"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 18/08/19
Προς νέα αμυντική συμφωνία Ελλάδας – ΗΠΑ
Η Αθήνα και η Ουάσιγκτον συζητούν για την αναθεώρηση της Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας του 1990 – Οι κρίσιμες παράμετροι των συνομιλιών, η επίσκεψη Πομπέο, και οι βάσεις
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛ. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγουν το τελευταίο διάστημα εντατικές διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας επικαιροποιημένης Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCA) η οποία θα αντικαταστήσει την υπάρχουσα που χρονολογείται από το 1990 (έχει μείνει στην Ιστορία ως «η συμφωνία για τις βάσεις») και κρίνεται παρωχημένη εξαιτίας των ραγδαίων αλλαγών που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του «Βήματος», έπειτα από συνομιλίες με διπλωμάτες και στρατιωτικούς αξιωματούχους, αλλά και από στοιχεία απόρρητων τηλεγραφημάτων των οποίων η εφημερίδα έχει καταστεί κοινωνός, κομβικά σημεία στα αμερικανικά αιτήματα αποτελούν α) η ανάγκη ευελιξίας ώστε να καθίσταται δυνατή η ταχύτερη εκταμίευση πιστώσεων από τον αμερικανικό αμυντικό προϋπολογισμό και β) η επέκταση της χρονικής διάρκειας ισχύος της MDCA αρχικά σε οκτώ ή και 10 χρόνια, ακολούθως δε επ’ αόριστον. Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο γεγονός ότι ο χρονικός ορίζοντας για την υπογραφή μιας νέας συμφωνίας είναι το προσεχές φθινόπωρο – πιθανότατα ο Οκτώβριος. Τότε, αναμένεται να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα ο δεύτερος γύρος του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδος – Ηνωμένων Πολιτειών (ο πρώτος έλαβε χώρα τον περασμένο Δεκέμβριο στην Ουάσιγκτον) και να βρεθεί στην ελληνική πρωτεύουσα ως επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο. Η επιτακτικότητα του θέματος ετέθη τόσο κατά την πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια στην Ουάσιγκτον όσο και κατά τις συνομιλίες που είχε πριν από λίγες εβδομάδες στην Αθήνα ο αμερικανός βοηθός υπουργός Εξωτερικών για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας Φίλιπ Ρίκερ.
Είναι σαφές ότι μια επικαιροποίηση της MDCA θα σημάνει την περαιτέρω αναβάθμιση της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής σχέσης, που προωθήθηκε με μεγάλη ταχύτητα τα προηγούμενα χρόνια από την – αριστερή – κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα. Δεν είναι μόνο η βάση της Σούδας που συμβολίζει την εμβάθυνση των διμερών σχέσεων, ιδιαίτερα στον αμυντικό τομέα, όσο η παρουσία αμερικανικών Μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών (UAVs) τύπου MQ-9 Reaper στην 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα που έχει ανεβάσει σε άλλο επίπεδο τη συνεργασία.
Την ίδια στιγμή, οι Αμερικανοί έχουν μεταβάλει το πρίσμα υπό το οποίο βλέπουν όχι μόνο την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης αλλά και αυτή της Ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε κρίκο μιας αλυσίδας «μετωπικών κρατών» (frontier states), όπως την είχε περιγράψει ο πρώην βοηθός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Γουές Μίτσελ, που διεκδικεί – κατά κάποιον τρόπο – την πατρότητα του θεωρητικού υπόβαθρου αυτού του σχεδιασμού.
Η Πολωνία (όπου πρόσφατα συμφωνήθηκε να αυξηθεί η αμερικανική παρουσία κατά 1.000 άνδρες), η Ελλάδα και το Ισραήλ διαμορφώνουν ένα «νοητό τόξο ανάσχεσης» σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον επιστροφής στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετεί η Ουάσιγκτον την υποστήριξή της στο τριμερές σχήμα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ με την παρουσία του βοηθού υπουργού Εξωτερικών για ενεργειακούς πόρους Φράνσις Φάνον την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα, αλλά επίσης στην ανάπτυξη του Φόρουμ για το Αέριο της Ανατολικής Μεσογείου (EMGF) με έδρα το Κάιρο.
«Ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες»
Ωστόσο, οι ελληνοαμερικανικές συνομιλίες δεν θα είναι ανέφελες. Είναι σαφές στους γνωρίζοντες ότι «ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες» των νομικών κειμένων και του «πολιτικού περιτυλίγματος». Δεν πρέπει δε να αγνοείται το γεγονός ότι μια τέτοια συμφωνία θα πρέπει να κυρωθεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το Αρθρο 36(2) του Συντάγματος που ορίζει ότι η κύρωση γίνεται με τυπικό νόμο. Πρόσωπα που αντιλαμβάνονται την ευαισθησία του θέματος εκτιμούν ότι ίσως είναι προτιμότερο να μην υπάρξει βιασύνη, αλλά να ανανεωθεί για ακόμη έναν χρόνο η υπάρχουσα MDCA και να αξιοποιηθεί αυτό το διάστημα για εκτενέστερες και πιο ουσιαστικές αλλαγές που θα αντέξουν στον χρόνο. Είναι επίσης ξεκάθαρο σε κρίσιμους παράγοντες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ότι η Αθήνα πρέπει να επιδιώξει άμεσα ανταλλάγματα για μια τόσο σημαντική παραχώρηση προς την Ουάσιγκτον. Φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τα τελευταία χρόνια – περίοδο δύσκολη λόγω των δεσμεύσεων που η ασφυκτική δημοσιονομική πολιτική επέβαλε στον προϋπολογισμό του υπουργείου Εθνικής Αμυνας – συνδράμει σημαντικά τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις με εξοπλισμό. Ενδεικτικά, μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, στις 12 Ιουλίου, η Υπηρεσία Συνεργασίας για την Αμυνα και την Ασφάλεια (Defense Security Cooperation Agency – DSCA) ενημέρωσε το Κογκρέσο ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έδωσε το αρχικό «πράσινο φως» ώστε να παραχωρηθούν στην Ελλάδα, μέσω του προγράμματος Ξένων Στρατιωτικών Πωλήσεων (Foreign Military Sales – FMS) επτά ελικόπτερα πολλαπλών αποστολών MH-60R Seahawk, μαζί με εξοπλισμό και ανταλλακτικά. Το συνολικό κόστος της προμήθειας, που θα ενισχύσει τις δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού, ανέρχεται στο ύψος των 600 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η Αθήνα θα επιθυμούσε όμως να αποτυπωθεί ακόμη πιο καθαρά αυτή η στήριξη, ενδεχομένως δε να λάβει μια μορφή «εγγυήσεων» έναντι του απρόβλεπτου γείτονα εξ Ανατολών – δηλαδή της Τουρκίας. Πρόκειται για δύσκολη ισορροπία, όπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν κατά τη δεκαετία του 1970 (συνομιλίες Χένρι Κίσινγκερ – Δημήτρη Μπίτσιου) όσο και του 1990 (Τζορτζ Μπους – Κωνσταντίνου Μητσοτάκη), δύο χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες η Ελλάδα επεδίωκε κάποιου είδους εγγυήσεις εξαιτίας προηγούμενων τουρκικών προκλήσεων.
Οι διερευνητικές συναντήσεις και ο νόμος του 1990
Οι δύο χώρες έχουν από τον περασμένο Μάιο ως σήμερα πραγματοποιήσει δύο διερευνητικές συναντήσεις επί του θέματος της αναθεώρησης και επικαιροποίησης της MDCA. Η πρώτη έλαβε χώρα στις 20 Μαΐου – πριν από την έναρξη του πρόσφατου εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα – και η δεύτερη στις 31 Ιουλίου. Στη δεύτερη συνάντηση μάλιστα η αμερικανική πλευρά κατέθεσε και σχέδιο επικαιροποιημένης συμφωνίας επί του οποίου πλέον οι συζητήσεις τίθενται σε πραγματική βάση. Στις συνομιλίες έχουν συμμετάσχει αξιωματούχοι των υπουργείων Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας, καθώς και αμερικανοί αξιωματούχοι τόσο στην Αθήνα όσο επίσης από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τη Διοίκηση των Αμερικανικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (EUCOM), η οποία έχει έδρα στη Στουτγάρδη της Γερμανίας. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο επικεφαλής της EUCOM, στρατηγός Τοντ Γουόλτερς, επισκέφθηκε την Ελλάδα στα τέλη Ιουλίου και είχε συνομιλίες με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, πτέραρχο Χρήστο Χριστοδούλου.
Σήμερα η ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία καλύπτεται κατά βάση από τον Νόμο 1893/1990 (ΦΕΚ Α’, αριθμός φύλλου 160, 16 Αυγούστου 1990), ο οποίος κυρώνει την MDCA μετά του συνοδεύοντος Παραρτήματος Εφαρμογής – το οποίο συνιστά το σημαντικότερο κομμάτι της συνεργασίας – και των επιστολών που είχαν ανταλλάξει ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς και ο τότε πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα Μάικλ Σωτήρχος.
Σύμφωνα με το Αρθρο 1 της MDCA, η Ελλάδα επιτρέπει στις ΗΠΑ να διατηρούν και να λειτουργούν στη χώρα μας «στρατιωτικές και βοηθητικές Ευκολίες (ο αγγλικός όρος είναι facilities) καθώς και μη συνορεύουσες βοηθητικές Ευκολίες, καθώς και να διεξάγει στις Ευκολίες αυτές αποστολές και δραστηριότητες (activities) για σκοπούς άμυνας και υποστήριξης». Στο Παράρτημα της Συμφωνίας εξειδικεύονται οι – τότε – Ευκολίες και συγκεκριμένα α) η Αεροπορική Βάση της Σούδας, β) το Πλέγμα Επικοινωνιών Ηρακλείου Κρήτης και ιδιαίτερα οι εγκαταστάσεις στις Γούρνες (σήμερα όλες αυτές οι δραστηριότητες έχουν μεταφερθεί στη Σούδα), γ) άλλοι κομβικοί σταθμοί επικοινωνιών, π.χ. στην Πάρνηθα. Οπως δε αναφέρεται χαρακτηριστικά, η αμερικανική κυβέρνηση αναλάμβανε την υποχρέωση να καταργήσει τις στρατιωτικές και βοηθητικές Ευκολίες στην Αεροπορική Βάση του Ελληνικού μέχρι την 30ή Ιουνίου 1991. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλάμβαναν την υποχρέωση να αποχωρήσουν από τη βάση της Νέας Μάκρης ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1990.
Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα», η αμερικανική πλευρά έθεσε και στις δύο συναντήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί (προγραμματίζεται μια τρίτη συνάντηση για το δεύτερο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου και οι οριστικές ημερομηνίες θα αποφασιστούν σύντομα) την ανάγκη για αλλαγές στο παράρτημα της MDCA, ώστε να διασφαλίζεται η απαραίτητη ευελιξία για χορήγηση σημαντικών κονδυλίων από τον προϋπολογισμό του Πενταγώνου χωρίς να αναλώνεται πολύς χρόνος στις διαδικασίες εντός Κογκρέσου. Παράλληλα, οι Αμερικανοί θα επιθυμούσαν η χρονική διάρκεια μιας νέας συμφωνίας να είναι οκταετής ή 10ετής και στη συνέχεια να ανανεώνεται «επ’ αόριστον» – σε αντίθεση με την ετήσια ανανέωση που προβλέπει η υπάρχουσα MDCA.
Ο κόλπος της Σούδας και η προβλήτα Μαραθίου
Αυτό είναι ίσως το απλούστερο κομμάτι των συνομιλιών. Τα… δύσκολα αρχίζουν σε σχέση με τις εγκαταστάσεις που θα καλύπτει μια νέα συμφωνία και τις δραστηριότητες που θα εκτελούνται σε αυτές τις εγκαταστάσεις. Σε σχέση με την αρχική συμφωνία του 1990, η μόνη από τις εγκαταστάσεις/Ευκολίες που εξακολουθεί να υπάρχει είναι η Αεροπορική Βάση της Σούδας, το «διαμάντι της Μεσογείου», όπως την έχουν αποκαλέσει. Αυτή αποτελεί τον «πυρήνα» της αμερικανικής παρουσίας και διέπεται από ειδικό καθεστώς που έχει εξειδικευθεί στο πέρασμα των ετών μέσω τεχνικών συμφωνιών και απορρήτων μνημονίων συνεργασίας. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι το καθεστώς αυτό προσφέρει αυξημένες αρμοδιότητες στην αμερικανική πλευρά και θέτει ορισμένους περιορισμούς στην ελληνική κυριαρχία.
Πλέον όμως, και στο πλαίσιο της νέας πολιτικής των Αμερικανών, υπάρχουν άλλες τρεις εγκαταστάσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται για προσωρινή παρουσία και δραστηριότητες των δυνάμεών τους. Πρόκειται α) για την Αεροπορική Βάση της Λάρισας (όπου σταθμεύουν τα MQ-9 Reaper και για τα οποία προσφάτως συμφωνήθηκε η παραμονή τους για ακόμη 2 έτη), β) για τη βάση της Αεροπορίας Στρατού στο Στεφανοβίκειο Μαγνησίας (η οποία έχει χρησιμοποιηθεί μεταξύ άλλων για στάθμευση και εκπαίδευση F-16 και ελικοπτέρων Apache και Black Hawk) και γ) το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης (στο οποίο, όπως είχε αποκαλύψει «Το Βήμα» τον περασμένο Ιούνιο, έχουν ήδη ξεκινήσει οι εργασίες από υπηρεσίες του αμερικανικού Στρατού και με αμερικανική χρηματοδότηση για την ανέλκυση βυθισμένης φορτηγίδας που θα επιτρέψει την αξιοποίηση ολόκληρης της προβλήτας, ώστε να μπορούν να δέσουν μεγαλύτερα αμερικανικά πλοία και να διευκολύνεται η μεταφορά στρατευμάτων προς Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη στο πλαίσιο και της European Deterrence Initiative – EDI έναντι της Ρωσίας).
Η αμερικανική πλευρά επιθυμεί, σύμφωνα με πηγές με άριστη γνώση των συνομιλιών, μια «ολιστική» προσέγγιση στο ζήτημα των ευκολιών που θα χρησιμοποιεί. Σε αυτό το πλαίσιο (και μάλλον για πρώτη φορά) οι Αμερικανοί έχουν συμπεριλάβει και την προβλήτα στο Μαράθι μέσα στον κατάλογο των προς συζήτηση εγκαταστάσεων. Η προβλήτα Μαραθίου και γενικότερα οι εγκαταστάσεις στον κόλπο της Σούδας αποτελούν, σε σχέση με την MDCA, μια, από νομικής απόψεως, «γκρίζα περιοχή». Αλλωστε, δεν αναφέρονται ονομαστικά στη συμφωνία του 1990. Στον κόλπο της Σούδας βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις για τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες στη Μεσόγειο, πιο συγκεκριμένα το Κρηπίδωμα Κ-14 το οποίο, κατασκευασμένο με κονδύλια του ΝΑΤΟ, είναι το μοναδικό σημείο στη Μεσόγειο όπου μπορούν να σταθμεύσουν αεροπλανοφόρα. Επίσης, από το Μαράθι ξεκινά αγωγός καυσίμων που τροφοδοτεί την Αεροπορική Βάση της Σούδας, ενώ υπάρχει εκεί και αποθήκη πυρομαχικών του ΝΑΤΟ. Οι έλληνες διαπραγματευτές έχουν ζητήσει, σύμφωνα με πηγές που μίλησαν στο «Βήμα», εκτενέστερη ενημέρωση από τους Αμερικανούς για την έκταση της προβλήτας Μαραθίου που χρησιμοποιούν. Το κλειδί όμως για την Αθήνα, κατά τις ίδιες πάντα πηγές, είναι τι είδους καθεστώς μπορεί να λάβει το Μαράθι ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες συμμαχικές χώρες (συμμαχικά πλοία επιτρέπεται να σταθμεύουν εκεί και σήμερα), όπως συμβαίνει και με την Αεροπορική Βάση της Σούδας. Αλλωστε, βάσει της συμφωνίας του 1990, υπάρχει ελληνικό προσωπικό σε κάθε Ευκολία.
Οι εγκαταστάσεις σε Λάρισα, Στεφανοβίκειο, Αλεξανδρούπολη
Οπως προαναφέρθηκε, στον κατάλογο των εγκαταστάσεων που προτείνεται να συμπεριληφθούν στο Παράρτημα μιας επικαιροποιημένης MDCA είναι οι τρεις νέες τοποθεσίες που αξιοποιούνται από τις ΗΠΑ και πιο συγκεκριμένα η Αεροπορική Βάση της Λάρισας, η βάση της Αεροπορίας Στρατού στο Στεφανοβίκειο και ο λιμένας της Αλεξανδρούπολης.
Οπως τονίζουν στο «Βήμα» άριστα ενημερωμένες πηγές, στο προσχέδιο της επικαιροποιημένης συμφωνίας περιέχεται μια μάλλον γενική περιγραφή των δραστηριοτήτων στις εν λόγω εγκαταστάσεις, ενώ παράλληλα έχει απαλειφθεί η αναλυτική περιγραφή των δραστηριοτήτων που προβλέπει η συμφωνία του 1990 για τη Σούδα. Αυτή είναι μια αλλαγή με την οποία η Αθήνα φέρεται να διαφωνεί. Οι ίδιες πηγές εξηγούν ότι αυτή η εξομοίωση θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στην ελληνική πλευρά καθώς μέχρι σήμερα είναι σαφές ότι η αεροπορική βάση της Σούδας λειτουργεί υπό καθεστώς που προσφέρει ενισχυμένες αρμοδιότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ περιορίζει, όπως σημειώθηκε ανωτέρω, ορισμένες πτυχές της ελληνικής κυριαρχίας.
Σε αντίθεση με τη Σούδα, οι εγκαταστάσεις στη Λάρισα και στο Στεφανοβίκειο διέπονται από διαφορετικό καθεστώς: η αμερικανική παρουσία είναι εκ περιτροπής και ορισμένες από τις δραστηριότητες εκτελούνται από κοινού με ελληνικές δυνάμεις. Επιπλέον, και αυτό είναι κάτι που είχε συμβεί με τη στάθμευση των UAVs, το νομικό καθεστώς στο οποίο έχει βασιστεί η αμερικανική παρουσία είναι διαφορετικό και δεν βασίζεται στην MDCA, αλλά σε Μνημόνια Συνεργασίας που δεν έχουν κυρωθεί νομοθετικά. Σε σχέση δε με την Αλεξανδρούπολη, αυτό που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι το λιμάνι αποτελεί σήμερα πολιτική εγκατάσταση και μάλιστα βρίσκεται υπό ιδιωτικοποίηση. Εφόσον αυτή προχωρήσει, τότε ο νέος επενδυτής θα πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του για τη χρήση μέρος του λιμένος από τις αμερικανικές Ενοπλες Δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο χαρακτηρισμός του λιμανιού της ακριτικής πόλης ως μιας Ευκολίας τύπου Σούδας μοιάζει, τουλάχιστον προς το παρόν, δύσκολη.
Οι νομικές περιπλοκές στις διαπραγματεύσεις
Οι νομικές προβλέψεις δημιουργούν πάντοτε περιπλοκές σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις. Σύμφωνα με απόρρητη διπλωματική αλληλογραφία που μπόρεσε να μελετήσει «Το Βήμα», η Αθήνα προβληματίζεται σχετικά με την εισαγωγή του όρου «εκτελεστικοί πράκτορες» (ο αγγλικός όρος είναι executive agents), ο οποίος ζητείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες να εισαχθεί στο Παράρτημα Εφαρμογής της MDCA. Οι «εκτελεστικοί πράκτορες» (π.χ. τα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτόν τον ρόλο) θα έχουν την εξουσιοδότηση να συμφωνούν επί νέων, πέραν των αναφερομένων στη συμφωνία, εγκαταστάσεων όπου θα μπορούν να πραγματοποιούνται δραστηριότητες από δυνάμεις των δύο πλευρών. Το θέμα των «εκτελεστικών πρακτόρων», σε συνδυασμό με το αμερικανικό αίτημα για «απρόσκοπτη πρόσβαση» και «επιχειρησιακό έλεγχο» ώστε να διευκολυνθεί η εκταμίευση αμυντικών πιστώσεων, γεννά προβληματισμό. Η Αθήνα θα επιθυμούσε διευκρινίσεις επί των όρων αυτών και ευκρινέστερη καταγραφή των στρατιωτικών δυνατοτήτων και του σκοπού αυτών ανά εγκατάσταση στο τελικό κείμενο της επικαιροποιημένης συμφωνίας. Το ελληνικό αίτημα εδράζεται στις σχετικές συνταγματικές προβλέψεις και στην υποχρέωση κύρωσης της συμφωνίας από τη Βουλή. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί προφανώς εκτιμούν ότι τούτο θα περιόριζε την ευελιξία στην προσθήκη ή στην αφαίρεση δραστηριοτήτων στο μέλλον. Επομένως, μια συνοπτικότερη περιγραφή θα ήταν ευνοϊκότερη και πρακτικότερη.
Τα ανταλλάγματα που θα πέσουν στο τραπέζι
Η υπογραφή της MDCA το 1990 είχε συνδυαστεί με την παροχή ανταλλαγμάτων στην ελληνική πλευρά. Σύμφωνα με τη «Συνοδευτική Επιστολή των Ηνωμένων Πολιτειών για την Αμυντική Βοήθεια», η οποία φέρει την υπογραφή του τότε αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα Μάικλ Σωτήρχου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε καταθέσει αίτημα προς το Κογκρέσο για την παροχή προς την Ελλάδα ποσού 345.000.000 δολαρίων «σε δωρεάν χρηματοδότηση Ξένων Στρατιωτικών Πωλήσεων». Παράλληλα, οι Αμερικανοί πρότειναν, μεταξύ άλλων, να διαθέσουν στην Ελλάδα συγκεκριμένο αμυντικό υλικό και πιο συγκεκριμένα 28 αεροσκάφη F-4E, 6 αεροσκάφη Ρ3Α, 28 αεροσκάφη Α-7 και 4 αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων βλημάτων κλάσεως Charles F. Adams.
Είναι σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να επιδιώξει σαφή και ουσιαστικά ανταλλάγματα, τόσο στρατιωτικής όσο και αμυντικής φύσεως, για την επικαιροποίηση της MDCA. Από ορισμένους κύκλους έχει πέσει στο τραπέζι το επιχείρημα να διεκδικήσει η Ελλάδα μια συμφωνία που να ομοιάζει, στο μέτρο του εφικτού, με τη συμφωνία που διέπει τις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ. Κάτι τέτοιο θα ανέβαζε ψηλά τον δείκτη των προσδοκιών και ίσως να δυσκόλευε τις συνομιλίες. Την ίδια στιγμή όμως ο αμερικανικός αμυντικός σχεδιασμός βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με την αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Πολωνία αλλά και την κίνηση για άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Παράλληλα, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις διέρχονται μια κομβική φάση με αβέβαιη εξέλιξη, ενώ δεν πρέπει να λησμονείται ότι μια στενότερη πρόσδεση με την Ουάσιγκτον θα έχει, ως παρελκόμενη συνέπεια, την ανάγκη η Ελλάδα να αναλάβει ευρύτερο ρόλο σε πιθανές δραστηριότητες στην περιοχή. Στο μυαλό υψηλόβαθμων παραγόντων των Αθηνών, η πιθανή ρήξη ΗΠΑ – Ευρώπης σε σχέση με το Ιράν είναι ένα σενάριο που απαιτεί πολύ προσεκτική διαχείριση.
Αντιτορπιλικά, αποβατικά και MQ-9 Reaper
Είναι ξεκάθαρο και χιλιοειπωμένο ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια σοβαρή ενίσχυση στο Πολεμικό Ναυτικό. Στο πολύ πρόσφατο παρελθόν είχε ζητηθεί από τους επιτελείς του ελληνικού Πενταγώνου ο δανεισμός από τις ΗΠΑ δύο αντιτορπιλικών κλάσεως Arkeigh Burke, κάτι που δεν έγινε. Αργότερα, η πρόταση είχε μορφοποιηθεί διαφορετικά: ζητήθηκε να σταθμεύουν στην Κρήτη δύο τέτοια αντιτορπιλικά που θα έρχονταν από τη ναυτική βάση της Ρότα στην Ισπανία. Η δεύτερη πρόταση είχε κυρίως τη μορφή αμυντικών εγγυήσεων. Ωστόσο, οι επιτελείς του Πολεμικού Ναυτικού ζητούν απεγνωσμένα ενίσχυση καθώς τα σημερινά μεγάλα πλοία επιφανείας (φρεγάτες) είναι παλαιά και καταπονημένα, προσφέροντας μειωμένες δυνατότητες προβολής ισχύος στην κρίσιμη, για την Ελλάδα, περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα, υπάρχουν συζητήσεις για την ανάγκη απόκτησης από την Ελλάδα – είτε με τη μορφή αγοράς είτε με δανεισμό – UAVs (οι συζητήσεις αφορούν είτε τα MQ-9 Reaper, που είναι πιο δύσκολη επιλογή, είτε τα παλαιότερα MQ-1) με σκοπό να ενισχυθούν η εναέρια παρακολούθηση και η συλλογή πληροφοριών σε μια εποχή που η γειτονική Τουρκία έχει αναπτύξει αυτάρκη βιομηχανία UAVs (τόσο για παρακολούθηση όσο και οπλισμένων). Συζητήσεις υπάρχουν και για την προμήθεια αποβατικών σκαφών (Amphibious Assault Vehicles – AAVs).
Συμπαραγωγή F-35 και φρεγατών Freedom
Εμπειροι διπλωμάτες εξηγούν ότι στην υπάρχουσα MDCA υπάρχουν προβλέψεις που δεν έχουν αξιοποιηθεί προς όφελος της Ελλάδος όσο θα έπρεπε. Αναφέρονται συγκεκριμένα στα Αρθρα ΙΧ και Χ του κυρίως σώματος της Συμφωνίας (όχι στο Παράρτημα). Πιο συγκεκριμένα, στο Αρθρο ΙΧ υπάρχει η πρόνοια για «τη διατήρηση της ισορροπίας στρατιωτικής ισχύος στην περιοχή», μια πρόβλεψη κρίσιμη έναντι μιας Τουρκίας που παρά τις μετα-πραξικοπηματικές αρρυθμίες στις Ενοπλες Δυνάμεις συνεχίζει ένα πολύ φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα. Επιπλέον, στο Αρθρο Χ αναφέρεται ότι θα αναζητηθούν «ευκαιρίες συνεργασίας στον τομέα της έρευνας, της ανάπτυξης, παραγωγής και προμήθειας κατάλληλου αμυντικού υλικού», ενώ ενθαρρύνονται οι επενδύσεις στους παραπάνω τομείς. Ισως η Αθήνα να έπρεπε να διεκδικήσει, σε συνδυασμό με τρίτες χώρες, μέρος από την πίτα συμπαραγωγής εξαρτημάτων του προγράμματος του αεροσκάφους 5ης γενιάς F-35 (με το βλέμμα και σε μια μελλοντική προμήθεια τέτοιων αεροσκαφών ως το επόμενο βήμα μετά την αναβάθμιση του στόλου των F-16) ή και την έγκαιρη είσοδό της στο πρόγραμμα συμπαραγωγής φρεγατών κλάσεως Freedom. Η διαφαινόμενη εξαγορά των Ναυπηγείων Ελευσίνας από εταιρεία ελληνοαμερικανικών συμφερόντων θα μπορούσε ίσως «να κουμπώσει» σε έναν τέτοιο σχεδιασμό.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου