Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 13-14/07/19 |
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
Ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε στην εξουσία, τον Οκτώβριο του 1993, τέσσερα χρόνια μετά το δράμα του 1989. Είχε μεσολαβήσει το ειδικό δικαστήριο, η σκληρή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και τη φιλελεύθερη πολιτική της κι ένας εκλογικός θρίαμβος με 47%.
Ολοι περίμεναν μιαν αναβίωση των εύθυμων 80ς, μια επιστροφή στον κεϋνσιανισμό του 1981. Αλλά τρεις μόλις ημέρες μετά τις εκλογές, ο Ανδρέας προσγείωσε απότομα τέτοιου είδους προσδοκίες. Η πρώτη του ομιλία, στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο, είχε έναν τόνο δραματικό. Παρουσίαζε το εκρηκτικό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, το οποίο δεν απέδιδε σε συγκυριακούς λόγους ή στην πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά στο ότι η χώρα, από τη δεκαετία του '50 ακόμη, είχε κάνει ένα μεγάλο άλμα προς τον οικονομικό εκσυγχρονισμό το οποίο, όμως, «οι κρατικοί θεσμοί δεν παρακολούθησαν». Ο Ανδρέας μιλούσε για την αποτυχία του φορολογικού μηχανισμού να εντάξει στο σώμα των φορολογουμένων τα νέα στρώματα που η οικονομική ανάπτυξη των προηγούμενων δεκαετιών είχε αναδείξει. Και για τη μετατροπή της δημόσιας διοίκησης σε φορέα που απορροφά παθητικά ένα μέρος του πληθυσμού που αλλιώς θα έμενε άνεργο, αλλά είναι ανίκανος να υπηρετήσει αναπτυξιακούς στόχους. Η ανάλυση κατέληγε στο ιστορικό πια σύνθημα «είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος». Και οδηγούσε στην εφαρμογή ενός συστηματικού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και εξυγίανσης, το οποίο, έξι χρόνια αργότερα, με την καθοδήγηση άλλου πρωθυπουργού, του Κώστα Σημίτη, αλλά με το ίδιο οικονομικό επιτελείο, θα οδηγούσε στην ένταξη στο ευρώ.
Η ιστορία δεν είναι άγνωστη. Το συμπέρασμά της όμως συχνά παραγνωρίζεται. Πως ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν μόνον ο «μέγας λαοπλάνος», όπως συνήθως εικονογραφείται, δαιμονοποείται ή λατρεύεται. Ηταν επίσης, κι ίσως προπάντων, ένας μεταρρυθμιστής, εκσυγχρονιστικών πεποιθήσεων, ηγέτης. Κι ας θεωρούν τον όρο «εκσυγχρονισμός» ύβρι, κάποιοι που δηλώνουν θαυμαστές του. Ακριβώς όπως και το κόμμα που ίδρυσε, το ΠΑΣΟΚ, μπορεί να είχε δύο πρόσωπα, δύο «ψυχές», μα όσες φορές κλήθηκε να κυβερνήσει, η μεταρρυθμιστική, η εκσυγχρονιστική «ψυχή» του, ακόμη κι όταν έμοιαζε μειοψηφική, ήταν συνήθως η επικρατούσα. Ολες οι μεταρρυθμίσεις, άλλωστε, από το 1981 ως σήμερα, φέρουν την υπογραφή του.
Η υπενθύμιση αυτή είναι χρήσιμη, νομίζω, καθώς επανέρχεται μετεκλογικά η συζήτηση για το κατά πόσον ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να γίνει, αν δεν είναι ήδη, το «νέο ΠΑΣΟΚ». Οχι απλώς ο ένας πόλος ενός νέου δικομματισμού. Μα ο φορέας ενός νέου πόλου της Κεντροαριστεράς ή ακόμη και ο κληρονόμος - όπως ο Αλέξης Τσίπρας τελευταία διεκδικεί - της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» που έλκει την καταγωγή της από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Οι αριθμοί αποτυπώνουν μια καθαρή εικόνα. Αν δει κανείς τον εκλογικό χάρτη της περασμένης Κυριακής, οι κουκίδες που αντιστάθηκαν στο μπλε - η Κρήτη, η Αχαΐα και οι δυτικές γειτονιές της Αττικής - είναι τα παραδοσιακά «πράσινα κάστρα». Στη δυτική Αθήνα το σκορ ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ ήταν 38-6, στη δυτική Αττική 36-5, στην Β' Πειραιά 38-5. Η τάση απορρόφησης της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη μετρηθεί και αναλυθεί. Εμφανίστηκε ως πρόδρομη δημοσκοπική τάση, προ κρίσης, το 2008, όταν οι δημοσκοπήσεις έβρισκαν τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέκου Αλαβάνου σε διψήφια ποσοστά πρόθεσης ψήφου, μέχρι να ανατραπεί η τάση αυτή κάτω από το βάρος των επεισοδίων του Δεκέμβρη του 2008. Επανεμφανίστηκε ξαφνικά, τις δυο τελευταίες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, τον Μάιο του 2012. Εμπεδώθηκε στις δεύτερες εκλογές, τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Τον Ιανουάριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε απορροφήσει το 43% του ΠΑΣΟΚ του 2009. Η ίδια, πάνω-κάτω τάση επιβεβαιώθηκε και στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μοιάζει πια αδιαμφισβήτητα ο ένας πόλος ενός νέου δικομματισμού.
Αυτός ο νέος δικομματισμός, όμως, στηρίζεται σε ένα έδαφος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αποχή (μεταξύ 2009 και 2019 λείπουν από τις κάλπες 1.300.000 ψηφοφόροι) και χαμηλή πολιτική ταύτιση (ο δείκτης ταύτισης των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ με το κόμμα που ψηφίζουν είναι λίγο πάνω από 50%). Ακόμη σημαντικότερο: Η εκλογική του απήχηση δεν αντιστοιχείται ούτε κατ' ελάχιστον στην οργανωτική του δομή ή στην κοινωνική του διείσδυση, όπως την αποτυπώνουν οι εκλογές στην αυτοδιοίκηση ή τα μεγάλα συνδικάτα.
Κι αν αυτό το κενό μπορεί, ίσως, να καλυφθεί, υπάρχει ένα σημαντικότερο έλλειμμα, που αυτό δεν αναπληρώνεται εύκολα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να παίρνει στην κάλπη τη θέση του ΠΑΣΟΚ, στην πολιτική ζωή παίρνει τη θέση του μισού μόνον ΠΑΣΟΚ. Εκείνου που συνήθως προσδιοριζόταν, απλουστευτικά, ως «λαϊκό» (με την έννοια του πελατειακού) και «πατριωτικό» (με την έννοια του λαϊκιστικού). Το άλλο μισό, αυτό που ενσωματώνει την εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική του παράδοση, την ιστορικά σημαντικότερη, ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως είναι σήμερα, με την πρόσφατη ιστορία του και με τη σημερινή του ηγεσία, μοιάζει αδύνατον να διεκδικήσει. Και αν ούτε το Κίνημα Αλλαγής την υπερασπιστεί αποτελεσματικά, κινδυνεύει να δει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τη διεκδικεί και να εδραιώνει επάνω της μια μακροπρόθεσμη πολιτική ηγεμονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου