Από "ΤΑ ΝΕΑ", και...
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 10/12/19 |
Η Αθήνα δεν έχει αισθητικό πρόβλημα
Η Αθήνα δοκίμασε και απέρριψε ένα ακόμα αισθητικό πείραμα, αυτό του εορταστικού φωτισμού της οδού Βασιλίσσης Σοφίας. Και για την αισθητική και για τον πατερναλισμό του - για το μήνυμα ότι θα αλλάξει η αισθητική μας με το ζόρι.
Το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι αισθητικό. Η πρωτεύουσα, σήμερα, είναι μια άσχημη πόλη. Ασχημη και βρώμικη. Γεμάτη κακοτεχνίες, στενά και επιπλέον σπασμένα πεζοδρόμια, παγίδες για τους πεζούς. Οι δρόμοι της έχουν λακκούβες, οι τοίχοι άθλια γκραφίτι, τα αγάλματά της είναι κακοποιημένα. Η ζωή σε αυτή την πόλη είναι πολύ δύσκολη, ιδίως αν δεν είσαι νέος και υγιής. Λόγω έλλειψης θέσεων αλλά και στοιχειώδους αγωγής, αυτοκίνητα παρκάρουν στις θέσεις των πεζών ή στα πεζοδρόμια. Οι μονοδρομήσεις δεν τηρούνται. Τα αυτοκίνητα δεν στέκονται στα κόκκινα φανάρια και οι πεζοί δεν περνάνε απέναντι από τις διαβάσεις. Οι πεζόδρομοι συχνά χρησιμοποιούνται ως πάρκινγκ ή ως δρόμοι για έξυπνους οδηγούς που ξέρουν να γλιτώνουν τα μποτιλιαρίσματα. Πολλές πηγές ανεξήγητου θορύβου διαταράσσουν την ησυχία μέρα - νύχτα. Και μερικές γειτονιές έχουν επιπλέον το «προνόμιο» να τρώνε στη μάπα τις παραβατικές συμπεριφορές αυτοαποκαλούμενων επαναστατών που θέλουν να ανατρέψουν το κράτος.
Αυτό το μοντέλο πόλης υποδηλώνει κατάρρευση και παρακμή. Η προηγούμενη δημοτική αρχή, μάλιστα, εμπνεύστηκε απ' αυτή και χρηματοδότησε ολόκληρη καλλιτεχνική εκδήλωση, την Ντοκουμέντα, που την αποθέωσε. Η αισθητική αποθέωση της ασχήμιας, για ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής αβανγκάρντ, ταυτίζεται με την κατάρρευση της πόλης, επειδή βολεύει ιδεολογικά για να αποθεωθούν αισθητικά διάφορες άλλες καλοδεχούμενες για τους επαναστάτες καταρρεύσεις, η κατάρρευση του καταναλωτισμού, η κατάρρευση της παιδείας, η κατάρρευση του καπιταλισμού (που έ-έ-έρχεται, να εδώ παραπέρα είναι η χιονοστιβάδα που θα τον παρασύρει).
Αλλάζει αυτή η πόλη; Ούτε ψύλλος στον κόρφο οποιουδήποτε δημάρχου. Δύσκολα. Θα έπρεπε να συμβούν πολλά, ταυτόχρονα. Γνωρίζω τις μελέτες ενός τουλάχιστον αρχιτεκτονικού γραφείου που λέει ότι, ναι, αλλάζει αν ξανασχεδιάζονταν οι λειτουργίες της, αν γίνονταν μεγάλες παρεμβάσεις στο κέντρο της (που θα προϋπέθεταν κατεδαφίσεις και αναπλάσεις) κι αν υπήρχε περίπτωση να αλλάξουν πολλές από τις νοοτροπίες των κατοίκων της. Ζήσε Μάη μου...
Γνωρίζω επίσης ότι πολλοί συμβουλεύουν τον δήμαρχο Κώστα Μπακογιάννη να κάνει αισθητικές τομές. Δεν χρειάζονται αισθητικές τομές. Παρεμβάσεις που να κάνουν φιλικότερη τη ζωή χρειάζονται. Καλύτερα πεζοδρόμια, λιγότερα σκουπίδια, περισσότερα φώτα, λιγότερη δυστυχία χύμα εκτεθειμένη στους δρόμους. Ακριβώς επειδή η Αθήνα είναι αυτό που είναι, πρέπει οι παρεμβάσεις της να είναι όσο το δυνατόν φιλικές στην πλεονότητα των κατοίκων της - που εξακολουθούν να είναι οι νοικοκυραίοι, με τηλεοπτική αισθητική, τις φοβίες του μέσου ανθρώπου και, σε πολλές περιπτώσεις, τα χωριά τους στην καρδιά τους. Αυτές τις αλλαγές, οι περισσότεροι θα τις χαρούν και θα τις χειροκροτήσουν.
Οταν οι αλλαγές απευθύνονται στο μεγάλο πλήθος των κατοίκων της δεν μπορεί να είναι αβανγκάρντ κήρυγμα, καινοτομίες, εντυπωσιοθηρία. Οι εξεζητημένοι φωτισμοί, π.χ., για τις γιορτές των Χριστουγέννων είναι ξένοι στους Αθηναίους. Η μόνη ευφρόσυνη αλλαγή που ευχαρίστως θα δέχονταν είναι περισσότερα και πιο χρωματιστά φώτα, συμβολισμούς που να περιορίζουν τη μιζέρια και να εκφράζουν περισσότερη χαρά. Δεν είναι τουρίστες σε άλλα σύμπαντα οι δημότες, χθες στην τέχνη της παρακμής της Ντοκουμέντα, σήμερα στο αβανγκάρντ της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Θέλουν αυτό που συμβαίνει να μην τους επιβάλλεται αλλά να τους συμπεριλαμβάνει.
Κατάματα την πραγματικότητα
Η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μια κατάσταση οιονεί ψυχρού πολέμου ανάμεσα στς δυο χώρες, επέτρεψε, τη συζήτηση για θέματα που θεωρούνταν ταμπού. Είναι π.χ. εκτεταμένη η κριτική σε προηγούμενες ελληνοκυπριακές κυβερνήσεις, στη σημερινή κυβέρνηση Αναστασιάδη, όπως και στον Κώστα Καραμανλή αλλά και στην κυβέρνηση Τσίπρα που δεν έκλεισαν το Κυπριακό στην κατεύθυνση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, δρομολογώντας και την απομάκρυνση του τουρκικού στρατού κατοχής.
Στις εφημερίδες δημοσιεύτηκαν αναλύσεις που κάνουν λόγο για προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης, με άρθρο του στην «Καθημερινή», θεωρεί ότι είναι το μόνο οριστικό και αδιαμφισβήτητο όπλο – εν επιγνώσει ότι η απόφαση που μπορεί να ληφθεί μπορεί να διαψεύσει μερικές εθνικές βεβαιότητες, όπως π.χ. ότι στη χάραξη υφαλοκρηπίδας θα ακολουθηθεί η μέση γραμμή (ο Ροζάκης επικαλείται, π.χ., τη διαφορά Λιβύης - Μάλτας, στην οποία το Δικαστήριο έδωσε «μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας στη Λιβύη, επειδή έκρινε ότι οι λιβυκές Αρχές ήταν πιο εκτεταμένες»). Για το ίδιο θέμα, ο Ευάγγελος Βενιζέλος σε άρθρο του στην ίδια εφημερίδα λέει ρητά ότι «προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη έχει βεβαίως νόημα μόνο όταν το κράτος που την επιδιώκει (η Ελλάδα, δηλαδή) είναι έτοιμο να αποδεχθεί την απόφαση και να αξιώσει τον σεβασμό της».
Εγκαθίσταται ο πραγματισμός στη ζωή μας; Οπως αποδείχτηκε και μετά τη χρεοκοπία, η τύχη μας εξαρτάται από το στοίχημα που κάθε φορά βάζουμε με την πραγματικότητα.
...από το κομματικό δελτίο της "ΑΥΓΗΣ"
ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ
Τελικά, τα φώτα πέτυχαν. Ενας στολισμός που έμοιαζε σχεδιασμένος για να μείνει αόρατος, κατέστησε πάλι ορατές τις γνωστές φοβίες για την αποθρησκειοποίηση της γιορτής. Κατόπτρισε ταυτόχρονα και τις αντίπαλες λαχτάρες όσων ήταν έτοιμοι να λατρέψουν ως πρωτοποριακό οτιδήποτε μη χριστουγεννιάτικο – οτιδήποτε στυλιζαρισμένο έτσι ώστε να υπονομεύσει το συμβατικό στυλιζάρισμα. Κι ας μην είναι τολμηρό. Κι ας είναι συμβατικώς αντισυμβατικό.
Παραδόξως, αυτό το αμελητέο θέμα έδωσε τροφή σε μια συζήτηση ενδιαφέρουσα. Μια πόλη που μόλις έχει αποφύγει τις τελετουργίες πυρπόλησής της αισθάνεται την ανάγκη να κοιταχτεί στον νυχτερινό ουρανό της. Αντί να σκαλώνει στα πεζοδρόμια, σκαλώνει στα ψηλά.
Για τη διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, που είχε την ευθύνη για την παραγωγή στη Βασιλίσσης Σοφίας, το θέμα είναι πιο σοβαρό. Οσοι δυσφόρησαν ψάχνουν, σύμφωνα με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου, παρηγοριά στη νοσταλγία – «εξωραΐζουν το παλιό», τη μετακατοχική Ελλάδα του ’50, τότε που «ο κόσμος έτρωγε ποντίκια». Οσοι, αντιθέτως, χάρηκαν με τη φαντεζί λιτότητα, είναι οι «νεότερες γενιές», το «κοινό της Στέγης», η οποία «υποστηρίζει τον σύγχρονο πολιτισμό» και προτείνει τη «σύγχρονη αισθητική».
Η Παναγιωτάκου επιβεβαίωσε έτσι την αρχική υποψία ότι, μέσω και πέραν του στολισμού, επιδιωκόταν μια «δήλωση» – η εγκατάσταση μιας πολιτιστικής ατζέντας. Είναι άλλο να υπηρετεί αυτή την ατζέντα ο οργανισμός που διευθύνει η Παναγιωτάκου· και άλλο αυτή να προβάλλεται αξιωματικά στον δημόσιο χώρο και μάλιστα να φορτίζεται ως πεδίο πόλωσης μεταξύ προοδευτικών και οπισθοδρομικών. Είναι άλλο να πηγαίνεις εσύ στη Στέγη. Και άλλο να σου έρχεται η Στέγη στο κεφάλι.
Η γκρίνια για τα φώτα είναι, λένε, και πολιτικά οπισθοδρομική. Είναι συντηρητική αντίδραση στη συνεργασία του Δημοσίου –εν προκειμένω του δήμου– με ιδιωτικούς φορείς. Οι συμπράξεις αυτές έχουν δώσει καρπούς όχι μόνο στον πολιτισμό. Απόδειξη, το νέο Κέντρο Μεταμοσχεύσεων που θεμελίωσε χθες το Ιδρυμα Ωνάση. Ομως, όπως στην αναδοχή του στολισμού η κοινή ωφέλεια δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσει από την εκπολιτιστική αυταρέσκεια, έτσι και παντού: Μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού σκοπού δεν υπάρχουν στεγανά.
Τι είναι η αποστολή που έχει αναλάβει το Ιδρυμα Ωνάση, ως φύλακας ενός εθνικού θησαυρού – του αρχείου Καβάφη· δημόσια ή ιδιωτική; Σε τίνος το γούστο υπόκειται; Και τι είναι η απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης να απαλλάξει το Ιδρυμα από τον ειδικό φόρο στην ακίνητη περιουσία του, αναδρομικά από το 2013 – απαλλαγή που η παρούσα κυβέρνηση επέκτεινε σε όλα τα ιδρύματα, με προχθεσινή τροπολογία; Ποιος ευεργετεί και ποιος ευεργετείται;
Στον χώρο όπου τέμνονται το δημόσιο και το ιδιωτικό μπορεί να συγκατοικεί η πολιτιστική με τη φορολογική πρωτοπορία. Και η πρωτοπορία με την αναδρομικότητα.
Τελικά, τα φώτα πέτυχαν. Ενας στολισμός που έμοιαζε σχεδιασμένος για να μείνει αόρατος, κατέστησε πάλι ορατές τις γνωστές φοβίες για την αποθρησκειοποίηση της γιορτής. Κατόπτρισε ταυτόχρονα και τις αντίπαλες λαχτάρες όσων ήταν έτοιμοι να λατρέψουν ως πρωτοποριακό οτιδήποτε μη χριστουγεννιάτικο – οτιδήποτε στυλιζαρισμένο έτσι ώστε να υπονομεύσει το συμβατικό στυλιζάρισμα. Κι ας μην είναι τολμηρό. Κι ας είναι συμβατικώς αντισυμβατικό.
Παραδόξως, αυτό το αμελητέο θέμα έδωσε τροφή σε μια συζήτηση ενδιαφέρουσα. Μια πόλη που μόλις έχει αποφύγει τις τελετουργίες πυρπόλησής της αισθάνεται την ανάγκη να κοιταχτεί στον νυχτερινό ουρανό της. Αντί να σκαλώνει στα πεζοδρόμια, σκαλώνει στα ψηλά.
Για τη διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, που είχε την ευθύνη για την παραγωγή στη Βασιλίσσης Σοφίας, το θέμα είναι πιο σοβαρό. Οσοι δυσφόρησαν ψάχνουν, σύμφωνα με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου, παρηγοριά στη νοσταλγία – «εξωραΐζουν το παλιό», τη μετακατοχική Ελλάδα του ’50, τότε που «ο κόσμος έτρωγε ποντίκια». Οσοι, αντιθέτως, χάρηκαν με τη φαντεζί λιτότητα, είναι οι «νεότερες γενιές», το «κοινό της Στέγης», η οποία «υποστηρίζει τον σύγχρονο πολιτισμό» και προτείνει τη «σύγχρονη αισθητική».
Η Παναγιωτάκου επιβεβαίωσε έτσι την αρχική υποψία ότι, μέσω και πέραν του στολισμού, επιδιωκόταν μια «δήλωση» – η εγκατάσταση μιας πολιτιστικής ατζέντας. Είναι άλλο να υπηρετεί αυτή την ατζέντα ο οργανισμός που διευθύνει η Παναγιωτάκου· και άλλο αυτή να προβάλλεται αξιωματικά στον δημόσιο χώρο και μάλιστα να φορτίζεται ως πεδίο πόλωσης μεταξύ προοδευτικών και οπισθοδρομικών. Είναι άλλο να πηγαίνεις εσύ στη Στέγη. Και άλλο να σου έρχεται η Στέγη στο κεφάλι.
Η γκρίνια για τα φώτα είναι, λένε, και πολιτικά οπισθοδρομική. Είναι συντηρητική αντίδραση στη συνεργασία του Δημοσίου –εν προκειμένω του δήμου– με ιδιωτικούς φορείς. Οι συμπράξεις αυτές έχουν δώσει καρπούς όχι μόνο στον πολιτισμό. Απόδειξη, το νέο Κέντρο Μεταμοσχεύσεων που θεμελίωσε χθες το Ιδρυμα Ωνάση. Ομως, όπως στην αναδοχή του στολισμού η κοινή ωφέλεια δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσει από την εκπολιτιστική αυταρέσκεια, έτσι και παντού: Μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού σκοπού δεν υπάρχουν στεγανά.
Τι είναι η αποστολή που έχει αναλάβει το Ιδρυμα Ωνάση, ως φύλακας ενός εθνικού θησαυρού – του αρχείου Καβάφη· δημόσια ή ιδιωτική; Σε τίνος το γούστο υπόκειται; Και τι είναι η απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης να απαλλάξει το Ιδρυμα από τον ειδικό φόρο στην ακίνητη περιουσία του, αναδρομικά από το 2013 – απαλλαγή που η παρούσα κυβέρνηση επέκτεινε σε όλα τα ιδρύματα, με προχθεσινή τροπολογία; Ποιος ευεργετεί και ποιος ευεργετείται;
Στον χώρο όπου τέμνονται το δημόσιο και το ιδιωτικό μπορεί να συγκατοικεί η πολιτιστική με τη φορολογική πρωτοπορία. Και η πρωτοπορία με την αναδρομικότητα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου