηλώνεται. Πιστεύει ότι σηκώνοντας επικοινωνιακή σκόνη μπορεί να τους κρατά όλους ικανοποιημένους. Και το κόμμα του, που έχει διαπαιδαγωγηθεί να πολεμάει τις ιδιωτικοποιήσεις. Και τους δανειστές, στους οποίους «πουλάει» την τάχα σοσιαλδημοκρατική μεταστροφή του. Και τους επενδυτές, με τα αιτήματα των οποίων στο τέλος συμμορφώνεται.
Μια «απ' όλα»
Αυτή τη συνταγή τού «απ' όλα» φαίνεται να ακολουθεί η κυβέρνηση και σε άλλους τομείς, εκτός της οικονομίας, όπως στο ζήτημα της ασφάλειας, όπου το τελευταίο διάστημα προσπάθησε να υπηρετήσει αντίρροπες σκοπιμότητες. Από τη μία να μην ερεθίσει το κόμμα και τις συγγενείς με το κόμμα μειοψηφίες, που αντιδρούσαν στον αστυνομικό έλεγχο της «ακτιβιστικής» δράσης του αντιεξουσιαστικού χώρου. Και από την άλλη να μην αφήσει αυτήν τη δράση να της χαλάσει τη στρατηγική προσέγγιση με την Εκκλησία. Δεν είναι τυχαίο ότι δήλωση καταδίκης της εμπρηστικής επίθεσης κατά της Μονής Πετράκη εξέδωσε - πέρα από την κυβερνητική εκπρόσωπο, που εξέφρασε τον «αποτροπιασμό» τής κυβέρνησης - και η ίδια η Κουμουνδούρου, καταδικάζοντας την ενέργεια ως απειλή για τις «θρησκευτικές ελευθερίες».
Ο «αποτροπιασμός» δημιούργησε ένα περίεργο μείγμα με τις δηλώσεις υπέρ θεσμικής κατοχύρωσης των καταλήψεων και κατά των διώξεων «φρονηματικού χαρακτήρα», που έκαναν άλλα στελέχη, όπως η Σία Αναγνωστοπούλου και ο Γιώργος Κυρίτσης. Η κίνηση είναι και εδώ καρκινοειδής: μια αριστερά, μια δεξιά.
Ο Πρωθυπουργός δεν εξαιρείται βέβαια από αυτή την πολιτική χορογραφία. Η πρόσφατη ανάρτησή του στο facebook για το χρέος, την επέτειο της διαγραφής του γερμανικού χρέους το 1953, ξαναζεσταίνει το αφήγημα που είχε καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση - και πήρε διαστάσεις κοινοβουλευτικού υπερθεάματος κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο.
Με πιο ήπιο ύφος απ' ό,τι στο παρελθόν, ο Πρωθυπουργός εμφανίστηκε να αναθερμαίνει τα αντιγερμανικά συνθήματα της αντιμνημονιακής του φάσης, μιλώντας ξανά για διαγραφή χρέους. Κάνοντας δηλαδή ένα άλμα εκτός του πλαισίου ρύθμισης του χρέους που έχει συμφωνήσει με τους δανειστές.
Κοκκινομπλέ στατιστική
Θα μπορούσε κανείς να αξιολογήσει την πρωθυπουργική παρέμβαση ως ρητορική υπερβολή, χωρίς συνέχεια. Ομως, η προσπάθεια να αναβιώσουν κομμάτια του παλιού συριζαϊκού αφηγήματος για την κρίση συμπληρώνεται και με άλλες ενέργειες. Η κυβέρνηση έσπευσε αμέσως να εκμεταλλευτεί πολιτικά την αναίρεση του βουλεύματος που απάλλασσε τον πρώην διοικητή της ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με τη διατύπωση του υπουργού Επικρατείας Νίκου Παππά, η αναψηλάφηση των κατηγοριών περί χάλκευσης του ελλείμματος του 2009 «ανοίγει μια πληγή, την οποία πρέπει να διερευνήσουμε εις βάθος. Πώς και εάν διογκώθηκαν τα ελλείμματα για να υπάρξουν προσχεδιασμένες πολιτικές αποφάσεις, για να υπάρξει η υπαγωγή της χώρας στο Μνημόνιο». Η κυβέρνηση έτσι εμφανίζεται να αμφισβητεί τα στοιχεία τα οποία έχουν αποδεχθεί όχι μόνο η Eurostat και οι δανειστές, αλλά με βάση τα οποία η ίδια έχει αναλάβει δεσμεύσεις για να επιτύχει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους.
Η δικαστική ανακίνηση της υπόθεσης - που εκδηλώθηκε μετά την αλλαγή σκυτάλης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου - έχει προφανή πολιτική χρησιμότητα για την κυβέρνηση, καθώς αντανακλά στα εσωκομματικά της ΝΔ και δημιουργεί πάλι τον χώρο για τη σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με τη νεοκαραμανλική πτέρυγα. Ταυτόχρονα, όμως, απειλεί να υποβαθμίσει το όποιο κεφάλαιο αξιοπιστίας είχε αποκτήσει η κυβέρνηση έναντι των εταίρων. Το Μαξίμου προτιμά να κερδίσει πόντους στο εσωτερικό πολιτικό παίγνιο, ακόμη κι αν το τίμημα είναι να εμφανιστεί ξανά προς τα έξω ως αστάθμητος παίκτης.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνει την εκτίμηση κύκλων της αντιπολίτευσης, πως το βασικό πρόβλημα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι ότι «αντιλαμβάνονται τη διακυβέρνηση μόνο με όρους εσωτερικής πολιτικής». Οτι όλη η ενέργειά τους αναλώνεται στον εσωτερικό ανταγωνισμό εξουσίας, χωρίς να υπολογίζονται οι παρενέργειες στην αξιοπιστία της χώρας και στην οικονομία.
Ο εξουσιαστικός κυνισμός:
Ειδικού Συνεργάτη
Στους παλιούς καλούς καιρούς επαναλαμβανόταν ως κοινοτοπία η περίφημη φράση του Ουμπέρτο Εκο πως τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ενα προεξοφλημένο τσουνάμι εξελίξεων (τρόικα, εργασιακό, μείωση συντάξεων, φορολογία κ.λπ.) με αφετηρία τον Σεπτέμβριο διαμορφώνεται ήδη στο παρασκήνιο και είναι τόσο ισχυρό, ώστε η βοή του ακόμη και στις ημέρες του καύσωνα να είναι πλέον αισθητή. Και όλα αυτά παράλληλα καλύπτονται και από την αύρα των εκλογών. Κυρίως η εκλογολογία ενισχύεται από δύο αντίρροπα στρατόπεδα. Πρώτον, από την πλευρά της «ευρωπαϊκής αντιπολίτευσης» η οποία θέλει να επανέλθει στην κυβέρνηση και συγχρόνως είτε να επιταχύνει τις εσωτερικές της ανακατατάξεις είτε να περιορίσει τις παραφωνίες και, δεύτερον, από την πλευρά του Μαξίμου, όπου διατυπώνεται ως απειλή προς την τρόικα, εκβιάζοντάς την πως θα ενισχύσει την πολιτική αστάθεια στην παραπαίουσα Ευρωπαϊκή Ενωση. Ως γνωστόν, τα μείζονα εσωτερικά θέματα της ΕΕ είναι ο κίνδυνος της οικονομικής και πολιτικής αστάθειας της Ιταλίας, της τρίτης σε μέγεθος οικονομίας της ευρωζώνης, και οι μαύρες τρύπες του ευρωπαϊκού - και γερμανικού - τραπεζικού συστήματος. Αν αυτά προστεθούν στην αναταραχή που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή (Προσφυγικό, Μέση Ανατολή, Ουκρανία, Τουρκία κ.λπ.), διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά εκρηκτικό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Τσίπρας και η ομάδα του θεωρούν ότι είναι δυνατόν να αποσπάσουν λιγότερη λιτότητα από τους δανειστές με ό,τι αυτό σημαίνει (κόφτης, δημοσιονομικό πλεόνασμα, εργασιακά, χρέος κ.λπ.). Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και ενισχύουν εμμέσως την υφέρπουσα εκλογολογία.
Κι αν όλα αυτά συμβαίνουν στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, από την άλλη πλευρά σε ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας η κατάσταση εξελίσσεται με δραματικούς ρυθμούς. Αυτό που μέχρι πριν από μερικούς μήνες αποκαλούνταν «κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ» δεν υφίσταται - ούτε ως κοινωνικός, διότι έχει αποσαθρωθεί η κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ του περασμένου Σεπτεμβρίου από την υπογραφή και την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου, ούτε επί της ουσίας ως ΣΥΡΙΖΑ, διότι το άλλοτε πρωτότυπο και κραταιό εκλογικά κόμμα αποτελείται πλέον από μερικές χιλιάδες έμμισθους είτε στην Κουμουνδούρου είτε στο Δημόσιο και στην κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, το σοβαρό ενδεχόμενο των εκλογών είναι μάλλον απίθανο. Κι αυτό το γνωρίζουν καλά στο Μέγαρο Μαξίμου και επίσης γνωρίζουν πως ο μεγαλύτερος εχθρός τους δεν είναι η Νέα Δημοκρατία, αλλά η αποχή. Παρεμπιπτόντως, τον Οκτώβριο του 2009 η αποχή κατέστρεψε τη Νέα Δημοκρατία και ο Γιώργος Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με περίπου δέκα μονάδες διαφορά, παρά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ πήρε σχεδόν τις ίδιες ψήφους με αυτές του 2007. Αν αυτό συνέβη τότε, σε ομαλές συνθήκες, τι θα συμβεί τώρα; Κι επειδή η ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου έχει αρχίσει και διαμορφώνει δικό της σύστημα εξουσίας, έστω με άτσαλο τρόπο, η εκλογική αναμέτρηση, που είναι βέβαιο ότι θα φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε δεύτερη θέση, θα το θέσει υπό αμφισβήτηση. Αντιθέτως, πέραν της εκλογικής πομφόλυγας, η ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου γνωρίζει μέσα από την κυνική προσέγγιση των πραγμάτων - ο εξουσιαστικός κυνισμός είναι η υπέρτατη ιδεολογία της - ότι η παραμονή της στην κυβέρνηση δεν περνά μέσα από την ενίσχυση του κόμματος - σε αυτό δεν έχει αυταπάτες -, αλλά μέσα από τον έλεγχο των μηχανισμών πολιτικής χειραγώγησης, που είναι τα αστικά ΜΜΕ και κυρίως τα τηλεοπτικά κανάλια. Αυτά θέλει να ελέγξει άμεσα ή έμμεσα. Αλλά έχει και ένδεια προσώπων γι' αυτό και επενδύει σε τύπους όπως ο Καλογρίτσας. Εχει βέβαια στα χέρια της όλους τους μηχανισμούς εξουσίας και σύμφωνα με το αξίωμα πως «και η πιο αδύναμη κυβέρνηση είναι απείρως ισχυρότερη και από τον πιο ισχυρό επιχειρηματικό όμιλο», τότε θα κατορθώσει να διαμορφώσει μια νέα κατάσταση στο τηλεοπτικό τοπίο.
Αλλά η ιστορικότητα της εποχής και η ταχύτητα των εξελίξεων είναι τέτοια που η παρέα του Μεγάρου Μαξίμου θα χαθεί αργά ή γρήγορα στην κινούμενη άμμο της κοινωνίας, αφήνοντας κληρονομιά την πολιτική απογοήτευση και τη δυσφήμηση της Αριστεράς.

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 12-14/08/16
Το σύνδρομο του κάβουρα
Και υπέρ και εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων. Και υπέρ και εναντίον των καταλήψεων. Λίγο με το Μνημόνιο και λίγο με την αντιμνημονιακή θεωρία περί παραχάραξης του ελλείμματος. Η κυβέρνηση κινείται σαν τον κάβουρα. Αλλά οι αντιφάσεις της δεν είναι ατυχήματα. Είναι ενταγμένες στη στρατηγική τού «απ’ όλα»
Του Μιχάλη Τσιντσίνη
Συμβαίνει σε όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις. Εκεί, στο μέσον μεταξύ δύο αξιολογήσεων, υποτροπιάζουν. Χωρίς την επιτήρηση των δανειστών επιστρέφουν για λίγο στον προμνημονιακό εαυτό τους.
Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην πρώτη ανάπαυλα μετά την πρώτη τους, πολύμηνη αξιολόγηση, οι υπουργοί έχουν επιτέλους όλη τη σκηνή δική τους, χωρίς τους ελεγκτές.
Ομως με τον ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν έχουμε απλώς μια ρητορική χαλάρωση - την ανάγκη του ενός ή του άλλου στελέχους να δώσει στα κλεφτά μια καραμέλα στην πελατεία του. Η μετατόπιση είναι διαρκής, μία μέσα και μία έξω από τον προσανατολισμό που έχει διαφημιστεί ως «στροφή στον ρεαλισμό». Ο κυβερνών ΣΥΡΙΖΑ παλινδρομεί διαρκώς στον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ, σε έναν ρυθμό που θυμίζει το βάδισμα του κάβουρα: δεν είναι παλινδρόμηση μπρος - πίσω, αλλά πλαγίως, αριστερά - δεξιά. Λίγο δεξιά και λίγο αριστερά.
Πρόκειται για διαλείψεις που θα παύσουν από Σεπτέμβριο, μόλις η κυβέρνηση μπει ξανά στις ράγες του προγράμματος; Ή μήπως πρόκειται για εγγενή αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να συμφιλιωθεί με όσα έχει υπογράψει - γι' αυτό που η αντιπολίτευση ερμηνεύει ως αδυναμία του να φέρει εις πέρας το πρόγραμμα και να οδηγήσει την οικονομία στο ξέφωτο;
Θέατρο και επιφοίτηση
Αν ήθελε να δείξει κανείς πώς η κυβέρνηση καρκινοβατεί, θα επέλεγε ως πιο χαρακτηριστικό πεδίο τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι διαφορετικές φωνές αντιμετωπίζονταν αρχικά ως ιδιαιτερότητες των υπουργών. Σύμφωνα με τον κοινό τόπο, ο Τσίπρας άφηνε τον Σπίρτζη να κλαίει και τον Δρίτσα να γκρινιάζει, όχι επειδή είχε ο ίδιος δεύτερες σκέψεις, αλλά γιατί ήθελε να μη χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ την επαφή του με το κομματικό ακροατήριο - κυρίως τους εργαζομένους στο ευρύτερο Δημόσιο - που εξακολουθεί να αντιτίθεται στις ιδιωτικοποιήσεις.
Ο Τσίπρας έδωσε την εντύπωση ότι τελειώνει αυτό το θέατρο με τον εμφατικό τρόπο με τον οποίο ξεκαθάρισε τη γραμμή του στην πιο πρόσφατη συνέντευξή του. Σαν να είχε δεχτεί ξαφνική επιφοίτηση, αναγνώρισε ξεκάθαρα ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι ο μόνος τρόπος για να χτυπηθεί η ανεργία. Ομως, η τροπή που παίρνει τώρα η επένδυση στο Ελληνικό αλλά και η δημόσια διαφωνία του καθ' ύλην αρμόδιου υπουργού με τη μερική πώληση της ΔΕΗ δείχνουν ότι το θέατρο απέχει πολύ από την αυλαία.
Οπως στην περίπτωση της COSCO, έτσι και στο Ελληνικό, η κυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο εμφανίζεται να θέτει μονομερείς όρους σε δεύτερο χρόνο, έξω από το πλαίσιο των συμφωνηθέντων με τους επενδυτές. Η κήρυξη όλης της έκτασης του πρώην αεροδρομίου ως αρχαιολογικού χώρου «επειδή προβλέπεται στη σύμβαση» θυμίζει τις δικαιολογίες του Μαξίμου ότι η σύμβαση με τους Κινέζους για το λιμάνι «διορθώθηκε», χωρίς να ενημερωθούν οι αντισυμβαλλόμενοι, προκειμένου να «βελτιωθεί» και να «εναρμονιστεί με το ελληνικό δίκαιο». Ο Πρωθυπουργός, μάλιστα, είχε καλύψει τότε τον υπουργό του, παραδεχόμενος ότι για τη δημιουργική μετάφραση της σύμβασης υπεύθυνο ήταν το Μαξίμου. Τώρα πάλι το Μαξίμου - διά του Φλαμπουράρη - καλύπτει το υπουργείο Πολιτισμού.
Εκτός πλαισίου
Δεν πρόκειται για το ταμπεραμέντο των υπουργών, αλλά για κεντρική επιλογή. Το ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση θέλει να δείχνει ότι αποκλίνει από τις δεσμεύσεις τις οποίες εν τέλει αναγκάζεται να τηρήσει. Δεν επωμίζεται έτσι διπλό το όποιο πολιτικό κόστος;
Η εξήγηση που δίνει παράγοντας της αγοράς, που έχει συνεργαστεί με στελέχη της κυβέρνησης, είναι ότι «έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που δεν είναι εξοικειωμένοι με το πλαίσιο». Ως «πλαίσιο» εδώ εννοείται το θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται μια χώρα-μέλος της ευρωζώνης. Ο ίδιος παρατηρεί ότι, είκοσι μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η ομάδα που διευθύνει το κυβερνητικό έργο δυσκολεύεται να εξοικειωθεί με τους όρους που έχει συνομολογήσει. «Πιστεύουν ακόμη ότι μπορούν να περάσουν πράγματα κάτω από τη μύτη των ξένων».
Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, ο Τσίπρας δεν τρέφει πια αυταπάτες για τα πραγματικά περιθώρια των ελιγμών του. Ξέρει τον αντίκτυπο αυτής της αμφιθυμίας, αλλά την αφήνει σκόπιμα να εκδηλώνεται. Πιστεύει ότι σηκώνοντας επικοινωνιακή σκόνη μπορεί να τους κρατά όλους ικανοποιημένους. Και το κόμμα του, που έχει διαπαιδαγωγηθεί να πολεμάει τις ιδιωτικοποιήσεις. Και τους δανειστές, στους οποίους «πουλάει» την τάχα σοσιαλδημοκρατική μεταστροφή του. Και τους επενδυτές, με τα αιτήματα των οποίων στο τέλος συμμορφώνεται.
Μια «απ' όλα»
Αυτή τη συνταγή τού «απ' όλα» φαίνεται να ακολουθεί η κυβέρνηση και σε άλλους τομείς, εκτός της οικονομίας, όπως στο ζήτημα της ασφάλειας, όπου το τελευταίο διάστημα προσπάθησε να υπηρετήσει αντίρροπες σκοπιμότητες. Από τη μία να μην ερεθίσει το κόμμα και τις συγγενείς με το κόμμα μειοψηφίες, που αντιδρούσαν στον αστυνομικό έλεγχο της «ακτιβιστικής» δράσης του αντιεξουσιαστικού χώρου. Και από την άλλη να μην αφήσει αυτήν τη δράση να της χαλάσει τη στρατηγική προσέγγιση με την Εκκλησία. Δεν είναι τυχαίο ότι δήλωση καταδίκης της εμπρηστικής επίθεσης κατά της Μονής Πετράκη εξέδωσε - πέρα από την κυβερνητική εκπρόσωπο, που εξέφρασε τον «αποτροπιασμό» τής κυβέρνησης - και η ίδια η Κουμουνδούρου, καταδικάζοντας την ενέργεια ως απειλή για τις «θρησκευτικές ελευθερίες».
Ο «αποτροπιασμός» δημιούργησε ένα περίεργο μείγμα με τις δηλώσεις υπέρ θεσμικής κατοχύρωσης των καταλήψεων και κατά των διώξεων «φρονηματικού χαρακτήρα», που έκαναν άλλα στελέχη, όπως η Σία Αναγνωστοπούλου και ο Γιώργος Κυρίτσης. Η κίνηση είναι και εδώ καρκινοειδής: μια αριστερά, μια δεξιά.
Ο Πρωθυπουργός δεν εξαιρείται βέβαια από αυτή την πολιτική χορογραφία. Η πρόσφατη ανάρτησή του στο facebook για το χρέος, την επέτειο της διαγραφής του γερμανικού χρέους το 1953, ξαναζεσταίνει το αφήγημα που είχε καλλιεργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση - και πήρε διαστάσεις κοινοβουλευτικού υπερθεάματος κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο.
Με πιο ήπιο ύφος απ' ό,τι στο παρελθόν, ο Πρωθυπουργός εμφανίστηκε να αναθερμαίνει τα αντιγερμανικά συνθήματα της αντιμνημονιακής του φάσης, μιλώντας ξανά για διαγραφή χρέους. Κάνοντας δηλαδή ένα άλμα εκτός του πλαισίου ρύθμισης του χρέους που έχει συμφωνήσει με τους δανειστές.
Κοκκινομπλέ στατιστική
Θα μπορούσε κανείς να αξιολογήσει την πρωθυπουργική παρέμβαση ως ρητορική υπερβολή, χωρίς συνέχεια. Ομως, η προσπάθεια να αναβιώσουν κομμάτια του παλιού συριζαϊκού αφηγήματος για την κρίση συμπληρώνεται και με άλλες ενέργειες. Η κυβέρνηση έσπευσε αμέσως να εκμεταλλευτεί πολιτικά την αναίρεση του βουλεύματος που απάλλασσε τον πρώην διοικητή της ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με τη διατύπωση του υπουργού Επικρατείας Νίκου Παππά, η αναψηλάφηση των κατηγοριών περί χάλκευσης του ελλείμματος του 2009 «ανοίγει μια πληγή, την οποία πρέπει να διερευνήσουμε εις βάθος. Πώς και εάν διογκώθηκαν τα ελλείμματα για να υπάρξουν προσχεδιασμένες πολιτικές αποφάσεις, για να υπάρξει η υπαγωγή της χώρας στο Μνημόνιο». Η κυβέρνηση έτσι εμφανίζεται να αμφισβητεί τα στοιχεία τα οποία έχουν αποδεχθεί όχι μόνο η Eurostat και οι δανειστές, αλλά με βάση τα οποία η ίδια έχει αναλάβει δεσμεύσεις για να επιτύχει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους.
Η δικαστική ανακίνηση της υπόθεσης - που εκδηλώθηκε μετά την αλλαγή σκυτάλης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου - έχει προφανή πολιτική χρησιμότητα για την κυβέρνηση, καθώς αντανακλά στα εσωκομματικά της ΝΔ και δημιουργεί πάλι τον χώρο για τη σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με τη νεοκαραμανλική πτέρυγα. Ταυτόχρονα, όμως, απειλεί να υποβαθμίσει το όποιο κεφάλαιο αξιοπιστίας είχε αποκτήσει η κυβέρνηση έναντι των εταίρων. Το Μαξίμου προτιμά να κερδίσει πόντους στο εσωτερικό πολιτικό παίγνιο, ακόμη κι αν το τίμημα είναι να εμφανιστεί ξανά προς τα έξω ως αστάθμητος παίκτης.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνει την εκτίμηση κύκλων της αντιπολίτευσης, πως το βασικό πρόβλημα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ είναι ότι «αντιλαμβάνονται τη διακυβέρνηση μόνο με όρους εσωτερικής πολιτικής». Οτι όλη η ενέργειά τους αναλώνεται στον εσωτερικό ανταγωνισμό εξουσίας, χωρίς να υπολογίζονται οι παρενέργειες στην αξιοπιστία της χώρας και στην οικονομία.
Ο εξουσιαστικός κυνισμός:
Ειδικού Συνεργάτη
Στους παλιούς καλούς καιρούς επαναλαμβανόταν ως κοινοτοπία η περίφημη φράση του Ουμπέρτο Εκο πως τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Τις τελευταίες εβδομάδες όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ενα προεξοφλημένο τσουνάμι εξελίξεων (τρόικα, εργασιακό, μείωση συντάξεων, φορολογία κ.λπ.) με αφετηρία τον Σεπτέμβριο διαμορφώνεται ήδη στο παρασκήνιο και είναι τόσο ισχυρό, ώστε η βοή του ακόμη και στις ημέρες του καύσωνα να είναι πλέον αισθητή. Και όλα αυτά παράλληλα καλύπτονται και από την αύρα των εκλογών. Κυρίως η εκλογολογία ενισχύεται από δύο αντίρροπα στρατόπεδα. Πρώτον, από την πλευρά της «ευρωπαϊκής αντιπολίτευσης» η οποία θέλει να επανέλθει στην κυβέρνηση και συγχρόνως είτε να επιταχύνει τις εσωτερικές της ανακατατάξεις είτε να περιορίσει τις παραφωνίες και, δεύτερον, από την πλευρά του Μαξίμου, όπου διατυπώνεται ως απειλή προς την τρόικα, εκβιάζοντάς την πως θα ενισχύσει την πολιτική αστάθεια στην παραπαίουσα Ευρωπαϊκή Ενωση. Ως γνωστόν, τα μείζονα εσωτερικά θέματα της ΕΕ είναι ο κίνδυνος της οικονομικής και πολιτικής αστάθειας της Ιταλίας, της τρίτης σε μέγεθος οικονομίας της ευρωζώνης, και οι μαύρες τρύπες του ευρωπαϊκού - και γερμανικού - τραπεζικού συστήματος. Αν αυτά προστεθούν στην αναταραχή που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή (Προσφυγικό, Μέση Ανατολή, Ουκρανία, Τουρκία κ.λπ.), διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά εκρηκτικό περιβάλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Τσίπρας και η ομάδα του θεωρούν ότι είναι δυνατόν να αποσπάσουν λιγότερη λιτότητα από τους δανειστές με ό,τι αυτό σημαίνει (κόφτης, δημοσιονομικό πλεόνασμα, εργασιακά, χρέος κ.λπ.). Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και ενισχύουν εμμέσως την υφέρπουσα εκλογολογία.
Κι αν όλα αυτά συμβαίνουν στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, από την άλλη πλευρά σε ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας η κατάσταση εξελίσσεται με δραματικούς ρυθμούς. Αυτό που μέχρι πριν από μερικούς μήνες αποκαλούνταν «κοινωνικός ΣΥΡΙΖΑ» δεν υφίσταται - ούτε ως κοινωνικός, διότι έχει αποσαθρωθεί η κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ του περασμένου Σεπτεμβρίου από την υπογραφή και την εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου, ούτε επί της ουσίας ως ΣΥΡΙΖΑ, διότι το άλλοτε πρωτότυπο και κραταιό εκλογικά κόμμα αποτελείται πλέον από μερικές χιλιάδες έμμισθους είτε στην Κουμουνδούρου είτε στο Δημόσιο και στην κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, το σοβαρό ενδεχόμενο των εκλογών είναι μάλλον απίθανο. Κι αυτό το γνωρίζουν καλά στο Μέγαρο Μαξίμου και επίσης γνωρίζουν πως ο μεγαλύτερος εχθρός τους δεν είναι η Νέα Δημοκρατία, αλλά η αποχή. Παρεμπιπτόντως, τον Οκτώβριο του 2009 η αποχή κατέστρεψε τη Νέα Δημοκρατία και ο Γιώργος Παπανδρέου κέρδισε τις εκλογές με περίπου δέκα μονάδες διαφορά, παρά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ πήρε σχεδόν τις ίδιες ψήφους με αυτές του 2007. Αν αυτό συνέβη τότε, σε ομαλές συνθήκες, τι θα συμβεί τώρα; Κι επειδή η ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου έχει αρχίσει και διαμορφώνει δικό της σύστημα εξουσίας, έστω με άτσαλο τρόπο, η εκλογική αναμέτρηση, που είναι βέβαιο ότι θα φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε δεύτερη θέση, θα το θέσει υπό αμφισβήτηση. Αντιθέτως, πέραν της εκλογικής πομφόλυγας, η ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου γνωρίζει μέσα από την κυνική προσέγγιση των πραγμάτων - ο εξουσιαστικός κυνισμός είναι η υπέρτατη ιδεολογία της - ότι η παραμονή της στην κυβέρνηση δεν περνά μέσα από την ενίσχυση του κόμματος - σε αυτό δεν έχει αυταπάτες -, αλλά μέσα από τον έλεγχο των μηχανισμών πολιτικής χειραγώγησης, που είναι τα αστικά ΜΜΕ και κυρίως τα τηλεοπτικά κανάλια. Αυτά θέλει να ελέγξει άμεσα ή έμμεσα. Αλλά έχει και ένδεια προσώπων γι' αυτό και επενδύει σε τύπους όπως ο Καλογρίτσας. Εχει βέβαια στα χέρια της όλους τους μηχανισμούς εξουσίας και σύμφωνα με το αξίωμα πως «και η πιο αδύναμη κυβέρνηση είναι απείρως ισχυρότερη και από τον πιο ισχυρό επιχειρηματικό όμιλο», τότε θα κατορθώσει να διαμορφώσει μια νέα κατάσταση στο τηλεοπτικό τοπίο.
Αλλά η ιστορικότητα της εποχής και η ταχύτητα των εξελίξεων είναι τέτοια που η παρέα του Μεγάρου Μαξίμου θα χαθεί αργά ή γρήγορα στην κινούμενη άμμο της κοινωνίας, αφήνοντας κληρονομιά την πολιτική απογοήτευση και τη δυσφήμηση της Αριστεράς.
Πέραν της εκλογικής πομφόλυγας, η ομάδα του Μεγάρου Μαξίμου γνωρίζει μέσα από την κυνική προσέγγιση των πραγμάτων - ο εξουσιαστικός κυνισμός είναι η υπέρτατη ιδεολογία της - ότι η παραμονή της στην κυβέρνηση δεν περνά μέσα από την ενίσχυση του κόμματος - σε αυτό δεν έχει αυταπάτες -, αλλά μέσα από τον έλεγχο των μηχανισμών πολιτικής χειραγώγησης, που είναι τα αστικά ΜΜΕ και κυρίως τα τηλεοπτικά κανάλια. Αυτά θέλει να ελέγξει άμεσα ή έμμεσα. Αλλά έχει και ένδεια προσώπων γι' αυτό και επενδύει σε τύπους όπως ο Καλογρίτσας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου