Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

"...Μα το χειρότερο απ' όλα, στην ώς τώρα διαδικασία της αναθεώρησης, δεν είναι που ώριμες, αυτονόητες σχεδόν αλλαγές έμειναν εκτός συζήτησης. Είναι, προπάντων, που η διαδικασία μολύνθηκε βαριά από τακτικισμούς και φτηνά διαδικαστικά κόλπα, είναι που η συζήτηση για το Σύνταγμα υποτάχθηκε στην αγωνία των εκλογών που πλησιάζουν και των εκλογικών συσχετισμών που προεξοφλούνται. Σαν το πολιτικό μας σύστημα να χρειαζόταν να δώσει άλλη μιαν απόδειξη ότι δεν έχει αλλάξει τα βασικά του ένστικτα και δεν έχει γιατρευτεί από τη βασική του πάθηση. Είτε η χώρα απειλείται με χρεοκοπία, είτε η Βουλή καλείται να αλλάξει το Σύνταγμα, το ίδιο κάνει. Εκείνοι είναι αδύνατον να σηκώσουν τα μάτια πέρα από τον ρίζοντα των επόμενων εκλογών...."

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ  ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 16-17/02/19
ΤΟΥ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΗ ΡΑΒΑΝΟΥ




Ηαντιπολίτευση οχυρώνεται πίσω από την παροιμία, «όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου, πέφτει ο ίδιος μέσα». Η κυβέρνηση από την άλλη αντεπιτίθεται στη λογική, ότι προχωράνε μείζονες συνταγματικές αλλαγές και βλέπει πολιτικές νίκες. Η αίσθηση της πολιτικής ήττας και τον αυτοεγκλωβισμό της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ωστόσο, υπάρχει ακόμη και στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.


Στον δρόμο προς τις εκλογές το πολιτικό κλίμα φορτίζεται και η συνταγματική αναθεώρηση ήταν το καλύτερο πεδίο για να εκδηλωθούν ευρύτερες συγκλίσεις, συναινέσεις και συνεννοήσεις. Η μονομαχία στην Ολομέλεια της Βουλής στα μέσα της περασμένης εβδομάδας ανέδειξε και το σκηνικό της πολιτικής σύγκρουσης κατά την προεκλογική περίοδο. Αναδείχθηκαν επί της ουσίας, οι βασικές ιδεολογικές διαφορές σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων, έγινε πολιτικό παιχνίδι εντυπώσεων με τη συμμετοχή και συνταγματολόγων, ενώ παράλληλα διεξήχθη και μια μάχη στρατηγικής σε ένα κορυφαίο θεσμικό ζήτημα.


Στα επιτελεία του Αλέξη Τσίπρα και του Κυριάκου Μητσοτάκη είδαν τη χρυσή ευκαιρία να αναδείξουν και σημεία του προεκλογικού τους σχεδιασμού, ενώ ήταν συνεχείς οι συσκέψεις και των δύο με τους στενούς τους συνεργάτες, καθώς επένδυσαν πολλά σε αυτή την αναμέτρηση, όπου κυριάρχησε κυρίως η συζήτηση για την προεδρική εκλογή. Ο πρόεδρος της ΝΔ σε μια συμβολική κίνηση κάλεσε επτά κορυφαίους συνταγματολόγους που, κατά την ηγεσία της, κατέρριψαν τους ισχυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ: «Το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων του Συντάγματος θα το καθορίσει η επόμενη και όχι αυτή η Βουλή» ήταν η γραμμή της αξιωματικής αντιπολίτευσης.


Ο Μητσοτάκης και οι συνταγματολόγοι


Ο Μητσοτάκης συναντήθηκε με ομάδα κορυφαίων συνταγματολόγων, εξασφάλισε επί της ουσίας την τοποθέτηση ότι «η επόμενη Βουλή που θα είναι αναθεωρητική, καθοιονδήποτε τρόπο δεν δεσμεύεται ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων». Μάλιστα, αυτή η άποψη ενισχύθηκε και από το επιχείρημα ότι ακριβώς γι' αυτό τον λόγο «στην αναθεωρητική διαδικασία παρεμβάλλονται οι εθνικές εκλογές, προκειμένου να τοποθετηθεί το εκλογικό σώμα και επί των προτάσεων των κομμάτων για τη συνταγματική αναθεώρηση». Παράλληλα, ο πρόεδρος της ΝΔ επικοινώνησε τηλεφωνικά και με άλλους δύο γνωστούς συνταγματολόγους, τον Νίκο Αλιβιζάτο και τον Αντώνη Μανιτάκη, που κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση.


Η ανταπάντηση από τον Πρωθυπουργό ήταν άμεση. Και το Μέγαρο Μαξίμου προώθησε βίντεο με συνταγματολόγους να υπερασπίζονται τις αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση και ο Αλ. Τσίπρας σημείωσε στο Twitter, ότι «με τις συνταγματικές αλλαγές που προτείνει η κυβέρνηση ενισχύονται το κοινωνικό κράτος, η λαϊκή αντιπροσώπευση και η Δημοκρατία, ενώ επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους». Η κυβέρνηση στο βίντεο αυτό στηρίζεται στην άποψη του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και προέδρου της Επιτροπής Αναθεώρησης, Μιχάλη Σπουρδαλάκη, που προέκρινε την υποχρέωση της Πολιτείας να έχει εκλεγμένους πρωθυπουργούς και όχι πρωθυπουργούς που εκλέγονται από άλλους φορείς.


Ανεξάρτητα από το πολιτικό παίγνιο ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε ο ευρύτερος προβληματισμός από βουλευτές και των δύο κομμάτων για προβληματική προσέγγιση και μικροπολιτικές για τον τρόπο που προσέγγισαν τη συνταγματική αναθεώρηση και έλεγαν ότι οι κομματικές γραμμές θα έπρεπε να είναι πιο χαλαρές.


Τα άρθρα που άναψαν φωτιές


Το μείζον ζήτημα που κυριάρχησε ήταν ο τρόπος ανάδειξης του Προέδρου της Δημοκρατίας και κυρίως η καταψήφιση του άρθρου 30 που εισήγαγε την απευθείας εκλογή Προέδρου από τον λαό, ενώ δεν προχώρησε η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων.


Το κοινοβουλευτικό παράδοξο, που όμοιό του δεν έχει υπάρξει από τη μεταπολίτευση, ήταν ότι ενώ υπερψηφίστηκε η πρόταση του άρθρου 32 για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και με προσφυγή στον λαό, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισαν την αναθεώρηση του άρθρου 30 για εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό. Και εδώ ανακύπτει το πολιτικό πρόβλημα και η αντίφαση, για την οποία ακόμα και συνταγματολόγοι δεν έχουν ενιαία άποψη. Το σίγουρο είναι ότι από τη μια πλευρά, το άρθρο 30 παραμένει σε ισχύ ορίζοντας εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας μόνο από τη Βουλή και από την άλλη έχει ψηφιστεί και η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για το άρθρο 32 με προσφυγή στον λαό.


Η ΝΔ βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να αντεπιτεθεί στην κυβέρνηση με το επιχείρημα ότι η καταψήφιση της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για αναθεώρηση του άρθρου 30 συνιστά ήττα τεράστιου πολιτικού μεγέθους για την κυβέρνηση και μάλιστα έλεγαν ότι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ έκαψαν το σενάριο προσφυγής στον λαό.


Με μια δεύτερη ανάγνωση, όμως, του σκηνικού που έχει διαμορφωθεί από το βράδυ της Πέμπτης, η αξιωματική αντιπολίτευση είναι σε «κατάσταση συναγερμού», καθώς κεντρικά της στελέχη εκτιμούν ότι η καταψήφιση του άρθρου 30 από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ μόνο τυχαία δεν ήταν. Και λένε κατ' ιδίαν ότι πρόκειται για ένα ακόμα πολιτικό παιχνίδι του Πρωθυπουργού, με τελικό στόχο να μην αποσυνδεθεί τελικά η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τις πρόωρες εκλογές και μάλιστα λένε ότι είναι εντυπωσιακή αυτή η ξαφνική διαφοροποίηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.


Επίσης, κεντρικά στελέχη της ΝΔ, υποστηρίζουν ότι με αυτή την εξέλιξη, ο Τσίπρας, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης -καθώς μιλάνε για εκλογική νίκη του κόμματός τους - θα έχει διατηρήσει το πολιτικό δικαίωμα να προκαλέσει πρόωρες εκλογές, όπως έγινε και το 2015, με αφορμή την προεδρική εκλογή το 2020. Και εκτιμούν ότι η δεύτερη φάση του σχεδίου θα φανεί στην επόμενη ψηφοφορία του Μαρτίου, όπου δεν αποκλείουν να ακυρωθεί με ευρεία πλειοψηφία η αναθεώρηση του άρθρου 32.


Μύλος δημιουργήθηκε και με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 περί θρησκευτικής ουδετερότητας της Πολιτείας. Στην πρώτη καταμέτρηση έγινε λάθος και χρειάστηκε και πέμπτη καταμέτρηση ώστε να βγει… «λευκός καπνός».


Σε αυτές τις αιτιάσεις περί πολιτικής ήττας, στενοί συνεργάτες του Αλ. Τσίπρα έλεγαν, χθες, ότι οι προτάσεις της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ υπερψηφίστηκαν στο σύνολό τους, είτε από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών είτε ακόμα και από την αυξημένη πλειοψηφία περισσότερων από 180 βουλευτών. Μάλιστα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι υπερψηφίστηκαν με συντριπτική πλειοψηφία, που υπερβαίνει κατά πολύ τους 180 βουλευτές, οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής (άρθρο 32), για τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας (άρθρο 62), για τον περιορισμό των προνομιακών ρυθμίσεων περί ευθύνης υπουργών (άρθρο 86) και για τις ανεξάρτητες αρχές (άρθρο 101Α).


Για το πρωθυπουργικό επιτελείο, η διαδικασία στη Βουλή ανέδειξε τις βαθιές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που χωρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ από τη ΝΔ και σκιαγραφούν μια καθαρή κοινωνική και πολιτική αντίθεση στο δίπολο λαός - ελίτ. Επίσης, και αυτό είναι κεντρική επιλογή με βαθύτατο συμβολισμό, επιμένουν - εκτός από την υποστήριξή τους στο πρόσωπο του Προκόπη Παυλόπουλου για μια ακόμα θητεία στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα - ότι αποκαλύφθηκε και αντιθεσμικό παιχνίδι της ΝΔ με τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. «Η βούληση της ΝΔ είναι να μην προτείνει τον Προκόπη Παυλόπουλο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας το 2020» μεταδίδει το Μαξίμου και από την Πειραιώς διαψεύδουν τα όσα λέει η κυβέρνηση ότι έχει συμφωνήσει με τον Ευάγγελο Βενιζέλο ή ότι θα προτείνει τον Κώστα Σημίτη, ενώ και το Κίνημα Αλλαγής μίλησε για αθλιότητες.
"ΤΑ  ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 16-17/02/19
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ


Το ερώτημα γιατί η Ελλάδα βρέθηκε το 2009 εκτός αγορών, υποχρεωμένη να ζητήσει την ελεημοσύνη των απρόθυμων εταίρων της για να αποφύγει την τυπική χρεοκοπία, είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να έχει εύκολη, απλή ή μονοσήμαντη απάντηση. Μα στο ερώτημα, γιατί η Ελλάδα απέτυχε να διαχειριστεί τη δυστυχία της, η απάντηση δεν είναι διόλου περίπλοκη. Η Ελλάδα χρειάστηκε τριπλάσιο χρόνο και πολλαπλάσια προσπάθεια από ό,τι οι άλλες χώρες της ευρωζώνης, που πιάστηκαν στην ίδια παγίδα, για να επιτύχει πολύ φτωχότερα αποτελέσματα. Και υπέστη ασύγκριτα μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή (θυμίζω για παράδειγμα: η Ιρλανδία στα χρόνια του Μνημονίου της είχε ελαφρά αύξηση του ΑΕΠ, η Πορτογαλία μείωση 3,4%, η Ελλάδα έχασε το 25%) και πολλαπλάσιο πόνο. Γιατί; Επειδή το πολιτικό της σύστημα αποδείχθηκε ανίκανο να οργανώσει τις συναινέσεις που στις άλλες χώρες ήταν αυτονόητες.

Στη Λισαβόνα ή στο Δουβλίνο, τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα είχαν βρει τρόπο να συμφωνήσουν σε μέτρα για να αποφύγουν το κακό, πριν το κακό τους χτυπήσει την πόρτα. Και όταν πια η απρονοησία των ηγετών της Ευρώπης τους καταδίκασε και αυτούς σε Μνημόνια, οι πολιτικές τους ηγεσίες, όποιες διαφωνίες κι αν είχαν, δεν αντιπολιτεύθηκαν πάντως το αναπόφευκτο, δεν απέφυγαν την ευθύνη, ούτε φλερτάρισαν με εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας. Για να επιτύχουμε μιαν αντίστοιχη ωριμότητα, εμείς έπρεπε να περιμένουμε τον Ιούλιο του 2015 κι έπρεπε να βρεθούμε στην άκρη του γκρεμού.



Κλείνουν αυτές τις μέρες δέκα χρόνια από τότε που οι αγορές έστειλαν τις πρώτες προειδοποιήσεις για το κακό που ερχόταν, τιμολογώντας ακριβά τον «ελληνικό κίνδυνο». Ηταν μια δεκαετία επώδυνων ανατροπών. Κι ήταν, επίσης, δέκα χρόνια σκληρής δοκιμασίας των δημοκρατικών θεσμών. Οι θεσμοί άντεξαν, ευτυχώς. Μα όχι δίχως αβαρίες. Και τώρα που η αναθεώρηση του Συντάγματος δίνει την ευκαιρία, θα περίμενε κανείς να αποτιμηθεί αυτή η δοκιμασία και να αποτυπωθεί στη θεσμική συγκρότηση της Πολιτείας η πικρή σοφία των χρόνων της κρίσης.

Δεν ήταν, βέβαια, οι αδυναμίες ή τα ελαττώματα του Συντάγματος που οδήγησαν στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό ή που εμπόδισαν τις συναινέσεις. Μα όταν οι συνταγματικές προβλέψεις δοκιμάζονται σε ακραίες συνθήκες, φαβερώνονται καθαρά οι αδυναμίες, οι αστοχίες, οι ελλείψεις. Κανείς, για παράδειγμα, δεν είχε δοκιμάσει μέχρι το 2014, να αναποδογυρίσει μια διάταξη του Συντάγματος που καταρτίστηκε για να επιβάλει συναινέσεις (την απειλή διάλυσης μιας Βουλής που αποτυγχάνει να εκλέξει συναινετικά Πρόεδρο της Δημοκρατίας) και να τη χρησιμοποιήσει ως μέσο ανατροπής μιας κυβέρνησης. Θα είναι σημάδι υγείας αν η πλειοψηφία των βουλευτών και στην επόμενη ψηφοφορία συμφωνήσει στην αλλαγή του σχετικού άρθρου (χωρίς την τρελή ιδέα της εκλογής του Προέδρου από το εκλογικό σώμα). Κανείς, επίσης, δεν είχε φανταστεί πόση απαξίωση της Πολιτικής θα προκαλούσαν, σε συνθήκες κρίσης, οι διατάξεις για τη βουλευτική ασυλία και τη δίωξη υπουργών. Κι είναι καλό που κι αυτή η αυτονόητη αλλαγή, θα γίνει εν ομοφωνία, τουλάχιστον καταρχήν. Και μακάρι να γίνει σωστά: να αφαιρεθεί, δηλαδή, από τη Βουλή η αρμοδιότητα για την άσκηση δίωξης.



Αλλά μερικά από τα σημαντικότερα διδάγματα της δεκαετίας της κρίσης έμειναν, δυστυχώς, εκτός συζήτησης. Κι ας ήταν ώριμες οι αλλαγές. Ολοι, για παράδειγμα, είδαμε στην πράξη πόσο ατελής είναι η θεσμική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και πόσο αναγκαίο να αφαιρεθεί από την κυβέρνηση το προνόμιο επιλογής της ηγεσίας της. Ολοι είδαμε, επίσης, πόσο λάθος είναι να μετατρέπονται - και εξ αιτίας της έλειψης συνταγματικού δικαστηρίου - οι δικαστικές αίθουσες σε βήμα χάραξης δημοσιονομικής πολιτικής. Ολοι μετρήσαμε, στην πράξη, το αφόρητα μεγάλο κόστος για τη χώρα μιας δημοσιας διοίκησης με ανύπαρκτη ανεξαρτησία, κομματικά υποδουλωμένη και ταυτόχρονα απαλλαγμένη από στοχοθεσία, λογοδοσία και αξιολόγηση. Και είναι πραγματικά ακατανόητο, ύστερα από μια δεκαετία αιμορραγίας, όπου εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, με υψηλά μορφωτικά και επαγγελματικά προσόντα εγκατέλειψαν τη χώρα, να διατηρείται η απαγόρευση του άρθρου 16 - να εμποδίζεται δηλαδή η χώρα να αξιοποιήσει το λαμπρό ακαδημαϊκό δυναμικό της διασποράς της και να διεκδικήσει να εγγραφεί στον παγκόσμιο εκπαιδευτικό χάρτη ως πόλος έλξης. Ιδίως όταν το επιχειρεί επιτυχώς, δίπλα μας, η Κύπρος.

Μα το χειρότερο απ' όλα, στην ώς τώρα διαδικασία της αναθεώρησης, δεν είναι που ώριμες, αυτονόητες σχεδόν αλλαγές έμειναν εκτός συζήτησης. Είναι, προπάντων, που η διαδικασία μολύνθηκε βαριά από τακτικισμούς και φτηνά διαδικαστικά κόλπα, είναι που η συζήτηση για το Σύνταγμα υποτάχθηκε στην αγωνία των εκλογών που πλησιάζουν και των εκλογικών συσχετισμών που προεξοφλούνται. Σαν το πολιτικό μας σύστημα να χρειαζόταν να δώσει άλλη μιαν απόδειξη ότι δεν έχει αλλάξει τα βασικά του ένστικτα και δεν έχει γιατρευτεί από τη βασική του πάθηση. Είτε η χώρα απειλείται με χρεοκοπία, είτε η Βουλή καλείται να αλλάξει το Σύνταγμα, το ίδιο κάνει. Εκείνοι είναι αδύνατον να σηκώσουν τα μάτια πέρα από τον ρίζοντα των επόμενων εκλογών.

"ΤΑ  ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 16-17/02/19 

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ Χ. ΣΩΤΗΡΕΛΗ

Αυτό που παρακολουθήσαμε να διαδραματίζεται στην πρώτη από τις δύο προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές διαδικασίες για τη συνταγματική αναθεώρηση, δεν ήταν τίποτε άλλο από το χρονικό μιας προεξαγγελθείσας αποτυχίας. Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε με λάθος τρόπο, εξελίχθηκε σε λάθος κατεύθυνση και κατέληξε σε φτωχά αποτελέσματα, τα οποία πλέον ελάχιστες πιθανότητες έχουν να βελτιωθούν στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή. Ας δούμε όμως τα πράγματα συγκεκριμένα:




Α. Η εξαγγελία της αναθεώρησης έγινε μεν έγκαιρα από τον Πρωθυπουργό, με μια δέσμη συζητήσιμων πλην ενδιαφερουσών προτάσεων, αλλά στη συνέχεια, αντί να κατατεθούν στη Βουλή, ώστε να συγκροτηθεί η αρμόδια Επιτροπή Αναθεώρησης, παραπέμφθηκαν στις μακρόσυρτες και εν πολλοίς ανούσιες «διαδικασίες διαλόγου» μιας αμφιλεγόμενης κυβερνητικής Επιτροπής (της οποίας μάλιστα τα πορίσματα ελάχιστα - έως καθόλου - λήφθηκαν υπόψη). Με άλλα λόγια, επελέγη ο λάθος «διάλογος» και χάθηκε η ευκαιρία μιας χρονικά επαρκούς, γόνιμης και εποικοδομητικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τόσο το Διαδίκτυο (με ανοιχτή διαβούλευση) όσο και τη γνώμη φορέων και ειδικών επιστημόνων.

Το αποτέλεσμα ήταν το όλο εγχείρημα να ατονήσει, για μεγάλο διάστημα, και στη συνέχεια να εγκλωβισθεί χρονικά σε μια βεβιασμένη και πιεστική διαδικασία και εν τέλει να υποβαθμισθεί πολιτικά, παρά τις ομολογουμένως αξιέπαινες προσπάθειες του προέδρου της Επιτροπής Αναθεώρησης, Νίκου Παρασκευόπουλου, αλλά και του συνόλου σχεδόν των εισηγητών και των μελών της Επιτροπής.



Β. Και επί της ουσίας, όμως, οι επιλογές της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν ατυχέστατες. Μολονότι η τελική πρότασή της είναι εμφανώς μετριοπαθέστερη και άφηνε περιθώρια ευρύτερων συγκλίσεων, η επιζητούμενη από το Σύνταγμα συναίνεση υπονομεύθηκε ευθύς εξαρχής, λόγω της αξιωματικής και εν τέλει εκβιαστικής πρόταξης του ζητήματος της (άνευ ετέρου) δέσμευσης των αποφάσεων της επόμενης Βουλής από τη σημερινή.

Το ζήτημα αυτό από θεωρητική άποψη είναι πολύ ενδιαφέρον (όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στον πλούσιο επιστημονικό διάλογο που έχει αναπτυχθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» Constitutionalism.gr). Ωστόσο, ο πολιτικός χειρισμός του ήταν κάκιστος. Αντί να αναζητηθούν ευρύτατες συγκλίσεις για όσο το δυνατόν περισσότερες διατάξεις και να επιδιωχθεί στη συνέχεια μια πολιτική συμφωνία «κυρίων» ως προς το ότι η κατεύθυνσή τους θα γίνει σεβαστή από την επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή - ώστε να μην επαναληφθεί το κάκιστο προηγούμενο του κοινοβουλευτικού ασυμβιβάστου στην αναθεώρηση του 2001 - υιοθετήθηκε η ακόλουθη ακατανόητη πολιτική τακτική: να διατρανωθεί σε όλους τους τόνους - με την επίκληση, απλώς, μιας καταρχήν ερμηνευτικής προσέγγισης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ 11/2003)- ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα δεσμεύσει ούτως ή άλλως, με την κυβερνητική πλειοψηφία του, την επόμενη Βουλή ως προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης, την οποία, μάλιστα, θα επιβάλει και διά της δικαστικής οδού. Και τούτο παρότι γνωρίζει πρώτον ότι τέτοια κορυφαία πολιτειακά ζητήματα δεν νοείται να επιλύονται από τα δικαστήρια και δεύτερον ότι, σε κάθε περίπτωση, η άποψη που προβάλλει είναι μειοψηφική στην επιστήμη, δεν ίσχυσε έως τώρα στην κοινοβουλευτική πρακτική και σε κάθε περίπτωση μπορεί να οδηγήσει στο νομικοπολιτικό παράδοξο μια απόφαση μόλις 151 βουλευτών της πρώτης Βουλής να δεσμεύουν τους 180 και πάνω της επόμενης, που έχουν μάλιστα και πρόσφατη δημοκρατική νομιμοποίηση.



Γ. Από την άλλη, βέβαια, ούτε και η αξιωματική αντιπολίτευση διακρίθηκε για τη εποικοδομητική στάση της. Αρχικά αντέδρασε υποκριτικά για την καθυστερημένη υποβολή της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ - ενώ είχε κάνει ακριβώς το ίδιο λίγο πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015… - και στη συνέχεια οχυρώθηκε πίσω από μια άκρως προβληματική άποψη: να ψηφισθούν όλες οι προτάσεις με αυξημένη πλειοψηφία (τουλάχιστον 180) και την τελική απόφαση να τη λάβει η επόμενη Βουλή, με απλή κυβερνητική πλειοψηφία (151). Ενα είδος πολιτικού «πάρτα όλα», δηλαδή, από το οποίο ελλείπει εμφανώς η θεσμική σοβαρότητα…

Στην Επιτροπή, πάντως, η ΝΔ αρχικά κράτησε τα προσχήματα, αλλά οι χειρισμοί του ΣΥΡΙΖΑ της έδωσαν απλόχερα το άλλοθι που αναζητούσε για να περιχαρακωθεί και πάλι στην αρχική στείρα αντιμετώπιση.



Δ. Απόρροια αυτών των μικροπολιτικών τακτικών ήταν να κυριαρχήσει ένα κλίμα έντονης πολιτικής καχυποψίας, με εκατέρωθεν απόδοση ευθυνών, που επέτρεψε τελικά σε ελάχιστες διατάξεις να τύχουν ευρύτερης συναίνεσης.

Οι διατάξεις βέβαια αυτές δεν είναι αδιάφορες, ιδίως σε ό,τι αφορά την απεμπλοκή της εκλογής του Προέδρου από τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών (άρθρο 32) - στην οποία αυτοπαγιδεύθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ -, τον περιορισμό των ασυλιών υπουργών και βουλευτών (άρθρα 62 και 86), τη δυνατότητα σύστασης εξεταστικών επιτροπών και από τη μειοψηφία (άρθρο 68), την εκλογή αριθμού βουλευτών από τους Ελληνες της διασποράς (άρθρο 54) και την εκλογή των Ανεξάρτητων Αρχών με μικρότερη πλειοψηφία (άρθρο 101Α).

Ωστόσο, χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να επιτευχθεί συνεννόηση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, και για άλλες σημαντικές αλλαγές, που θα εμπλούτιζαν ουσιαστικά το αναθεωρητικό εγχείρημα. Ενδεικτικά αναφέρω, εν πρώτοις, τη διαφαινόμενη απόρριψη, στην επόμενη Βουλή, σημαντικών προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίχθηκαν μόνο - ή κατά βάσιν - από την κυβερνητική πλειοψηφία (θρησκευτική ουδετερότητα και πρόσθετες εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας σε σχέση με την επικρατούσα θρησκεία, μορφές άμεσης λαϊκής συμμετοχής, θεσμική θωράκιση των κοινωνικών και των εργασιακών δικαιωμάτων, ρύθμιση για τη συνταγματική κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος στις βουλευτικές - και μόνον - εκλογές), παρότι θα μπορούσαν, με σημαντικές πάντως τροποποιήσεις, να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση του Συντάγματός μας. Επίσης, θεωρώ ότι κακώς δεν κρίθηκαν αναθεωρητέες, με 151 έστω ψήφους, ενδιαφέρουσες προτάσεις της ΝΔ (ιδίως για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την καλύτερη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, τις εγγυήσεις του δημοψηφίσματος, τη διαφορετική ανάδειξη της ηγεσίας της δικαιοσύνης και την αλλαγή της ίδιας της διαδικασίας αναθεώρησης), που θα μπορούσαν κατά την άποψή μου να γίνουν αποδεκτές, υπό τον όρο της προσθήκης συγκεκριμένων αυστηρών προϋποθέσεων (ιδίως ως προς τα πανεπιστήμια, ώστε να είναι απαρεγκλίτως μη κερδοσκοπικά).



Ε. Κλείνω με μια πρόσθετη επισήμανση, που τη θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική:

Οπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε προηγούμενο άρθρο, στις τελικές προτάσεις των δύο μεγαλύτερων κομμάτων θα μπορούσαν να περιληφθούν και αρκετές άλλες χρήσιμες προτάσεις. Θα σταθώ όμως ιδιαίτερα σε μία:

Γιατί δεν υιοθέτησαν καμία τροποποίηση που θα μπορούσε να παράσχει πρόσθετη θωράκιση της Δημοκρατίας μας απέναντι στον ανεχόμενο κίνδυνο του ολοκληρωτισμού; Μήπως τελικά οι πομπώδεις διακηρύξεις τους κατά της Χρυσής Αυγής είναι για το θεαθήναι ενώ στην πραγματικότητα δεν τολμούν, το καθένα για τις δικές του μικροπολιτικές σκοπιμότητες, να λάβουν τις δέουσες αποφάσεις;

  • Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου