Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Τον Δεκέμβριο του 2004 όταν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Ελσίνκι, η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για να αποφασιστεί η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο νέος πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής. Δυστυχώς, στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας παρ' όλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ο κ. Καραμανλής και η κυβέρνηση της Ν.Δ., σε αντίθεση με τις μεγαλοστομίες της εποχής της αντιπολίτευσης, έδειξαν εξαρχής δείγματα μιας γενικευμένης απάθειας απέναντι στις εξελίξεις. Η αναμενόμενη κινητοποίησή τους ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2004 δεν πραγματοποιήθηκε. Τίποτε δεν συνέβη απ' όσα εύλογα περίμεναν όσοι είχαν εργαστεί για να οδηγήσουν την Τουρκία σε έναν μονόδρομο που της επέβαλλε αποφάσεις. Ο έλληνας πρωθυπουργός, κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Αντίθετα, επεσήμανε ότι «οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν». Απεδέχθη έτσι την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους. Η Τουρκία βγήκε από τη στενωπό χωρίς καμία αντίδραση....

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 03-04/04/21


"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 03-04/04/21

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 03-04/04/21






























ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ

Από τα Ιμια
στην προώθηση
μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής


Το επεισόδιο των Ιμίων τον Ιανουάριο 1996 έδωσε αφορμή για σημαντική αλλαγή στον τρόπο χειρισμού των σχέσεών μας με την Τουρκία και στη διαμόρφωση μιας νέας αποτελεσματικής στρατηγικής. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την υποβόσκουσα επιθετική -επεκτατική- στρατηγική της Αγκυρας και ιδιαίτερα του πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου που ήθελε κατά διαστήματα να αμφισβητεί τα ανατολικά σύνορα της επικράτειάς μας καταπατώντας προκλητικά διεθνείς συνθήκες και ρυθμίσεις που όριζαν ξεκάθαρα τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και δεν άφηναν περιθώρια άλλων ερμηνειών. Μια στρατηγική, δηλαδή, που παρέβλεπε τις εξελίξεις και τις κρατούσες ιδεολογίες στην Ευρώπη και παρέπεμπε σε αντιλήψεις εξωτερικής πολιτικής τις παραμονές του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.

Η κρίση των Ιμίων κατέδειξε, για πρώτη φορά στην ταραγμένη μεταπολιτευτική περίοδο, ότι οι τουρκικές διεκδικήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε αμφισβητήσεις του νομικού καθεστώτος του θαλάσσιου και εναέριου χώρου του Αιγαίου, αλλά περιλαμβάνουν και εδαφικές αξιώσεις, έστω κι αν αυτές αφορούν ακατοίκητες βραχονησίδες. Η επίκληση των «γκρίζων ζωνών», που ακολούθησε το επεισόδιο των Ιμίων, ήταν μια νέα τουρκική θέση, η οποία επιχειρούσε να εξουδετερώσει την ελληνική προσπάθεια για διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης της. Αμφισβητούσε τη νομιμότητα της διεύρυνσης για όλες τις περιοχές που, κατά την τουρκική άποψη, δεν αποτελούσαν ελληνικό έδαφος στο Αιγαίο. Ετσι, οι κινήσεις των εθνικιστικών κύκλων της Τουρκίας σε συνδυασμό με τις αντιδράσεις αυτόκλητων υπερασπιστών των εθνικών μας δικαίων είχαν σχεδόν οδηγήσει σε πολεμική αναμέτρηση. Τα αδιανόητα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έμοιαζαν φυσιολογικά και τα φυσιολογικά αδιανόητα. Αυτό έπρεπε να αλλάξει αμέσως και δραστικά. (...)

Η επίτευξη των στόχων
της «στρατηγικής
του Ελσίνκι»


Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνήλθε στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Ξεκίνησε με θέμα τη διεύρυνση της Ενωσης και την υποψηφιότητα της Τουρκίας. Δήλωσα ότι αδυνατώ να συναινέσω στην υποψηφιότητα της Τουρκίας, αν δεν αντιμετωπιστεί θετικά και η υποψηφιότητα της Κύπρου. Το Συμβούλιο, μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, διακόπηκε. Εγιναν διαδοχικές τριμερείς συνεννοήσεις με την Προεδρία και τους συναδέλφους μας για να διατυπωθεί μια γενικά αποδεκτή απόφαση. Αισθάνθηκα ότι βαθμιαία το κλίμα άλλαζε. Οι αντιρρήσεις στηρίζονταν στο επιχείρημα ότι οι Τούρκοι δεν δέχονται τη λύση του Κυπριακού. Η Προεδρία βρισκόταν διαρκώς σε επαφή με την τουρκική αντιπροσωπεία και την Αγκυρα, ενώ το Συμβούλιο είχε αρχίσει να ενοχλείται από την άτεγκτη στάση τους. Με μεγάλη προσπάθεια, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά ο ύπατος εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας κ. Σολάνα, επιτύχαμε στο τέλος τους σκοπούς μας. Οι δύο κρίσιμες ρυθμίσεις έγιναν αποδεκτές.

Τα 15 κράτη-μέλη συμφώνησαν να αναγνωρισθεί η Τουρκία ως υποψήφια χώρα. Θα έπρεπε, σε εύλογο χρονικό διάστημα, να επιλύσει τις τυχόν συνοριακές ή άλλες διαφορές της με τα κράτη-μέλη στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. εφόσον δεν επερχόταν συμφωνία σε εκκρεμείς διαφορές. Προς περαιτέρω αποσαφήνιση, εξάλλου, στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε ότι «το αργότερο το 2004» οι 15 ηγέτες θα επανεξέταζαν την κατάσταση για να εγκρίνουν την εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Αν δεν είχαν επιλυθεί οι εκκρεμείς διαφορές, θα προωθούσαν την επίλυσή τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, πείσαμε τους εταίρους μας ότι η προϋπόθεση λύσης του Κυπριακού, που πρότειναν ως αφετηριακό σημείο ενταξιακής πορείας της Κύπρου, καθιστούσε τον πρόεδρο της «Βόρειας Κύπρου» Ρ. Ντενκτάς κυρίαρχο των εξελίξεων. Θα μπορούσε στο εξής να διαπραγματεύεται εκβιαστικά απέναντι στην Ενωση και την Ελλάδα, αφού θα κρατούσε στα χέρια του το κλειδί της ενταξιακής πορείας της Κύπρου. Οι 14 εταίροι μας αποδέχθηκαν τον συλλογισμό μας. Στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε ότι «εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Κύπρου δεν έχει επιτευχθεί λύση (στο Κυπριακό), η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση». (...)

Η εγκατάλειψη
της «στρατηγικής
του Ελσίνκι»


Μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας, την Κυριακή της 7ης Μαρτίου 2004, προσκάλεσα τον κ. Καραμανλή στο Μαξίμου για να τον ενημερώσω για θέματα που θεωρούσα ότι θα πρέπει να γνωρίζει ο νέος πρωθυπουργός. Ο κ. Καραμανλής ήρθε στο Μαξίμου συνοδευόμενος από τον σύμβουλό του κ. Μολυβιάτη. Αφού αναφέρθηκα στα τρέχοντα οικονομικά προβλήματα, θέλησα να θίξω το θέμα των σχέσεων με την Τουρκία. Ο κ. Καραμανλής με διέκοψε αμέσως αναφέροντας ότι στα θέματα αυτά έχει διαφορετικές απόψεις και δεν χρειάζεται πληροφόρηση.

Προσέθεσε ότι ο κ. Μολυβιάτης είναι κατ' εξοχήν αρμόδιος για την αντιμετώπισή τους. Ο κ. Μολυβιάτης πήρε αμέσως μετά τον λόγο και δήλωσε ότι η νέα κυβέρνηση θα εφαρμόσει τη δική της πολιτική, που είναι διαφορετική από εκείνη της κυβέρνησής μου. Μετά την παρατήρηση αυτή, η συζήτηση στράφηκε σε άλλα θέματα, άσχετα προς την εξωτερική πολιτική.

Τον Δεκέμβριο του 2004 όταν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Ελσίνκι, η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για να αποφασιστεί η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο νέος πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής. Δυστυχώς, στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας παρ' όλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ο κ. Καραμανλής και η κυβέρνηση της Ν.Δ., σε αντίθεση με τις μεγαλοστομίες της εποχής της αντιπολίτευσης, έδειξαν εξαρχής δείγματα μιας γενικευμένης απάθειας απέναντι στις εξελίξεις. Η αναμενόμενη κινητοποίησή τους ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2004 δεν πραγματοποιήθηκε. Τίποτε δεν συνέβη απ' όσα εύλογα περίμεναν όσοι είχαν εργαστεί για να οδηγήσουν την Τουρκία σε έναν μονόδρομο που της επέβαλλε αποφάσεις. Ο έλληνας πρωθυπουργός, κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Αντίθετα, επεσήμανε ότι «οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν». Απεδέχθη έτσι την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους. Η Τουρκία βγήκε από τη στενωπό χωρίς καμία αντίδραση.


"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 03-04/04/21

 


Ο Μπάιντεν γνωρίζει τη σημασία 
της σχέσης Ελλάδας - ΗΠΑ
«Οι δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών θα ενισχυθούν περαιτέρω» τονίζει στα «ΝΕΑ» ο ελληνικής καταγωγής ναύαρχος ε.α., υψηλόβαθμο στέλεχος του Carlyle Group και πρώην ανώτατος συμμαχικός διοικητής Ευρώπης του ΝΑΤΟ

ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

«Η Ουάσιγκτον είναι δυσαρεστημένη με την Αγκυρα» δηλώνει ανεπιφύλακτα ο ελληνικής καταγωγής ναύαρχος ε.α. Τζέιμς Σταυρίδης, υψηλόβαθμο στέλεχος του Carlyle Group και πρώην ανώτατος συμμαχικός διοικητής Ευρώπης του ΝΑΤΟ στη συνέντευξή του με στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο». Παράλληλα, τονίζει πόσο σημαντική θεωρούν ο αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν και η ομάδα του τον ρόλο και τη θέση της Ελλάδας για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, εκτίμηση που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι, όπως δηλώνει, είναι ένας από τους Ελληνοαμερικανούς με τους οποίους ο Μπάιντεν βρίσκεται πολύ κοντά. Ο έμπειρος στρατιωτικός διοικητής, ο οποίος ήταν κοσμήτορας της σχολής διπλωματικών και νομικών σπουδών Fletcher στο πανεπιστήμιο Tufts, καταθέτει επίσης τις απόψεις του για την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ - Ελλάδας. Επισημαίνει παράλληλα ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να παίξει ηγετικό ρόλο για την εξουδετέρωση των εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, τονίζοντας ότι η συμπεριφορά της Τουρκίας παραμένει επιθετική. Ο Σταυρίδης, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ναυτικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ - συντόνισε μάλιστα πρόσφατα συζήτηση που οργάνωσε το αμερικανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ - εκτιμά ότι το ΝΑΤΟ χρειάζεται νέα στρατηγική, στην οποία η Ελλάδα θα έχει κύριο ρόλο στην προσέγγιση της Συμμαχίας προς την Εγγύς Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Το συγγραφικό του έργο - έγινε γνωστός με το βιβλίο «Sailing True North» - εμπλουτίστηκε πρόσφατα με το «2034: A novel of the Next World War», όπου προειδοποιεί μυθιστορηματικά για τις ολέθριες επιπτώσεις ενός πιθανού σινοαμερικανικού πολέμου.


Ο Τζο Μπάιντεν έδωσε το στίγμα της εξωτερικής του πολιτικής, τονίζοντας ότι «η Αμερική επέστρεψε». Την περασμένη Πέμπτη μίλησε τηλεφωνικά με τον έλληνα Πρωθυπουργό, συνομίλησε επίσης διαδικτυακά με Ελληνοαμερικανούς με αφορμή την 200ή επέτειο από την Ελληνική Επανάσταση. Πώς αξιολογείτε τη στάση της κυβέρνησης Μπάιντεν έναντι της Ελλάδας και ποιες ευκαιρίες βλέπετε για τη χώρα μας;

Η ομάδα του Μπάιντεν έχει μεγάλη επίγνωση της σημαντικότητας της σχέσης Ελλάδας - ΗΠΑ. Ο ίδιος ο πρόεδρος Μπάιντεν είναι πολύ κοντά σε πολλούς Ελληνοαμερικανούς, συμπεριλαμβανομένου εμού του ιδίου. Η ομάδα του βλέπει πόσο σημαντική είναι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και γνωρίζει τη θετική συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και του Ισραήλ. Και φυσικά οι εν εξελίξει συζητήσεις για τα πολεμικά μας πλοία που εδρεύουν στην Κρήτη είναι ένας άλλος θετικός παράγοντας. Καθώς ο κόσμος θα εξέρχεται, ας ελπίσουμε, από την πανδημία και ο τουρισμός θα αρχίσει να λειτουργεί καλά, θα ενισχυθούν περαιτέρω οι δεσμοί μεταξύ των δύο κρατών.

Η ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία ενισχύεται. Τι σημαίνει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ελλάδα και τι θα προτείνατε για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών;

Η διενέργεια κοινών ναυτικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και ιδίως η συμμετοχή σε μόνιμες ναυτικές ομάδες του ΝΑΤΟ είναι μια καλή ευκαιρία για την Ελλάδα, καθώς επίσης και να υπάρξει πρόοδος όσον αφορά την ιδέα πιθανών βάσεων αμερικανικών πολεμικών πλοίων στην Ελλάδα. Επιπλέον, ανταλλαγές αξιωματικών, όπως επίσης φοίτηση σε σχολές πολέμου, παρακολούθηση μεταπτυχιακών προγραμμάτων και τοποθέτηση σε θέσεις του ΝΑΤΟ. Οταν ήμουν παιδί, έζησα στην Ελλάδα για τρία χρόνια, όταν ο πατέρας μου, ένας περήφανος Ελληνοαμερικανός και μέλος του αμερικανικού ναυτικού, έλαβε μέρος σε μια τέτοια ανταλλαγή. Υπάρχει λοιπόν μια τεχνική διάσταση και μια ανθρώπινη που πρέπει να διερευνηθεί.

Πώς βλέπετε τη θέση της νέας αμερικανικής κυβέρνησης έναντι των φιλοδοξιών της Τουρκίας και του Ερντογάν και πώς πιστεύετε ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να συνεργαστεί αποτελεσματικά με την Αγκυρα, για την προώθηση της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο; Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να βοηθήσει το ΝΑΤΟ;

Η Ουάσιγκτον είναι δυσαρεστημένη με την Αγκυρα, ειδικά όσον αφορά την αγορά του συστήματος αεροπορικής άμυνας S-400 από τη Ρωσία και τις πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου Ερντογάν, που υποστηρίζουν τον ρώσο πρόεδρο Πούτιν παρά την κριτική από τον πρόεδρο Μπάιντεν. Συνεχίζουμε να βλέπουμε επιθετική δραστηριότητα σε αέρα και θάλασσα σε όλο το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο από την Τουρκία. Ολα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν εντός των συμβουλίων της Ατλαντικής Συμμαχίας, και οι ΗΠΑ πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο για να γίνουν συζητήσεις που μπορούν να εξουδετερώσουν τις εντάσεις που έχουν αυξηθεί.

Ποιες προκλήσεις βλέπετε στην προσπάθεια αποκατάστασης της διατλαντικής συνεργασίας; Πρόσφατα ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Αντονι Μπλίνκεν ήταν στις Βρυξέλλες για το Συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ....

Το ΝΑΤΟ πρέπει να χαράξει ένα νέο στρατηγικό σχέδιο. Λειτουργεί βάσει αυτού που σχεδιάστηκε πριν από μία δεκαετία, το 2010. Τα νέα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν περιλαμβάνουν την άνοδο της Κίνας, τους αυξημένους κινδύνους που δημιουργούνται από την επιθετική στάση της Ρωσίας στον κυβερνοχώρο, την εισβολή στην Ουκρανία και την προσάρτηση της Κριμαίας, τις επιπτώσεις για το κλίμα, ειδικά στην Αρκτική, όπου πέντε χώρες του ΝΑΤΟ βρίσκονται απέναντι στη Ρωσία. Η Ελλάδα, φυσικά, θα έχει κύριο ρόλο για τη στρατηγική προσέγγιση προς την Εγγύς και την Ανατολική Μεσόγειο. Πιστεύω ότι οι καλύτερες μέρες του ΝΑΤΟ βρίσκονται μπροστά, αλλά πρέπει να χαράξει νέα πορεία με μια επικαιροποιημένη στρατηγική αντίληψη.

Η άνοδος της Κίνας έχει κεντρική θέση στο νέο σας βιβλίο.

Οσον αφορά την άνοδο της Κίνας, το μυθιστόρημα, που δημοσίευσα πρόσφατα και είναι best seller στις ΗΠΑ, αφορά την πιθανότητα ενός πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας το έτος 2034.

Ο τίτλος είναι αρκετά απλός, «2034: A Novel of the Next World War». («2034: Ενα μυθιστόρημα του επόμενου Παγκόσμιου Πολέμου»). Το έγραψα ως μια προειδοποίηση. Πρέπει να σκεφτούμε πόσο ολέθριος θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος πόλεμος και η κατάσταση πρέπει να εκτονωθεί τώρα, καθώς έχουμε ακόμα χρόνο να αντιμετωπίσουμε τις υποκείμενες διαφωνίες μεταξύ αυτών των δύο υπερδυνάμεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου