Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

"...Δεν είναι μια απρόβλεπτη εξέλιξη το ότι με το μνημόνιο Αγκυρας - Τρίπολης, που παρανόμως αναγνωρίζει τουρκικά δικαιώματα στο Αιγαίο, ο Ερντογάν θεωρεί ότι μπήκε σε εφαρμογή ένα σχέδιο αναστροφής της Συνθήκης των Σεβρών. Το ίδιο προσπαθεί να «πουλήσει» στο εσωτερικό ακροατήριο και με την εισβολή στα βόρεια σύνορα της Συρίας, ενώ αντίστοιχες βλέψεις έχει σχεδόν με όλες τις επιθετικές κινήσεις των τελευταίων ετών που έχει εγκρίνει από το Ακ Σαράι. Ο Ερντογάν επιζητεί μια μεγάλη νίκη που θα παγιώσει μια νέα κατάσταση υπέρ της Τουρκίας και θα τον εμφανίσει ως νέο εθνάρχη στα μάτια του τουρκικού λαού. Το πρόβλημα είναι, όπως παρατηρούν διεθνολόγοι και στρατιωτικοί αναλυτές, ότι αυτό τελικά γίνεται χωρίς σχεδιασμό με στρατηγικό βάθος, ώστε να οδηγήσει και στα επιθυμητά αποτελέσματα. Αντιθέτως, κινείται με τη λογική σερίφη που ανοίξει ταυτόχρονα πολλά μέτωπα, περιορίζοντας και τον κατάλογο με συμμάχους που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους σχεδιασμούς του..."

Από "ΤΑ ΝΕΑ", "ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ", και...

"ΤΑ ΝΕΑ", 06/03/20

ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ



Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας, αλλά εκείνη που πληγώνει μέχρι σήμερα την τουρκική πολιτική τάξη, συνακόλουθα και μια καθοδηγούμενη τουρκική κοινωνία, είναι η Συνθήκη των Σεβρών (1920). Εκείνη έβαλε τέλος στην πάλαι Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία διαμελίστηκε καταβάλλοντας το τίμημα για τον ρόλο της στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο τελευταίος σουλτάνος Μεχμέτ ΣΤ΄, παρέδωσε την κυριαρχία περιοχών από τη Μεσοποταμία (Ιράκ) έως την Παλαιστίνη, την Ιορδανία και την Αρμενία. Με την ίδια συνθήκη η περιοχή του Κουρδιστάν αποκτούσε κρατική οντότητα, ενώ η Συρία και ο Λίβανος περνούσαν στη σφαίρα επιρροής της Γαλλίας. Το Αιγαίο μεταβαλλόταν παράλληλα σε ελληνική θάλασσα και η περιοχή της Σμύρνης θα μπορούσε πέντε χρόνια αργότερα να προσαρτηθεί στην Ελλάδα με τοπικό δημοψήφισμα. Οσα υπογράφηκαν το 1920 στο παρισινό προάστιο, θέριεψαν το κίνημα των Νεότουρκων που, υπό την ηγεσία του Κεμάλ Μουσταφά, ανέλαβαν λίγο μετά τα ηνία σε μια συρρικνωμένη αυτοκρατορία στα όρια της σημερινής Τουρκίας.

Δεν είναι μια απρόβλεπτη εξέλιξη το ότι με το μνημόνιο Αγκυρας - Τρίπολης, που παρανόμως αναγνωρίζει τουρκικά δικαιώματα στο Αιγαίο, ο Ερντογάν θεωρεί ότι μπήκε σε εφαρμογή ένα σχέδιο αναστροφής της Συνθήκης των Σεβρών. Το ίδιο προσπαθεί να «πουλήσει» στο εσωτερικό ακροατήριο και με την εισβολή στα βόρεια σύνορα της Συρίας, ενώ αντίστοιχες βλέψεις έχει σχεδόν με όλες τις επιθετικές κινήσεις των τελευταίων ετών που έχει εγκρίνει από το Ακ Σαράι. Ο Ερντογάν επιζητεί μια μεγάλη νίκη που θα παγιώσει μια νέα κατάσταση υπέρ της Τουρκίας και θα τον εμφανίσει ως νέο εθνάρχη στα μάτια του τουρκικού λαού. Το πρόβλημα είναι, όπως παρατηρούν διεθνολόγοι και στρατιωτικοί αναλυτές, ότι αυτό τελικά γίνεται χωρίς σχεδιασμό με στρατηγικό βάθος, ώστε να οδηγήσει και στα επιθυμητά αποτελέσματα. Αντιθέτως, κινείται με τη λογική σερίφη που ανοίξει ταυτόχρονα πολλά μέτωπα, περιορίζοντας και τον κατάλογο με συμμάχους που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους σχεδιασμούς του.

Υστερα από σχεδόν 20 χρόνια στην εξουσία - και μια πορεία που πέρασε από την εικόνα του αναμορφωτή σε μια αλαζονική, αυταρχική και εντέλει καθεστωτική διακυβέρνηση -, ο Ερντογάν έχει παραμερίσει παλαιούς φίλους και έχει δημιουργήσει μια νέα «αυλή» που ανησυχεί για την επόμενη μέρα. Με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και σχεδόν 100 εκατομμύρια φθηνά εργατικά χέρια και καταναλωτές για δυτικές επιχειρήσεις, έχει ως βασικό στόχο τη διατήρηση των κεκτημένων. Είναι μια κατάσταση που τον μεταβάλλει σε απρόβλεπτο παράγοντα όχι μόνον απέναντι στην Ελλάδα, αλλά για την ευρύτερη περιοχή και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η παραδοξότητα των κινήσεών του προκαλεί αστάθεια που προβληματίζει αρκετά διεθνή κέντρα εξουσίας. Με τους πρόσφυγες να «σπρώχνονται» στον Εβρο και στα τουρκικά παράλια, επιχειρεί να αναδείξει ένα προφίλ ανθρωπιστή, μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες από μια επεκτατική εισβολή στη Συρία. Η νέα επιχείρηση έμμεσης εισβολής στα ευρωπαϊκά σύνορα πιέζει την Ελλάδα, αλλά σε δεύτερο χρόνο προκαλεί και εκβιάζει την Ευρώπη. Παρά την αμηχανία στις αντιδράσεις, στις Βρυξέλλες οι περισσότεροι θεωρούν ότι κάποιος πλέον πρέπει να βάλει το πόδι στο φρένο.


Στην Αθήνα, σχεδόν σε όλο το πολιτικό φάσμα, αντιλαμβάνονται ότι ένας απρόβλεπτος Ερντογάν μπορεί να προκαλέσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Κυρίως επειδή αναθεωρούνται και οι απαντήσεις στο βασικό ερώτημα για τους στόχους των κινήσεων της Αγκυρας. Με το πολεμοχαρές προσωπείο που μεταλλάσσεται σε φιλειρηνικό και την εργαλειοποίηση των προσφύγων, ο Ερντογάν δεν επιδιώκει συνεχώς περισσότερα χρήματα από την Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, επιζητεί μια νέα Συνθήκη - και επιχειρεί να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες που θα οδηγήσουν εκεί. Υπό αυτό το πρίσμα, όσα εκτυλίσσονται στη συνοριακή γραμμή του Εβρου μπορεί να γίνουν χειρότερα.


....από το "in.gr" , την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και "ΤΑ ΝΕΑ"




Για άλλη μια φορά ο Βλαντιμίρ Πούτιν υπενθύμισε πώς βλέπει τη διπλωματία και το ρόλο της Ρωσίας ως power broker. Επιμονή σε έναν βασικό ορίζοντα και ταυτόχρονα συνδυασμός πίεσης και εντός ορίων παραχωρήσεων, ώστε να μπορέσουν να ενταχθούν σε αυτόν τον ορίζοντα όλοι οι «παίκτες» σε μια σύνθετη γεωπολιτική αντιπαράθεση

Η ρωσική στρατηγική έναντι της Τουρκίας

Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την Τουρκία εδώ και χρόνια. Τυπικά Ρωσία και Τουρκία δεν έχουν τον ίδιο στόχο. Η Ρωσία στηρίζει ανοιχτά την κυβέρνηση Άσαντ και θέλει να επεκταθεί η εξουσίας της σε όλη την συριακή επικράτεια, την ώρα που η Τουρκία στηρίζει ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης που επιθυμούν την ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ.

Όμως, η Ρωσία γνωρίζει ότι μπορεί η «αλλαγή καθεστώτος» στη Συρία να ήταν η «φαντασίωση μεγαλείου» του Ερντογάν, όμως το κουρδικό και ο φόβος για μια οιονεί κουρδική κρατική οντότητα παραμένει η μεγάλη «υπαρξιακή ανησυχία» της Τουρκίας.

Σε αυτό το πλαίσιο γνωρίζει στο τέλος του δρόμου ο στόχος που παρουσιάζεται ως διατήρηση της πολιτικής και εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας είναι κάτι που η Τουρκία θα το αποδεχτεί ως την αναγκαία συνθήκη για να νιώθει πιο ασφαλής και θα αφήσει στην άκρη την επιθυμία ανατροπής της κυβέρνησης Άσαντ. Άλλωστε, στο παρελθόν η Τουρκία είχε συνεργασία με το καθεστώς Άσαντ. Ήταν η Συρία το 1998 που μεθόδευσε ένα μεγάλο πλήγμα στο PKK, όταν συμφώνησε με την Τουρκία την απομάκρυνση του Οτσαλάν και των κουρδικών δυνάμεων από το συριακό έδαφος.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία προφανώς και έχει κάθε ενδιαφέρον να εκμεταλλευτεί την πίεση που δέχεται η Τουρκία για να αναβαθμίσει τις σχέσεις με μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ και έτσι να επιτείνει και ρήγματα στις συμμαχίες των ΗΠΑ.

Στην αντίληψη της Ρωσίας η παραχώρηση σημαίνει και ανάληψη ευθύνης

Σε αυτό το πλαίσιο η Ρωσία προσπάθησε πάντοτε να διαχειρίζεται τη σχέση με την Τουρκία με έναν τρόπο που να κατατείνει στον κεντρικό στόχο, αλλά και ταυτόχρονα να αφήνει και περιθώρια στην ίδια την Τουρκία να ασκεί πλευρές της δικής της πολιτικής.

Αυτό σήμαινε για παράδειγμα η συμφωνία του Σότσι του 2018, όταν ουσιαστικά η ανακοπή της προέλασης των κυβερνητικών δυνάμεων προς την Ιντλίμπ επέτρεψε τη διάσωση και των ένοπλων ομάδων της αντιπολίτευσης που στηρίζει η Τουρκία.

Όμως, πάντα στη ρωσική αντίληψη η όποια παραχώρηση σήμαινε και την ανάληψη αντίστοιχης ευθύνης. Αυτό στην περίπτωση της Συρίας σήμαινε την ευθύνη αντιμετώπισης των ένοπλων ισλαμικών ομάδων που κατά τον ΟΗΕ είναι τρομοκρατικές, κυρίως την μετεξέλιξη της Αλ Κάιντα στη Συρία αλλά και μαχητές που στο παρελθόν είχαν σχέση με το Ισλαμικό κράτος.

Η Τουρκία δηλαδή για να μπορεί να διατηρήσει στο απυρόβλητο τις ομάδες που στήριζε και ταυτόχρονα να διατηρεί την εκτεταμένη στρατιωτική παρουσία που είχε στην Τουρκία έπρεπε να συνεισφέρει στη σταδιακή εκκαθάριση των υπόλοιπων ομάδων που ήταν κυρίως συγκεντρωμένες στην Ιντλίμπ. Όμως, από τη μεριά της η Τουρκία δεν ανταποκρινόταν σε αυτό το ρόλο, εκτός όλων των άλλων και γιατί τα όρια ανάμεσα στις «μετριοπαθείς» ομάδες που στηρίζει η ίδια και τις «τρομοκρατικές» δεν είναι πάντοτε σαφή.

Τα προβλήματα από τη «φυγή προς τα εμπρός» του Ερντογάν


Τα πράγματα έκανε ακόμη χειρότερα η προσπάθεια του Ερντογάν να απαντήσει σε ένα σύνολο από αντιφάσεις που διαπερνούν την τουρκική εσωτερική και εξωτερική πολιτική, με πιο χαρακτηριστική την εξάντληση του τουρκικού «οικονομικού θαύματος», με μια γεωπολιτική «φυγή προς τα εμπρός».

Αυτή αποτυπώθηκε στην αναβαθμισμένη εμπλοκή στον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη, στην επιθετική διεκδίκηση μεριδίου από τα δυνητικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο, στην αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και της Ελλάδας αλλά και στην διεκδίκηση ακόμη μεγαλύτερης στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία. Τμήμα αυτής της λογικής και η προσπάθεια να επιβάλει αναθεώρηση των όρων της Κοινής Δήλωσης ΕΕ και Τουρκίας για το προσφυγικό.

Κορυφαία και ταυτόχρονα πιο τυχοδιωκτική κίνηση ο τρόπος που δοκίμασε να απαντήσει στην προέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων στην Ιντλίμπ με μια τεράστια κλιμάκωση της πολεμικής εμπλοκής, που ταυτόχρονα σήμανε και μια κατακόρυφη αύξηση των απωλειών για τις τουρκικές δυνάμεις και κυρίως την προοπτική μιας παρατεταμένης πολεμικής εμπλοκής με ασαφή έκβαση και μεγάλο κόστος.


Τα όρια της διάσωσης του τουρκικού γοήτρου

Σε αυτό το σημείο ήταν που έρχεται η Ρωσία και ταυτόχρονα διασώζει εν μέρει το γόητρο της Τουρκίας, αφού της επιτρέπει μια διέξοδο που δεν παραπέμπει σε ήττα, την ώρα όμως που της ασκεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση να αποδεχτεί το συσχετισμό που έχει διαμορφωθεί υπέρ της κυβέρνησης της Δαμασκού και την προοπτική να εκκαθαριστούν οι ένοπλες οργανώσεις που θεωρούνται τρομοκρατικές.

Με έναν τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ρωσία αποτρέπει το ενδεχόμενο η Τουρκία να εμπλακεί με όρους αλαζονικούς και συνάμα καταστροφικούς ακόμη πιο βαθιά στη συριακή κρίση.

Η Τουρκία εξασφαλίζει ισχυρή στρατιωτική παρουσία στη Συρία, η πλήρης ανακατάληψη της Ιντλίμπ καθυστερεί και μαζί της ο φόβος για νέα μαζική έξοδο προσφύγων και διασώζει τις ομάδες που στηρίζει. Όμως, την ίδια στιγμή η συριακή κυβέρνηση εξασφαλίζει ότι ανοίγουν όχι μόνο ο αυτοκινητόδρομος Μ5, αλλά και ο Μ4 (που θα επιτηρείται από κοινού από ρωσικές και τουρκικές δυνάμεις), άρα την επικοινωνία ανάμεσα στα κέντρα της χώρας και βέβαια την όποια πρόοδο έκαναν σε κρίσιμα σημεία οι δυνάμεις της.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία απλώς κέρδισε χρόνο. Σε επόμενη φάση μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα υπάρξει νέα πίεση και για την εκκαθάριση της περιοχής της Ιντλίμπ και για την επιτάχυνση μιας πολιτικής λύσης στην συριακή κρίση. Σε εκείνη τη φάση η Τουρκία θα κληθεί και πάλι είτε όντως να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση ή να ξαναβρεθεί σε ένα αδιέξοδο όπως αυτό που βρέθηκε επί της ουσίας με την «Επιχείρηση Ασπίδα της Άνοιξης».

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο όποιος χρόνος κερδήθηκε με συμφωνία Πούτιν και Ερντογάν θα αξιοποιηθεί από την τουρκική πλευρά για την αναπροσαρμογή της στρατηγικής στα νέα δεδομένα ή εάν θα δοκιμαστούν και νέες τυχοδιωκτικές κινήσεις που θα τη φέρνουν και πάλι σε αντιπαράθεση και με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις και με τη Ρωσία.

Η Ρωσία μπόρεσε να σώσει το γόητρο του Ερντογάν αυτή τη φορά, δεν είναι βέβαιο όμως ότι μπορεί να τον σώσει και από τον εαυτό του και την αλαζονεία της πολιτικής του.



"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 06/03/20



"ΤΑ ΝΕΑ", 06/03.20

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου