οι κηπουροι τησ αυγησ

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Η απαγγελία πληθωρικών ποινικών κατηγοριών ή η αθρόα παραποµπή κατηγορουµένων στο ακροατήριο δηµιουργούν ανεδαφικές προσδοκίες αυστηρής και µαζικής τιµώρησης, η διάψευση των οποίων κατ’ αποτέλεσµα ενισχύει τη δυσπιστία ως αποτελεσµατικότητα του θεσµού της δικαιοσύνης. Οταν δε η ανεπίτρεπτη προτροπή των εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας για επανέλεγχο των αποφάσεων συνδυάζεται µε αντίστοιχες ιεραρχικές υποδείξεις εντός του δικαστικού σώµατος, αναπόφευκτα δηµιουργείται η εντύπωση ότι η δικαιοσύνη αντί να αποδοκιµάσει τις παρεµβολές στο έργο της ενδιαφέρεται πρωτίστως να κατευνάσει ή να αντισταθµίσει τον αρνητικό επικοινωνιακό αντίκτυπο. Από την άλλη µεριά οι αντιδράσεις των συγγενών των θυµάτων εκφράζουν –µε την αναπόφευκτη ακρότητα που δηµιουργεί ο πολλαπλασιαστής του ανθρώπινου πόνου– την εµπεδωµένη πλέον ευρύτερη αντίληψη του κοινού, ότι η απώλεια ανθρώπινης ζωής, ακόµη και όταν αποδίδεται σε αµέλεια, µόνο µε εγκλεισµούς στις φυλακές µπορεί να ανταποδοθεί. Η εκτελεστική εξουσία, ο Tύπος και το λεγόµενο κοινό περί δικαίου αίσθηµα περικυκλώνουν τη ∆ικαιοσύνη µε έναν ανατροφοδοτούµενο κλοιό απαξίωσης και ποδηγέτησης του έργου της....

 Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ"


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΑΣ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ

Τα βράδια πριν από την απόφαση του δικαστηρίου για το Μάτι, η Αθηνά Μουτάφη δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Παρότι το Σαββατοκύριακο δούλευε καμαριέρα σε ξενοδοχείο και επέστρεφε σπίτι κατάκοπη, είχε υπερένταση και αγωνία. «Δεν μπορώ να περιγράψω πώς νιώθω ή τι σκέφτομαι. Από τη μια ελπίζω ότι θα μας κάνουν την έκπληξη και θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Και την ίδια στιγμή, νιώθω πως θα απογοητευτώ», είχε πει στην «Κ» λίγες ώρες πριν από την απόφαση. Τη Δευτέρα το μεσημέρι, όταν φορτισμένη βγήκε από την αίθουσα του δικαστηρίου, πάλι δεν μπορούσε να βρει λόγια για να περιγράψει την οργή της. «Η πρόεδρος μας είπε στην πρώτη συνεδρίαση πως θέλει να κάνει μια δίκη “προσευχή”. Τελικά ήταν προσευχή για τους κατηγορούμενους, όχι για τους νεκρούς μας», δήλωσε η κ. Μουτάφη.

Η ίδια με το Μάτι δεν είχε σχέση. Βρισκόταν εκεί για να βοηθήσει μια οικογενειακή φίλη που είχε χειρουργηθεί. Τα δυο της παιδιά είχαν μόλις φτάσει εκείνο το απόγευμα στο σπίτι που έμενε για να την δουν. Στη φωτιά έχασε τον γιο της, Βίκτωρα. Ηταν 25 ετών. Σπούδαζε ψυκτικός, λάτρευε τη μουσική, την αδελφή του και τη μητέρα του. Η Αθηνά παρά τις δυσκολίες, τα είχε μεγαλώσει με απέραντη αγάπη. Οι τρεις τους ήταν αχώριστοι.

Το πρωί της Δευτέρας, έφτασε στο δικαστήριο από νωρίς μαζί με τη Βάσια και τον Γιώργο, τον πατέρα των παιδιών. Εκεί στον αύλειο χώρο συνάντησε τον Αρη Χερουβείμ με τον οποίο είναι σε συνεχή επικοινωνία όλο αυτό το διάστημα. Εκείνος έχασε στη φωτιά τη μητέρα, την αδελφή του και τις δίδυμες ανιψιές του. Εάν είχαν ειδοποιηθεί έγκαιρα, θα είχαν φύγει εύκολα από το σπίτι τους που βρίσκεται δίπλα στη λεωφόρο Μαραθώνος. Οταν είδαν τη φωτιά να πλησιάζει απειλητικά, έτρεξαν προς τη θάλασσα για να σωθούν. Και οι τέσσερις κάηκαν ζωντανές λίγα μέτρα μακριά.

Κάθε μέρα εκεί

Ο κ. Χερουβείμ όλους τους μήνες που διήρκεσε η δίκη, ένιωθε την ανάγκη να είναι κάθε ημέρα εκεί. Με τον καιρό είδε την αίθουσα να αδειάζει. Υπήρχαν συνεδριάσεις που ήταν ο μοναδικός στο ακροατήριο. «Ηθελα να είμαι εκεί για να τους κοιτάω στα μάτια. Αισθάνομαι πως ήταν χρέος μου όχι μόνο απέναντι στην οικογένειά μου αλλά και σε αυτό που έχει συμβεί στη χώρα», είχε πει στην «Κ» πριν από μερικούς μήνες. Το Σαββατοκύριακο πριν από την απόφαση είχε επιλέξει να το περάσει στο Μάτι. Εκανε δουλειές στον κήπο προσπαθώντας να είναι ψύχραιμος. «Δεν τα κατάφερα. Δεν περιμένω τίποτα σήμερα. Και αυτό είναι ίσως χειρότερο συναίσθημα», είπε πει πριν μπει στην αίθουσα.


Η δίκη για το Μάτι σε 18 λεπτά

Στις εννέα το πρωί, οι 21 κατηγορούμενοι κάθισαν στις δύο μπροστινές σειρές με τα ξύλινα καθίσματα. Από πίσω τους, στις κόκκινες βελούδινες καρέκλες οι συγγενείς των θυμάτων, οι εγκαυματίες, οι δημοσιογράφοι. Οταν ξεκινούσε η δίκη τον Οκτώβριο του 2022 είχαν βρεθεί όλοι, στριμωγμένοι, σε μια αίθουσα στην Ευελπίδων που χωρούσε με το ζόρι 50 άτομα. Βγαίνοντας τότε, ένιωθαν αποκαρδιωμένοι. «Υπάρχει μια διάθεση διεκπεραίωσης και υποβάθμισης της υπόθεσης», έλεγαν μεταξύ τους. «Πιστεύεις πως μπορεί να πάει κάποιος φυλακή;» είχε ρωτήσει τότε η Βάσια τη μητέρα της. «Πιο πιθανό να δω τον Βίκτωρα ζωντανό», είχε απαντήσει η Αθηνά… Η εμπιστοσύνη τους –βλέποντας και όλα τα αιτήματα του ανακριτή για αναβάθμιση της κατηγορίας σε κακούργημα να έχουν απορριφθεί– είχε ήδη κλονιστεί.

Και εκείνο το διάστημα, ειδικά πριν από την κατάθεσή της, η Αθηνά είχε χάσει τον ύπνο της. Εγραφε σε κόλλες χαρτί, ξανά και ξανά, αυτά που ήθελε να πει στο δικαστήριο. Ηταν μεγάλη η αγωνία της να μην ξεχάσει κάτι. Οταν ήρθε η ημέρα της κατάθεσης και κάθισε στο ξύλινο τραπέζι μπροστά στην έδρα μεταφέρθηκε νοερά στο Μάτι. Ενιωσε ξανά πως ανεβαίνει στην ταράτσα του σπιτιού και βλέπει τον καπνό. Την αίσθηση που είχε, πως ίσως κινδυνεύουν. Το πώς, ενστικτωδώς, χωρίς καμία προειδοποίηση ή ενημέρωση, έφυγαν αλαφιασμένοι. Είδε ξανά, το τρομαγμένο βλέμμα του Βίκτωρα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου όταν εγκλωβίστηκαν στο μποτιλιάρισμα που είχε προκληθεί. Την εφήμερη ανακούφιση που ένιωσαν όταν μπήκαν στη θάλασσα και αγκαλιάστηκαν. Ηταν τόσο κοντά στη Ραφήνα, θεωρούσαν πως ήταν θέμα χρόνου να έρθει βοήθεια από την Πυροσβεστική ή το Λιμενικό. 

Η βοήθεια όμως από τον κρατικό μηχανισμό δεν ήρθε ποτέ. Ηρθε από Αιγύπτιους ψαράδες, όμως ήταν πλέον αργά. Είχαν παλέψει για ώρες με τα κύματα προσπαθώντας να κρατήσουν δυνάμεις, αλλά ο Βίκτωρας δεν άντεξε. Εκεί, μέσα στη θάλασσα, η Αθηνά είδε τον γιο της να πνίγεται. Αναγκάστηκε να αφήσει το νεκρό του σώμα από τα χέρια της σε μια προσπάθεια να σώσει τη Βάσια που βρισκόταν σε πανικό. Οταν ολοκλήρωσε την κατάθεση και βγήκε έξω κατέρρευσε. Παρότι η αίθουσα ήταν παγωμένη (η θέρμανση δεν έφτανε μέχρι εκείνο το σημείο του Εφετείου…) η ίδια ένιωθε να καίγεται. Το ίδιο συνέβη και με τους υπόλοιπους μάρτυρες. Ολοι τους, καταθέτοντας, έζησαν εκείνο το απόγευμα ξανά.

«Οχι μόνο αθωώνει μια σειρά κατηγορουμένων που ήταν προφανής η ενοχή τους, αλλά αποδυναμώνει το βάρος των κατηγοριών γι’ αυτούς που κήρυξε ενόχους», δηλώνει ο δικηγόρος Ιωάννης Καραγκούνης.

Από μάρτυρας, κατηγορούμενος

Οταν κατέθεσε ο πραγματογνώμονας πολλοί είχαν αναθαρρήσει. Ο Δημήτρης Λιότσιος ανέλυσε με λεπτομέρεια τα μοιραία λάθη τις ώρες πριν και κατά τη διάρκεια της φωτιάς. «Υπάρχουν πάρα πολλές ενέργειες που δεν έγιναν. Εάν είχαν γίνει, τα αποτελέσματα θα ήταν τελείως διαφορετικά», είχε καταλήξει δίνοντας στο δικαστήριο αδιάσειστα στοιχεία από την πραγματογνωμοσύνη του. Ο κ. Λιότσιος ένιωθε πως το χρωστάει στους 104 νεκρούς, στους εγκαυματίες, αλλά και στους νεότερους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής. Δεν μετάνιωσε που ανέλαβε την πραγματογνωμοσύνη εάν και είχε παραδεχτεί μετά το τέλος της μαραθώνιας κατάθεσής του στην «Κ» πως ήταν τόσο μεγάλη η πίεση που του άσκησαν οι δικηγόροι υπεράσπισης, που κάποιες στιγμές είχε νιώσει πως ήταν εκεί όχι ως πραγματογνώμονας αλλά ως κατηγορούμενος.


Μάτι: Τρέχουν να προλάβουν για την έφεση

Βέβαια η αλήθεια είναι πως πράγματι, έχει καταλήξει να είναι και ίδιος κατηγορούμενος(!). Στις 29 Οκτωβρίου θα δικαστεί η μήνυση του πρώην αρχηγού της Πυροσβεστικής Βασίλη Ματθαιόπουλου εναντίον του για «παραβίαση απορρήτου της προφορικής συνομιλίας» και «χρήση και διάθεση σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Η υπόθεση αφορά την ηχογράφηση 30λεπτης συνομιλίας μεταξύ των δύο ανδρών, την οποία ο κ. Λιότσιος είχε καταθέσει στη δικαιοσύνη και πριν από δύο χρόνια δημοσίευσε η «Κ». Σε αυτή, ο πρώην αρχηγός της Πυροσβεστικής ακούγεται μεταξύ άλλων να τον απειλεί, να τον εκβιάζει και να του ζητάει ευθέως να θάψει στοιχεία και όλα αυτά, ισχυριζόμενος πως έπραττε με εντολή της τότε πολιτικής ηγεσίας. (Στις 31 Μαΐου θα δικαστεί και η μήνυση του Λιότσιου κατά του Ματθαιόπουλου για απόπειρα παράνομης βίας και παράβαση καθήκοντος).

Οι κάτοικοι στο Μάτι ήλπιζαν πως η απόπειρα συγκάλυψης που είχε αποκαλυφθεί μαζί με όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν στο δικαστήριο θα ήταν αρκετά για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Η απόφαση ήταν απογοητευτική ακόμα και για εκείνους που δεν ήταν εξαρχής τόσο αισιόδοξοι. «Οχι μόνο αθωώνει μια σειρά κατηγορουμένων που ήταν προφανής η ενοχή τους, αλλά αποδυναμώνει το βάρος των κατηγοριών για αυτούς που κήρυξε ενόχους», δήλωσε στην «Κ» ο Ιωάννης Καραγκούνης, δικηγόρος της Αθηνάς Μουτάφη. 

Στο άκουσμα των ποινών –όλες εξαγοράσιμες– και ενώ οι παρευρισκόμενοι πλέον αντιδρούσαν έντονα, ο κ. Καραγκούνης έφυγε βιαστικά από την αίθουσα. «Ενιωσα πως μπορεί και εγώ να ξεφύγω και δεν το ήθελα», εξομολογήθηκε στην «Κ». Πήγε στο γραφείο του και ξεκίνησε να ετοιμάζει την αίτηση άσκησης εφέσεως. «Ο εισαγγελέας έχει προθεσμία μέχρι τις 9 Μαΐου να ασκήσει έφεση και γράφω ό,τι πιο συνοπτικό ώστε να μπορεί να επιληφθεί άμεσα», εξηγεί. Την Τρίτη το μεσημέρι την κατέθεσε –μαζί με ακόμα 6 δικηγόρους εκπροσωπώντας 27 διαδίκους– κοινοποιώντας την και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Η ώρα της αγανάκτησης

Πίσω στη δικαστική αίθουσα, μια μητέρα που έχασε την 35χρονη κόρη της στην τραγωδία, πλησίασε τους κατηγορουμένους που είχαν μόλις αθωωθεί και αποχωρούσαν ικανοποιημένοι. «Κοιτάξτε με στα μάτια και πείτε μου κάτι, μια συγγνώμη», φώναζε στην κ. Ρένα Δούρου κλαίγοντας. Ενας από τους δικηγόρους υπεράσπισης (όχι της κ. Δούρου) ζήτησε ενοχλημένος από την πρόεδρο να απομακρυνθεί η γυναίκα από την αίθουσα. Στο άκουσμα αυτό πολλοί ξέσπασαν. Ο αστυνομικός που βρισκόταν δίπλα στη μητέρα, αντί να την απομακρύνει, την αγκάλιασε.

Οσο η πρόεδρος προσπαθούσε να προχωρήσει ζητώντας «σεβασμό στη διαδικασία», τόσο περισσότερο αγανακτούσε ο κόσμος. Το κλίμα ήταν φορτισμένο. Ακόμα και κάποιοι αστυνομικοί παρακολουθούσαν βουρκωμένοι τα όσα εκτυλίσσονταν. Σύντομα, σταμάτησαν κάθε προσπάθεια να «ηρεμήσουν» τον κόσμο. Παρενέβησαν μόνο όταν ο Αγγελος Κοντοθάνος, αδελφικός φίλος του Γιάννη Φιλιππόπουλου (που έχασε τους γονείς και τα δίδυμα κορίτσια του στη φωτιά), πέταξε δύο ξύλινες καρέκλες προς τον Βασίλη Ματθαιόπουλο. Και οι έξι καταδικασμένοι κατηγορούμενοι φυγαδεύτηκαν και δεν εμφανίστηκαν ξανά στην αίθουσα.

«Γιατί μας έχεις ξεχάσει»

Σε ένα από τα εκατοντάδες συγκλονιστικά ηχητικά που έχουν καταγραφεί από το κέντρο της Πυροσβεστικής στις 23 Ιουλίου του 2018, ακούγεται μια γυναίκα απελπισμένη, εγκλωβισμένη στο σπίτι της στο Κόκκινο Λιμανάκι. Ο πυροσβέστης στην άλλη άκρη της γραμμής τη συμβουλεύει να κάνει υπομονή. «Πόσο υπομονή να κάνω; Γιατί μας έχετε ξεχάσει;» του λέει εκείνη κλαίγοντας. Το ίδιο, αισθάνονται τα τελευταία έξι χρόνια όσοι έχασαν κάποιον δικό τους άνθρωπο, αλλά και αυτοί τους οποίους έχει στοιχειώσει η φωτιά. Οι εγκαυματίες, οι άνθρωποι που έχασαν το σπίτι τους και αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν από το μηδέν, εκείνοι που σώθηκαν από τύχη και έκτοτε έχουν χάσει τον ύπνο τους.


"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ", 04-05/05/24


"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ", 04-05/05/24

ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗ ΤΖΑΝΝΕΤΗ*

Ο απόηχος της απόφασης για την τραγωδία στο Μάτι δίνει αφορµή για ορισµένες σκέψεις τόσο σε αυστηρά νοµικό όσο και σε ευρύτερο θεσµικό επίπεδο.

Οι κατηγορούµενοι καταδικάσθηκαν για 104 συρρέουσες πράξεις ανθρωποκτονίας από αµέλεια, πράξη που τιµωρείται (ανεξαρτήτως του αριθµού των θυµάτων) σε βαθµό πληµµελήµατος. Κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων (2018) ίσχυε ο παλαιός Ποινικός Κώδικας, ο οποίος για την κατά συρροή ανθρωποκτονία από αµέλεια προέβλεπε ανώτατη συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών, κατ’ εξαίρεση δε παρείχε τη δυνατότητα επιβολής συνολικής ποινής φυλάκισης 10 ετών, ενώ σύµφωνα µε τον νέο Π.Κ., ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2019, το ανώτατο όριο της συνολικής ποινής για το εν λόγω αδίκηµα δεν µπορεί ποτέ να υπερβεί τα πέντε έτη. Το δικαστήριο εφήρµοσε αναδροµικά τη νεότερη ευµενέστερη διάταξη του νέου Π.Κ. και επέβαλε την ανώτατη προβλεπόµενη συνολική ποινή.

∆εδοµένου όµως ότι η αιχµή των επικρίσεων επικεντρώνεται στη µετατροπή της επιβληθείσας συνολικής ποινής των 5 ετών σε χρηµατική είναι αναγκαίες οι ακόλουθες διευκρινίσεις. Ανέκαθεν ίσχυε (βλ. άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982) ο κανόνας ότι η επιβαλλόµενη για τα συρρέοντα εγκλήµατα συνολική ποινή φυλάκισης µετατρέπεται υποχρεωτικά σε χρηµατική ανεξαρτήτως του ύψους της, εφόσον είναι µετατρέψιµη η ποινή βάσης, δηλαδή εν προκειµένω η ποινή των 3 ετών που επιβλήθηκε για κάθε ανθρωποκτονία. Ενώ όµως κατά τον παλαιό Π.Κ. η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη µετατρέπεται, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει αιτιολογηµένα ότι απαιτείται η µη µετατροπή της, ο νέος Π.Κ. κατήργησε τον θεσµό της µετατροπής και προέβλεψε την υποχρεωτική ολική έκτιση των στερητικών της ελευθερίας ποινών που υπερβαίνουν τα τρία έτη καθώς και τη µερική έκτιση ακόµη και κατώτερων των τριών ετών ποινών φυλάκισης. Εποµένως, στη συγκεκριµένη περίπτωση η µετατροπή της επιβληθείσας συνολικής ποινής των πέντε ετών οφείλεται στην εφαρµογή του κατά τούτο ευµενέστερου παλαιού Π.Κ., οι περί µετατροπής διατάξεις του οποίου θα εφαρµόζονταν και αν ακόµη επιβαλλόταν η προβλεπόµενη από αυτόν αυξηµένη συνολική ποινή των 10 ετών. Ενόψει των ανωτέρω δεδοµένων, η αιτίαση ότι η επιβληθείσα µετατρέψιµη ποινή των 5 ετών οφείλεται αποκλειστικά στις ευνοϊκές ρυθµίσεις του νέου Π.Κ. του 2019 δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα.

Πάντως, πολύ µεγαλύτερη αξία από τις ανωτέρω νοµικές επισηµάνσεις έχει η γενικότερη θλιβερή διαπίστωση ότι δυστυχώς τείνει να καταστεί ενδηµικό το φαινόµενο της δηµόσιας ανεπεξέργαστης αποδοκιµασίας των δικαστικών ποινικών αποφάσεων χωρίς ακριβή γνώση του ισχύοντος νοµοθετικού πλαισίου. Η εργαλειοποίηση των ποινικών αποφάσεων για την εξυπηρέτηση των επικοινωνιακών σκοπιµοτήτων των εκάστοτε επικριτών υπονοµεύει τη συνταγµατικά κατοχυρωµένη διάκριση των εξουσιών και διαβρώνει το κύρος των ποινικών αποφάσεων.

Τα τραγικά πολύνεκρα συµβάντα αναδεικνύουν εκτός από τις ποινικές ευθύνες (όπου αυτές υπάρχουν) πρωτίστως τις διαχρονικές παθογένειες και δυσλειτουργίες του κρατικού µηχανισµού σε επίπεδο πρόληψης και αποτελεσµατικής αντιµετώπισης επικίνδυνων φαινοµένων ή καταστάσεων. Οι συνήθεις αντιπαραθέσεις των φορέων της εκτελεστικής εξουσίας ως προς τα νοµοθετικά πεπραγµένα ή τη διαχειριστική ικανότητα των προκατόχων ή των διαδόχων τους παρέχει γόνιµο έδαφος για ακραίες τιµωρητικές αντιλήψεις, µε τις συχνότητες των οποίων ενίοτε επιχειρεί να συντονισθεί και η ίδια η δικαιοσύνη.

Πράγµατι, η απαγγελία πληθωρικών ποινικών κατηγοριών ή η αθρόα παραποµπή κατηγορουµένων στο ακροατήριο δηµιουργούν ανεδαφικές προσδοκίες αυστηρής και µαζικής τιµώρησης, η διάψευση των οποίων κατ’ αποτέλεσµα ενισχύει τη δυσπιστία ως αποτελεσµατικότητα του θεσµού της δικαιοσύνης. Οταν δε η ανεπίτρεπτη προτροπή των εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας για επανέλεγχο των αποφάσεων συνδυάζεται µε αντίστοιχες ιεραρχικές υποδείξεις εντός του δικαστικού σώµατος, αναπόφευκτα δηµιουργείται η εντύπωση ότι η δικαιοσύνη αντί να αποδοκιµάσει τις παρεµβολές στο έργο της ενδιαφέρεται πρωτίστως να κατευνάσει ή να αντισταθµίσει τον αρνητικό επικοινωνιακό αντίκτυπο. Από την άλλη µεριά οι αντιδράσεις των συγγενών των θυµάτων εκφράζουν –µε την αναπόφευκτη ακρότητα που δηµιουργεί ο πολλαπλασιαστής του ανθρώπινου πόνου– την εµπεδωµένη πλέον ευρύτερη αντίληψη του κοινού, ότι η απώλεια ανθρώπινης ζωής, ακόµη και όταν αποδίδεται σε αµέλεια, µόνο µε εγκλεισµούς στις φυλακές µπορεί να ανταποδοθεί.

Η εκτελεστική εξουσία, ο Tύπος και το λεγόµενο κοινό περί δικαίου αίσθηµα περικυκλώνουν τη ∆ικαιοσύνη µε έναν ανατροφοδοτούµενο κλοιό απαξίωσης και ποδηγέτησης του έργου της.

Η υποδοχή της δικαστικής απόφασης για την τραγωδία στο Μάτι κατέδειξε για µία ακόµη φορά ότι η εκτελεστική εξουσία, ο Tύπος και το λεγόµενο κοινό περί δικαίου αίσθηµα περικυκλώνουν τη ∆ικαιοσύνη µε έναν ανατροφοδοτούµενο κλοιό απαξίωσης και ποδηγέτησης του έργου της. Ευρισκόµενη στο µάτι του κυκλώνα η ∆ικαιοσύνη καλείται να ορθώσει τείχη στους ετερόκλητους έξωθεν αµφισβητίες και να εκπληρώσει απερίσπαστη και νηφάλια την υψηλή αποστολή της.

*Αναπληρωτής καθηγητής Νοµικής Σχολής Αθηνών, γενικός γραµµατέας Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων.

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ", 04-05/05/24



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου