Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
Ενα γράφημα και τρεις παρεμβάσεις γιά το άσυλο
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 05/08/19 |
ΤΗΣ ΒΑΣΩΣ ΚΙΝΤΗ
Τη Δευτέρα 8 Ιουλίου του 2013 το πρωί, τα μέλη του Συμβουλίου Ιδρύματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, σώματος που είχε συγκροτηθεί από τον νόμο Διαμαντοπούλου, συνεδρίαζαν παρουσία του τότε πρύτανη κ. Πελεγρίνη, στην αίθουσα του Συμβουλίου στα Προπύλαια. Με την έναρξη της συνεδρίασης, ομάδα φοιτητών και αγνώστων επιχείρησε να παραβιάσει με λοστούς την είσοδο της αίθουσας προξενώντας εκτεταμένες φθορές. Το Συμβούλιο, που ήταν το ανώτατο όργανο του ιδρύματος, αποφάσισε να καλέσει την Αστυνομία.
Καθώς η Αστυνομία καθυστερούσε, τα μέλη του Συμβουλίου επιχείρησαν να αποχωρήσουν από άλλη έξοδο, που όμως οδηγούσε σε χώρο αποκλεισμένο με κάγκελα, στον οποίο βρισκόταν ήδη η εν λόγω ομάδα. Η ομάδα αυτή, που δεν διέθετε καμία απολύτως νομιμοποίηση, απαγόρευε την έξοδο και περιέλουε με ύβρεις («λαμόγια», «γερμανοτσολιάδες», «ξεφτιλισμένοι», «σιχαμένοι», «χούντα») και απειλές όχι μόνο τους Ελληνες καθηγητές που ήταν μέλη του Συμβουλίου, αλλά και τους διακεκριμένους καθηγητές του ΜΙΤ, του Princeton, του Harvard, που είχαν έρθει να βοηθήσουν τα ελληνικά πανεπιστήμια, ακόμη και τον Jack Davis, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Cincinnati, τον οποίο τίμησε η ελληνική πολιτεία για τις σπουδαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του στην Πύλο.
Μαζί με την Αστυνομία έφθασαν στον χώρο βουλευτές και στελέχη τού τότε ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των οποίων οι κ. Λαφαζάνης και Τσακαλώτος, όχι για να συμπαρασταθούν στους υπό ομηρία καθηγητές, αλλά στους δεσμοφύλακές τους. Η ομηρία έληξε όταν οι φοιτητές, υπό τον φόβο της σύλληψης, φυγαδεύτηκαν, άγνωστο πώς, στο εσωτερικό του κτιρίου.
Η μεν κλήση της Αστυνομίας από μέλη του Συμβουλίου κατέστη δυνατή λόγω του ισχύοντος τότε νόμου Διαμαντοπούλου, που επέτρεπε στον οποιονδήποτε να ζητήσει την προστασία του νόμου εντός των ΑΕΙ, η δε ανταπόκριση της Αστυνομίας οφειλόταν στην πολιτική στήριξη που είχε από τον τότε αρμόδιο υπουργό Ν. Δένδια. Αν ίσχυαν οι προηγούμενοι νόμοι για το άσυλο, ή ο τωρινός νόμος Γαβρόγλου, δεν θα μπορούσαν τα μέλη του Συμβουλίου να καλέσουν την Αστυνομία. Θα έπρεπε να προηγηθεί απόφαση Πρυτανικού Συμβουλίου (με ομοφωνία ή πλειοψηφία), το οποίο θα έπρεπε να συγκληθεί (επταμελές στον νόμο Γαβρόγλου) και στο οποίο θα έπρεπε να προΐσταται ο πρύτανης. Ο πρύτανης, όμως, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, μετά το πέρας της ομηρίας, είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους: «Εγώ, όταν με πήρε ο διευθυντής από την Αστυνομία, είπα “δεν καλώ καμία αστυνομία”» (Αυγή, 9/7/2013). Δηλαδή, αν δεν είχε κληθεί και εμφανιστεί η Αστυνομία, τα μέλη του Συμβουλίου θα είχαν παραμείνει στο έλεος αυτών των ασύδοτων ομάδων κρούσης εξευτελιζόμενα, χωρίς να μπορούν να ζητήσουν τη συνδρομή των αρχών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους.
Ενόψει των αλλαγών που έχουν αναγγελθεί για το άσυλο, λένε ορισμένοι ότι η λεγόμενη «κατάργηση του ασύλου» που προέβλεπε ο ν. Διαμαντοπούλου δεν βελτίωσε την κατάσταση στα πανεπιστήμια, αφού εξακολουθούσαμε να έχουμε περιστατικά βίας. Αλλά δεν φταίει ο νόμος γι’ αυτό. Πρώτον, το παράδειγμα δείχνει ότι υπήρξαν περιπτώσεις (όχι μόνο η συγκεκριμένη) που ο νόμος επέτρεψε σε μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας να προστατεύσουν την αξιοπρέπειά τους. Δεύτερον, ο νόμος εφαρμόστηκε στην ουσία για ελάχιστο διάστημα, στην πιο δραματική περίοδο των τελευταίων ετών, όταν οι αγανακτισμένοι χρησιμοποιούσαν τα κεντρικά πανεπιστήμια ως ορμητήρια και καταφύγια, βρίσκοντας συμμάχους σε πανεπιστημιακές ηγεσίες που αρνούνταν να εφαρμόσουν τον νόμο. Η μελέτη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για τα περιστατικά ανομίας στα ΑΕΙ το διάστημα 2011-2018 δείχνει ότι οι χρονιές 2012 και 2014 είχαν τα περισσότερα συμβάντα. Είναι ενδιαφέρον ότι από το 2015 τα κρούσματα μειώνονται. Τρίτον, οι πρυτανικές αρχές προτιμούσαν να ακολουθούν μια πολιτική κατευνασμού και κουκουλώματος για να μην εκτεθούν τα ιδρύματα, αλλά και επειδή φοβούνταν τις αντιδράσεις. Για τον φόβο των αντιδράσεων διστάζει και η Αστυνομία να δράσει ακόμη και όταν το επιτρέπει ο νόμος, ακόμη και όταν καλείται από τις πανεπιστημιακές αρχές.
Η κατάργηση του κακώς εννοούμενου ασύλου, δηλαδή εκείνων των προβλέψεων που επιτρέπουν να γίνονται τα πανεπιστήμια άσυλα ανομίας, είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα για την εφαρμογή των νόμων χωρίς υπεκφυγές. Χρειάζεται ανάληψη ευθύνης από τους πανεπιστημιακούς και πολιτική βούληση από την πολιτεία για να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα που έπονται (υπηρεσίες ασφαλείας στα πανεπιστήμια, πρωτόκολλα συνεργασίας με την Αστυνομία κ.λπ.). Το πρόβλημα που συζητούμε είναι ανύπαρκτο σε όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα.
Αναγκαζόμαστε να επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα για να αντικρούσουμε προσχήματα τα οποία προβάλλονται προκειμένου να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει. Τα σύγχρονα μαζικά πανεπιστήμια με τους χιλιάδες φοιτητές, ακαδημαϊκό προσωπικό και εργαζομένους δεν είναι κλειστά φρούρια, ώστε να παρομοιάζονται με ιδιωτικές κατοικίες στις οποίες προστατεύεται το άσυλο της ιδιωτικής ζωής. Είναι σε διαρκή επικοινωνία με την ευρύτερη κοινότητα και την κοινωνία, στους χώρους τους κυκλοφορούν καθημερινά πολλοί μη ακαδημαϊκοί (γι’ αυτό είναι ατελέσφορο μέτρο η κάρτα εισόδου). Οι καθηγητές και οι φοιτητές δεν είναι ιδιοκτήτες των δημόσιων πανεπιστημίων. Είναι θεματοφύλακες του θεσμού και πρέπει να αρθούν στο ύψος της αποστολής τους, ώστε να εξασφαλίσουν, από κοινού με την πολιτεία, το ακαδημαϊκό περιβάλλον που απαιτείται για τη διδασκαλία και την έρευνα: ένα περιβάλλον ελευθερίας, δημιουργίας, συνεργασίας, μελέτης, χωρίς προσβλητικούς και επικίνδυνους περισπασμούς.
* Η Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 05/08/19 |
ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Τζέιμς Γουάτσον, νομπελίστας Ιατρικής και Φυσιολογίας, δίνει διάλεξη στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Ροπαλοφόροι ορμούν εναντίον του, το πανό γράφει «Η γενετική είναι Ναζί». Το αποτέλεσμα της επίθεσης, συμπλοκή και ένας καθηγητής καταλήγει στο νοσοκομείο. Ναρκέμποροι, παραγωγοί μολότοφ, και διαχειριστές εγκληματικών σελίδων, εδρεύουν ανενόχλητοι στο ΑΠΘ, στο ΕΜΠ στο ΕΚΠΑ, με αποτέλεσμα φοιτητές και καθηγητές να εκτίθενται σε καθημερινό κίνδυνο. Ελληνική μοναδική, θλιβερή πραγματικότητα.
Ανεξέλεγκτη βία ενάντια στη διακίνηση ιδεών και ανομία προς όφελος ατομικών συμφερόντων είναι τα πραγματικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπισθούν. Δηλαδή θεμελιώδη ζητήματα δημοκρατίας χωρίς ιδεολογικό πρόσημο. Η δημοκρατία όμως απαιτεί σχέδιο, θεσμούς, κανόνες, συναινέσεις και απαιτεί χρόνο, επιμονή και κόστος για να υπάρξουν πραγματικά αποτελέσματα.
Το 2011 ήταν εποχή τρομερών πολιτικών συγκρούσεων και πρωτοφανούς κοινωνικού αναβρασμού. Παρ’ όλα αυτά, 255 βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου αποφάσισαν με την ψήφο τους, μέσα από μια παραδειγματική συναίνεση, μία ολιστική μεταρρύθμιση στα πανεπιστήμια, με στόχο ένα νέο διοικητικό μοντέλο, την υποστήριξη της ακαδημαϊκής αριστείας, την αξιοκρατία, την εξωστρέφεια, τη διεθνοποίηση και το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων. Η μεταρρύθμιση αφορούσε, φυσικά, και την αυτοπροστασία των πανεπιστημίων, με υιοθέτηση των βασικών αρχών αντίστοιχων ευρωπαϊκών και αμερικανικών ιδρυμάτων.
Δύο ήταν τα βασικά σημεία που αφορούσαν την προστασία των πανεπιστημίων, ενταγμένα στη συνολική αλλαγή λειτουργίας των ΑΕΙ. Το πρώτο αφορούσε την οργάνωση του ίδιου του πανεπιστημίου. Το Συμβούλιο Διοίκησης όφειλε να παρουσιάσει σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οργανισμό (κάτι σαν Σύνταγμα) και κανονισμό λειτουργίας. Ο οργανισμός έπρεπε να αναφέρεται με σαφήνεια στις υπηρεσίες προστασίας π.χ. ηλεκτρονικό σύστημα εισόδου-εξόδου, ενδεχόμενη συνεργασία με ιδιωτικές υπηρεσίες ασφάλειας ή ακόμα και πανεπιστημιακή αστυνομία. Ο κανονισμός όφειλε να θέσει τους κανόνες συμπεριφοράς και λειτουργίας όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, καθώς και τις ποινές σε περίπτωση καταπάτησης των κανόνων. Αυτό σημαίνει πως αν κάποιος φοιτητής καταστρέφει δημόσια περιουσία ή εμποδίζει τη λειτουργία των πανεπιστημιακών διαδικασιών, υφίσταται ποινές από τη διοίκηση του πανεπιστημίου που μπορεί να φτάσουν μέχρι την αποβολή του.
Το δεύτερο σημείο αφορούσε το θέμα του ασύλου. Πίστευα και πιστεύω ότι στα πλαίσια του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν νοείται ύπαρξη «ασύλων», που εντέλει οδηγούν στην καταστρατήγηση της ελευθερίας κάποιων από κάποιους άλλους και εκτρέφουν κάθε είδους ανομία με ιδεολογικό περίβλημα. Πίστευα και πιστεύω ότι το «άσυλο» για όλους τους πολίτες σε μια δημοκρατία είναι οι νόμοι, που εφαρμόζονται αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις για όλους και παντού.
Ο νόμος που ψηφίστηκε ήταν εξαιρετικά απλός και σαφής: «Σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των ΑΕΙ εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία». Και, φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν ενέτασσε το θέμα του ασύλου στα ζητήματα αποκλειστικά του αστυνομικού ενδιαφέροντος ή της αντεγκληματικής πολιτικής. Τέτοιου είδους μονοσήμαντη αντιμετώπιση, θεωρώ ότι συνιστά σοβαρό λάθος.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατήργησε τη μεταρρύθμιση το 2015, και κατά προτεραιότητα τη διάταξη που αφορούσε το άσυλο. Το κωμικοτραγικό είναι ότι ανάμεσα στους βουλευτές που ψήφισαν την κατάργησή της, βρίσκονταν και κάποιοι οι οποίοι την είχαν υπερψηφίσει το 2011!
Κάποιοι θα δοκιμαστούν και στην ψηφοφορία για τη νέα διάταξη που προτείνει η κυβέρνηση, και η οποία κινείται στο ίδιο πνεύμα. Βεβαίως, θα ήταν αυταπάτη να πιστέψουμε ότι η αλλαγή ενός άρθρου θα αλλάξει τα πάντα σε μια μέρα. Η επιλογή του άρθρου για το άσυλο ως μεμονωμένη προτεραιότητα έχει, κυρίως, συμβολική σημασία. Για τη μεγάλη αλλαγή, όμως, χρειάζεται ο συνδυασμός συνολικού νομοθετικού πλαισίου για τη μεταρρύθμιση, μέγιστη δυνατή συναίνεση και πολιτική βούληση για την εφαρμογή του, έτσι ώστε οι ίδιοι οι πολίτες να κάνουν κτήμα τους την εφαρμογή των νόμων, είτε είναι φοιτητές είτε είναι αστυνομικοί, είτε είναι μικροπωλητές.
Γιατί επανάσταση σήμερα δεν είναι τα ρόπαλα, οι πλαστικές σημαίες και τα χιλιοειπωμένα τσιτάτα. Είναι ο βαθύς και ριζοσπαστικός μετασχηματισμός των θεσμών, ώστε η δημοκρατία να λειτουργεί για όλους και η Ελλάδα να μορφώνει πραγματικά τα παιδιά της με αξίες, αρχές και γνώση.
* Η Αννα Διαμαντοπούλου είναι πρόεδρος του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, πρ. επίτροπος Ε.Ε., πρ. υπουργός Παιδείας.
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΝΙΤΑΚΗ
Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί τη θεμελιωδέστερη εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, συνυφασμένη με την ύπαρξη και λειτουργία κάθε πανεπιστημιακού ιδρύματος. Καθιερώθηκε από την πρώτη εμφάνιση των πανεπιστημίων, ενώ έδυε ο Μεσαίωνας, στις πρώτες πανεπιστημιακές μονάδες της Ιταλίας, στην Παβία και στην Πάντοβα. Στρεφόταν κατά του εκκλησιαστικού σκοταδισμού της εποχής και εναντίον κάθε επέμβασης στην ελευθερία της σκέψης, της έρευνας και της διδασκαλίας. Ανάλογη, αν και μικρότερης σχετικά έκτασης και έντασης, υπήρξε και η ιστορία του στην Ελλάδα. Χαρακτηριστική είναι η περίοδος πριν από τη δικτατορία και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Οι μαζικές φοιτητικές κινητοποιήσεις με αιτήματα τη δημοκρατία και την ελευθερία τον Νοέμβριο του 1973 στο Πολυτεχνείο μετέτρεψαν το πανεπιστημιακό άσυλο σε προπύργιο διεκδικήσεων και αγώνων και τους χώρους του δημόσιου πανεπιστημίου σε προστατευτική ασπίδα των ελευθεριών. Από τα πρώτα όμως χρόνια της Μεταπολίτευσης και μετά αρχίζει, δυστυχώς, σταδιακά, η καταχρηστική χρήση του και η απώλεια της αίγλης του.
Παρόλο που το πανεπιστημιακό άσυλο δεν υπήρξε ποτέ ρητά συνταγματικά κατοχυρωμένο, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ωστόσο ότι αποτελεί εγγύηση συνταγματικής περιωπής και ισχύος, απόλυτα συνυφασμένη με την ελευθερία της έρευνας και διδασκαλίας και γενικότερα με την ελεύθερη διακίνηση και πάλη των ιδεών. Ως θεσμική εγγύηση στηρίζει την αυτοδιοίκηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και στηρίζεται από αυτήν. Στρέφεται, πρώτα και κύρια, κατά της κρατικής εξουσίας και αποκλείει κυρίως τις αυθαίρετες, χωρίς νόμιμο λόγο, παρεμβάσεις ή εισβολές των αστυνομικών αρχών στους πανεπιστημιακούς χώρους, όπως συμβαίνει και με το άσυλο της κατοικίας. Αντιμάχεται και κάθε είδους αστυνόμευση και κάθε απόπειρα φίμωσης ή ελέγχου, εξαγοράς ή χειραγώγησης της διδασκαλίας της ελεύθερης έρευνας και της διάδοσης των ιδεών.
Προστατεύεται όμως έναντι πάντων, τόσο έναντι της κρατικής εξουσίας όσο και έναντι των ιδιωτών ή τρίτων (ατόμων ή ομάδων), φοιτητών ή μη. Την εγγύηση του πανεπιστημιακού ασύλου την απολαμβάνει κάθε οργανωμένη μονάδα ανώτατης παιδείας –πανεπιστημιακή ή τεχνολογική (ΑΕΙ και ΤΕΙ)–, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που έχει, που μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Φορείς του πανεπιστημιακού ασύλου είναι οι φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όσοι συμμετέχουν στη διδασκαλία, έρευνα και στη διάδοση των γνώσεων, διδάσκοντες και διδασκόμενοι. Τη φροντίδα και την ευθύνη της ειρηνικής και ελεύθερης απόλαυσης των αγαθών του ασύλου καθώς και της αποτελεσματικής προστασίας του την έχουν κατ’ αρχάς οι πανεπιστημιακές αρχές. Είναι προφανές ωστόσο ότι το πανεπιστημιακό άσυλο δεν μπορεί να αποτελεί το πρόσχημα για τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ούτε η επίκλησή του μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο άρσης του αδίκου. Το άσυλο δεν παρέχει ποινική ή αστική ασυλία σε όσους, πανεπιστημιακούς, φοιτητές ή τρίτους, καταστρέφουν δημόσια αγαθά και προβαίνουν αναίτια και αδικαιολόγητα σε βιαιοπραγίες ή σε ποινικά αδικήματα. Διαφορετικά μετατρέπεται το ακαδημαϊκό από άσυλο των ιδεών σε άσυλο βιαιοπραγιών και καταστροφών.
Η πρόσφατη νομοθετική τροποποίηση που τέθηκε υπό διαβούλευση επαναφέροντας ουσιαστικά αντίστοιχη διάταξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της Διαμαντοπούλου, όπως εκείνη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1268/1982, καθιερώνει το αυτονόητο. Το ακαδημαϊκό άσυλο δεν μπορεί να στερήσει την Πολιτεία από τη γενική ευθύνη και αρμοδιότητα που έχει να εγγυάται τη νομιμότητα και να διασφαλίζει την τάξη και την ασφάλεια των πολιτών καθώς και την ομαλή λειτουργία ενός δημόσιου πανεπιστημίου. Οι τρίτοι ή οι ομάδες ατόμων, φοιτητών ή μη, που εισβάλλουν αυθαίρετα στους πανεπιστημιακούς χώρους δεν παραβιάζουν, αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, το πανεπιστημιακό άσυλο, το καταλύουν, χρησιμοποιώντας την προστασία του καταχρηστικά. Διαταράσσουν ή διακόπτουν αυθαίρετα την ομαλή λειτουργία της πανεπιστημιακής διαδικασίας. Οι βιαιοπραγίες που συντελούνται οδηγούν, μακροπρόθεσμα, σίγουρα στον εκφυλισμό του και στην απάλειψη της αίγλης και της ηθικής ακτινοβολίας του. Το ίδιο κάνουν και οι παρατεταμένες, συχνές, αναίτιες και αυθαίρετες «καταλήψεις» των πανεπιστημιακών χώρων από ομάδες φοιτητών ή από πανεπιστημιακές παρατάξεις.
Στους πανεπιστημιακούς ανήκει βέβαια, όπως και πάντα, η ηθική ευθύνη να διαφυλάξουν το αγαθό αυτό όχι μόνο από την παραβίασή του, αλλά και από τον σταδιακό εκφυλισμό του, στον οποίο συντείνουν, δυστυχώς και αποφάσεις, πρακτικές ή ανταγωνισμοί των πολιτικών κομμάτων και των συνδικαλιστικών παρατάξεων, παντός είδους. Η σιωπή ή η ανοχή που έδειξαν όλο αυτό το διάστημα οι πανεπιστημιακοί, βλέποντας παθητικά και απέχοντας από κάθε είδους αντίδραση ή ενέργεια στην ανώμαλη αυτή κατάσταση, ας ευχηθούμε ότι με τη νέα ρύθμιση θα λάβει, επιτέλους, τέλος.
* Ο Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου