Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Η μετριοπάθεια τόσο του κ. Κ. Σημίτη όσο και του κ. Κ. Καραμανλή είναι γνωστή και φάνηκε και σε αυτόν τον διάλογο. Ελπίζω οι υποστηρικτές και των δύο να ακολουθήσουν στην αναμενόμενη αντιπαράθεση τους ίδιους τόνους, χωρίς ακρότητες. Είθισται οι διάφοροι «σωματοφύλακες» να είναι «βασιλικότεροι του βασιλέως» και, ως εκ τούτου, επικίνδυνοι για το ήθος του διαλόγου.Η ουσία της διαφοράς των δύο αντιλήψεων βρίσκεται στο γεγονός ότι η σχολή σκέψης Σημίτη θεωρεί πως το κυρίαρχο ζήτημα είναι η οικονομία και τα υπόλοιπα θέματα υποτάσσονται στην υπηρέτησή της. Είναι μια σχολή σκέψης συγκροτημένη, που τουλάχιστον στην πατρίδα μας δικαιώθηκε πολιτικά. Μετά την ήττα στα Ιμια διεξήχθησαν εκλογές τις οποίες κέρδισε με άνεση ο κ. Κ. Σημίτης. Στις δημοκρατίες οι πολιτικές δικαιώνονται ή αποδοκιμάζονται στις κάλπες. Αλλος τρόπος αποτίμησής τους δεν υπάρχει.....

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", και...

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 10-11/04/21


ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

Η αλήθεια είναι ότι - αν εξαιρέσει κανείς την αφήγηση των λεπτομερειών μιας συνάντησης, που η πλευρά Καραμανλή αμφισβητεί την ακρίβειά της - το κείμενο του Κώστα Σημίτη στα «ΝΕΑ» του περασμένου Σαββάτου (προδημοσίευση από υπό έκδοση βιβλίο) δεν έλεγε τίποτε που δεν έχει ήδη, και κατ' επανάληψη, ειπωθεί δημόσια. Δεν είναι νέο ότι ο Σημίτης (κι όχι μόνον αυτός) θεωρεί την ευρωπαϊκή σύνοδο του Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999, μεγάλη επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Ούτε είναι νέο ότι θεωρεί (κι όχι μόνον αυτός) την επιλογή του διαδόχου του να εγκαταλείψει το Ελσίνκι, βαρύ λάθος - «συμπεριφορά ανεξήγητη», έγραφε σε ένα άλλο βιβλίο του, το 2005. Αν υπάρχει κάτι νέο, λοιπόν, στη συζήτηση που άνοιξε, είναι ότι ο Κώστας Καραμανλής, με αυτήν την αφορμή, μίλησε δημόσια.

Περίληψη προηγουμένων για όσους τα έχουν λησμονήσει. Στη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι, το 1999, τρία χρόνια μετά τα Ιμια, η Ελλάδα έθεσε και πέτυχε δύο στόχους. Ο ένας ήταν η απόφαση των Ευρωπαίων να προχωρήσει η ένταξη της Κύπρου στην Ευρώπη, ανεξάρτητα αν στο μεταξύ έχει λυθεί ή όχι το κυπριακό πρόβλημα. Ο δεύτερος ήταν να «ανταλλάξει» την εγκατάλειψη του πάγιου, αλλά άγονου βέτο που η Ελλάδα ως τότε ασκούσε σε κάθε βήμα προόδου στις σχέσεις Ευρώπης - Τουρκίας, με μία ευρωπαϊκή απόφαση που υποχρέωνε την Τουρκία να έχει λύσει «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» με την Ελλάδα (με πρόνοια παραπομπής τους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης) ως τα τέλη του 2004. Ηταν η προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ενταξιακές της διαπραγματεύσεις. Οι διερευνητικές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που ξεκίνησαν το 2002, είχαν φθάσει το 2004 κοντά σε αποτελέσματα. Σύμφωνα με έναν καλό γνώστη των συνομιλιών, τον καθηγητή Χρήστο Ροζάκη, «είχαμε φτάσει σε σημείο να προετοιμάζεται το Κοινό Ανακοινωθέν που θα σήμαινε την επιτυχή έκβαση των διερευνητικών και το πέρασμα στις επίσημες διαπραγματεύσεις για την επίλυση της μόνης διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου». Μεσολάβησαν οι εκλογές και η νέα κυβέρνηση Καραμανλή αποφάσισε, όπως λέει ο ίδιος, «την απεμπλοκή από το τετελεσμένο του Ελσίνκι». Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας ξεκίνησαν, τον Δεκέμβριο του 2004, χωρίς να έχει τηρηθεί η υποχρέωσή της να λύσει τις διαφορές με την Ελλάδα.


Αυτή είναι η ιστορία. Η άποψη Καραμανλή για την ιστορία είναι πως «η δήθεν επιτυχημένη στρατηγική του Ελσίνκι οδηγούσε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, την ελληνική κυριαρχία νησιών και βραχονησίδων, στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης». Και ότι αν εκείνος δεν την εγκατέλειπε, «εδάφη της (Ελλάδας), κυριαρχία της και ό,τι άλλο θεωρούσε η Τουρκία συναφές θα ετίθεντο υπό δικαστική αίρεση».

Θα μπορούσε, εις απάντησιν, να επικαλεστεί κανείς την αδιαμφισβήτητη σοφία ενός Καραμανλή - του Κωνσταντίνου. Εκείνος, έλεγε ότι «υπάρχουν τρεις τρόποι για την επίλυση διεθνών δiαφορών: ο διάλογος, η διαιτησία και ο πόλεμος». Είχε προσπαθήσει, πρώτα με τον Ντεμιρέλ, κι έπειτα, το 1978, με τον Ετσεβίτ, να δεσμεύσει την Τουρκία σε μια «λογική και έντιμη διαδικασία για την επίλυση των διαφορών», που θα περιλάμβανε διαπραγματεύσεις, αποφυγή προκλήσεων και, εντέλει, «παραπομπή στο Δικαστήριο της Χάγης των σημείων εκείνων που θα άφηνε άλυτα ο διάλογος». Είχε μάλιστα επιχειρήσει να πείσει τους συνομιλητές του με το επιχείρημα πως με τη λύση της Χάγης αποφεύγεται, και για τις δύο πλευρές, «η εσωτερική κατακραυγή που αναπόφευκτα θα προκύψει από οποιαδήποτε συμφωνία, όσο αμοιβαία συμφέρουσα κι αν είναι αυτή».

Επιστρέφοντας από τη συνάντηση με τον Ετσεβίτ στο Μοντρέ, ο Καραμανλής δέχθηκε μια σφοδρή κριτική, από τον Ανδρέα Παπανδρέου κυρίως, ανάλογη της κριτικής που δέχθηκε (και δέχεται ακόμη) ο Σημίτης για το Ελσίνκι. Είχε απαντήσει - σε μια εξαιρετικά επίκαιρη ακόμη συζήτηση στη Βουλή - με ένα απλό επιχείρημα: «αν κάποιος χωρίς δικαίωμα προσβάλει διαθήκη κατά των πραγματικών κληρονόμων, και εκείνοι δεν προσέλθουν στο δικαστήριο κινδυνεύουν να εκδοθεί απόφαση εις βάρος τους». Το ότι θεωρούμε πως η Τουρκία έχει άδικο - δηλαδή - δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε σε διάλογο μαζί της, ούτε ότι δεν έχουμε συμφέρον να φέρουμε τη διαφορά στη διεθνή δικαιοσύνη. Είχε επικαλεστεί μάλιστα μία ρήση του Ευριπίδη: «αν το σωστό και το δίκιο ήταν ίδιο για όλους δεν θα υπήρχαν στον κόσμο διενέξεις».



Η επιστροφή στα πεπραγμένα του 1999 δεν είναι χωρίς νόημα. Οχι ως βεντέτα δύο πρώην πρωθυπουργών. Μα ως δημόσια συζήτηση, όπως θα μπορούσε να είναι, απαλλαγμένη από τα πάθη και τις κομματικές σκοπιμότητες της εποχής, που θα επέτρεπε μια ψύχραιμη επανεκτίμηση μιας ιστορίας που συνεχίζεται. Κι ας έχει αλλάξει η εποχή, κι ας έχει παρέλθει (άκαρπη δυστυχώς) η σπάνια στιγμή του 2002-2004, όταν η Ευρώπη ενδιαφερόταν και η Τουρκία καιγόταν για την ενταξιακή της προοπτική. Δεν είμαστε πια εκεί. Αλλά, έστω και αν αυτή τη στιγμή, σε αυτή τη συγκυρία μοιάζει απίθανο, ας φανταστούμε, έστω και ως πνευματική άσκηση, ότι δημιουργούνται ξαφνικά προϋποθέσεις που επιτρέπουν να επιδιώξουμε τη λύση μιας διαφοράς που από το 1975 εκκρεμεί, και εν εκκρεμότητι, διευρύνεται διαρκώς. Και επικίνδυνα.

Τι θα πρέπει να κάνουμε τότε; Εκμεταλλευόμαστε την ευκαιρία και προχωράμε; Ή επικαλούμαστε τα «αδιαπραγμάτευτα» και παραπέμπουμε σ΄ ένα αβέβαιο μέλλον (αποφεύγοντας, στο παρόν, το πολιτικό κόστος); Και τι είναι καλύτερο; Να έχει κανείς τα κυριαρχικά του δικαιώματα ακέραια, στη θεωρία, αλλά να μην τα ασκεί στην πράξη, όπως συμβαίνει στο Αιγαίο 48 χρόνια τώρα, για να αποφύγει μια λύση που δεν θα ικανοποιήσει το 100% όσων θεωρεί δίκαια; Ή να επιδιώξει την καλύτερη δυνατή, μα όχι τέλεια, λύση;

Τα ερωτήματα είναι παλιά, μα παραμένουν παρόντα. Και οι δύο σχολές σκέψεις που ανταγωνίζονται μισό αιώνα τώρα είναι παρούσες και αυτές. Αυτό άλλωστε είναι το νόημα (και η είδηση) στην πιο ενδιαφέρουσα φράση της δήλωσης Καραμανλή (Κώστα): «Δεν διαπραγματευόμαστε εθνική κυριαρχία και δεν τη θέτουμε στην κρίση κανενός (άρα ούτε του Δικαστηρίου της Χάγης!). Διαφορετικές αντιλήψεις θα με βρίσκουν πάντα αντίθετο». Η φράση προφανώς δεν αφορά στο παρελθόν.


"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 10-11/04/21

ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ


Είναι ο πληθυντικός. Το μήνυμα δεν κρύβεται στην παρέμβαση, αυτή καθ' εαυτήν, έπειτα από μια πολυετή σιωπή. Ούτε σε μια «υπερπατριωτική» ανάγνωση της ατζέντας των ελληνοτουρκικών ή στην ανάγκη να προστατευθεί μια ποικιλοτρόπως βαλλόμενη υστεροφημία. Αλλά στην κατακλείδα της απάντησης, μέσω της οποίας προβάλλεται μια συλλογικότητα που θα μπορούσε να έχει τον ίδιο ως καθοδηγητή: «Είναι πράγματι αληθές ότι έχουμε διαφορετικές αντιλήψεις με τον κ. Σημίτη και όσους συμμερίζονται τις απόψεις του. Για εμάς τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Δεν διαπραγματευόμαστε εθνική κυριαρχία και δεν τη θέτουμε στην κρίση κανενός...». Η επιστροφή στον ενικό, στην τελευταία πρόταση των νέων διαπιστευτηρίων του Κώστα Καραμανλή, περισσότερο υποδηλώνει έναν ρόλο «μπροστάρη» σε κάποιο εθνικό προσκλητήριο, παρά μια συστολή μετά το προσωπικό «ξέσπασμα» εκτόνωσης. Και αποδέκτης δεν είναι μόνον ο Κώστας Σημίτης. Εδώ ο Κώστας Καραμανλής επέλεξε να είναι απολύτως σαφής. Το μήνυμα διαβιβάζεται και σε «όσους συμμερίζονται τις απόψεις του». Που προφανώς τέμνουν οριζόντια όλα τα κόμματα - βρίσκονται ακόμη και στην κυβέρνηση και στο Μέγαρο Μαξίμου.

Η απάντηση των 778 λέξεων δεν προετοιμάστηκε για να βρει μια θέση στο ιστορικό αρχείο της πρωθυπουργικής θητείας του Κώστα Καραμανλή. Ούτε στοχεύει να αναβιώσει τη σχεδόν 25ετή πολιτική διαμάχη με τον Κώστα Σημίτη. Μπορεί σήμερα να αντιμετωπίζει το Ελσίνκι περίπου ως πράξη εθνικής μειοδοσίας (ναι, αυτό επιχειρεί να πει πίσω από τις γραμμές της δικής του αντίδρασης), αλλά η στροφή στα εθνικά δείχνει όψιμη. Οταν κονταροχτυπιόταν με τον Σημίτη, η μόνιμη επωδός ήταν πως είχε απέναντι τον «αρχιερέα της διαπλοκής». Στην πραγματικότητα, άλλωστε, τα εθνικά δεν βρίσκονταν ψηλά κατά τη δική του πενταετία - και αν δεν υπήρχε εκείνη η απειλή του βέτο για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, το καλάθι θα ήταν απολύτως άδειο. Στα εθνικά επί των ημερών Καραμανλή κυριαρχούσε η δύναμη της αδράνειας - με αποκορύφωμα το ναυάγιο στο Κυπριακό. Ακόμη και στο Σκοπιανό, άλλωστε, τα πράγματα βάλτωσαν, η στάση στο Βουκουρέστι δεν προώθησε καμία λύση. Οσο για τα ελληνοτουρκικά, η πιο δυνατή στιγμή του ήταν η κουμπαριά με τον Ερντογάν.

Ο Καραμανλής δεν επιδιώκει έναν απολογισμό της δικής του θητείας. Πρόκειται περισσότερο για μια αποποίηση ευθυνών για το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί τον τελευταίο χρόνο στα ελληνοτουρκικά. Κατ' αυτόν, το Ελσίνκι ήταν μια «ήττα» στην οποία δεν υπήρχε κανένας λόγος εκείνος να επενδύσει και να βελτιώσει τα πράγματα, εκμεταλλευόμενος και την προσέγγιση με τον «κουμπάρο». Την «ήττα», εξάλλου, διαλαλούν δημόσια και παρασκηνιακά τόσο ο Γιάννης Βαληνάκης όσο και ο Πέτρος Μολυβιάτης, που πιθανότατα έχουν τη δική τους συνεισφορά στην απάντηση Καραμανλή. Η ακινησία της προηγούμενης δεκαετίας στις διμερείς σχέσεις δεν ευθύνεται για όσα συμβαίνουν σήμερα. Οσο κι αν ο Καραμανλής το αμφισβητεί, ωστόσο, το Ελσίνκι έχει παραγάγει αποτελέσματα και θα μπορούσε να παραγάγει περισσότερα. Υπήρξε η πιο καθοριστική παρέμβαση στο Κυπριακό μετά τον «Αττίλα», θωρακίζοντας με την ευρωπαϊκή ασπίδα την Κυπριακή Δημοκρατία. Οπως έθετε και καθαρό χρονοδιάγραμμα για να μπει ένα τέλος στην τρικυμία στο Αιγαίο, με βάση το διεθνές δίκαιο και μια ετυμηγορία της Χάγης - που από κάθε ελληνική κυβέρνηση μεταπολιτευτικά είναι το ζητούμενο.


Την ώρα του απολογισμού είναι εξίσου σαφές ότι η θητεία Καραμανλή δεν θα κριθεί από τα εθνικά, αλλά από την Οικονομία. Τα δικά του ελλείμματα καθήλωσαν τη χώρα και την κοινωνία για μία και πλέον δεκαετία. Για το κεφάλαιο αυτό η απάντηση εκκρεμεί - εκτός κι αν αποφασίσει να ασχοληθεί διεξοδικά ο Κώστας Σημίτης στο επόμενο βιβλίο του. Οσο για τους εσωκομματικούς αποδέκτες της τελευταίας αντίδρασης, εκείνοι που βλέπουν ότι ο Καραμανλής δηλώνει επί της ουσίας «παρών», περιμένουν να δουν και τι θα συμβεί όταν έρθει η στιγμή που μπορεί να κλείσει και ο κύκλος του Κώστα Καραμανλή ως βουλευτή της Α' Θεσσαλονίκης...


....από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"



Διαβάζοντας και τα δύο κείμενα, μου δημιουργήθηκε μία απορία. Είναι δόκιμος ο δημόσιος διάλογος, και μάλιστα σε επίπεδο πρώην πρωθυπουργών, πάνω σε θέματα εξωτερικής πολιτικής που παραμένουν ακόμη ανοικτά; Είναι θεμιτό, η αυτονόητη επιθυμία για προσωπική δικαίωση να συγχέει τα όρια μεταξύ της ιστορικής αποτίμησης και της πολιτικής παρέμβασης; Γιατί και τα δύο κείμενα αποτελούν ουσιαστικά μια πολιτική παρέμβαση.

Η μετριοπάθεια τόσο του κ. Κ. Σημίτη όσο και του κ. Κ. Καραμανλή είναι γνωστή και φάνηκε και σε αυτόν τον διάλογο. Ελπίζω οι υποστηρικτές και των δύο να ακολουθήσουν στην αναμενόμενη αντιπαράθεση τους ίδιους τόνους, χωρίς ακρότητες. Είθισται οι διάφοροι «σωματοφύλακες» να είναι «βασιλικότεροι του βασιλέως» και, ως εκ τούτου, επικίνδυνοι για το ήθος του διαλόγου.

Επί της ουσίας, θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Νομίζω πως αδικείται τόσο ο κ. Κ. Καραμανλής όσο και ο κ. Π. Μολυβιάτης όταν χαρακτηρίζεται η πολιτική τους στάση στα ελληνοτουρκικά ως «πολιτική της ακινησίας». Πάντα οι πολιτικοί προσβλέπουν σε μια καλύτερη λύση των εκκρεμών υποθέσεων, εφόσον η προτεινόμενη δεν καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των προσδοκιών τους. Αλλωστε, η έκφραση «χαμένη ευκαιρία» διατυπώνεται πάντα αναδρομικά. Σε ενεστώτα χρόνο δεν υπάρχουν «χαμένες ευκαιρίες», παρά μόνον πολιτικές. Οσον αφορά το σχέδιο Ανάν το απέρριψαν –καλώς ή κακώς– με μεγάλη πλειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι. Τα περιθώρια ελλαδικής παρέμβασης ήταν μηδαμινά.

Η ουσία της διαφοράς των δύο αντιλήψεων βρίσκεται στο γεγονός ότι η σχολή σκέψης Σημίτη θεωρεί πως το κυρίαρχο ζήτημα είναι η οικονομία και τα υπόλοιπα θέματα υποτάσσονται στην υπηρέτησή της. Είναι μια σχολή σκέψης συγκροτημένη, που τουλάχιστον στην πατρίδα μας δικαιώθηκε πολιτικά. Μετά την ήττα στα Ιμια διεξήχθησαν εκλογές τις οποίες κέρδισε με άνεση ο κ. Κ. Σημίτης. Στις δημοκρατίες οι πολιτικές δικαιώνονται ή αποδοκιμάζονται στις κάλπες. Αλλος τρόπος αποτίμησής τους δεν υπάρχει.

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 10/04/21








ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ποτέ δεν είναι αργά για να ανοίξει μια παλιά πληγή στην εξωτερική πολιτική. Αυτό φαινόταν ότι έκανε ο Κώστας Σημίτης δοκιμάζοντας να τακτοποιήσει την παρακαταθήκη του για την πολιτική του Ελσίνκι. Σε μια εύφλεκτη στιγμή για τα ελληνοτουρκικά, ανοίγει τη συζήτηση για το παρελθόν με έναν τόμο αυτοδικαίωσης και, αντιστοίχως, καταδικαστικής ετυμηγορίας για τον αντίπαλο, που κατηγορείται ότι έβγαλε το τρένο από τις ράγες.

Δεν θα μπορούσε να μην υπάρξει απάντηση. Ο τόνος της σημιτικής αναδρομής ήταν τόσο απαξιωτικός, που έμελλε να βγάλει την καραμανλική πλευρά από τη θαλπωρή της αδιατάρακτης σιωπής της.

Είναι όμως αυτό που ονομάζουμε στρατηγική του Ελσίνκι όντως «πληγή»; Ηταν τάχα μια αμφιλεγόμενη στροφή, που έθεσε σε διακινδύνευση τα κυριαρχικά δικαιώματα, αφήνοντάς τα εις χείρας τρίτων –των Ευρωπαίων εταίρων και των διεθνών δικαστηρίων–, όπως ισχυρίζεται στην απάντησή του ο Καραμανλής;

Δεν είναι τόσο δύσκολο να κρίνεις κάτι που έχει τη σφραγίδα του χρόνου· οι συνέπειές του έχουν μετρηθεί στα 22 χρόνια που ακολούθησαν. Τα περισσότερα από αυτά τα χρόνια ήταν τα πιο ανέφελα στην ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μπορεί και από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Δεμένη σε μια σχέση πολυεπίπεδης συνεργασίας και επιτήρησης με την Ε.Ε., η Τουρκία της μετά Ελσίνκι περιόδου ήταν η λιγότερο επιθετική Τουρκία. Οι κουμπαριές Καραμανλή με τον Ερντογάν είναι μόνο η πιο φολκλορική έκφανση αυτής της πραγματικότητας.

Οι συνέπειες του Ελσίνκι δεν άλλαξαν, όμως, μόνο το κλίμα. Η καραμανλική απάντηση παρασιωπά τον πιο σημαντικό καρπό εκείνης της στρατηγικής: το ιστορικό επίτευγμα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η λίστα των ενστάσεων Καραμανλή συνιστά επανάληψη εκείνων που είχαν διατυπωθεί ήδη το 1997 για το ανακοινωθέν της Μαδρίτης. Πρόκειται, δηλαδή, για φόβους που αποδείχθηκαν επιεικώς υπερβολικοί και διαψεύσθηκαν από τα πράγματα. Εκτός εάν πιστέψει κανείς ότι χρειάστηκε να έρθει μια άλλη κυβέρνηση, επτά χρόνια μετά τη Μαδρίτη, για να εξουδετερώσει τους κινδύνους.

Ολα αυτά θα είχαν ενδιαφέρον μόνον ιστορικό. Θα είχαν εάν η αντιπαράθεση των πρώην πρωθυπουργών δεν εγγραφόταν και στα σημερινά πολιτικά συμφραζόμενα. Αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο της αναψηλάφησης, ο Σημίτης φαίνεται να πέτυχε μια αντανακλαστική συσπείρωση στα έγκατα της συντηρητικής παράταξης: ο Καραμανλής μνημόνευσε Σαμαρά περίπου ως αυθεντικό διάδοχο της δικής του πολιτικής.

Από σπόντα, μοιάζει έτσι να ευνοείται η εσωκομματική στένωση των επιλογών της κυβέρνησης στο πεδίο των ελληνοτουρκικών. Ο Σημίτης δυσκολεύει εμπράκτως τη στρατηγική που ρητορικώς υπερασπίζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου