Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Η ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΛΤΗΜΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΟΙ ΣΥΡΙΖΑΙΟΙ...- ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΕΡΝΤΟΓΑΝ...

Από τα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ"

"ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 16/12/17
Ας τολμήσει να μας δείξει τη ΝΔ του μέλλοντος μας...

Της Ζέζας Ζήκου
«Κοιτάζω και στα αριστερά μου και στα δεξιά μου...». Δεν ήταν τυ­χαία αυτή η αποστροφή του λό­γου του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου. Συνοδεύτηκε, εξάλλου, από το σαφές άνοιγμα προς το Κέντρο -και όχι μόνο-, καθώς επανέλαβε ότι δεν τον ενδιαφέρει τι ψήφισαν οι πολί­τες στις προηγούμενες εκλογές και ότι το κάλεσμα του «σπάει τα όρια και τα τείχη της Κεντροδε­ξιάς». Η ιδεολογική αβεβαιότη­τα του κ. Μητσοτάκη εύχομαι να έχει διαλυθεί στο σημερινό Συ­νέδριο της Νέας Δημοκρατίας. Προφανώς όλοι αυτοί που τον περιστοιχίζουν είναι από ανε­παρκείς έως ακατάλληλοι. Η ιδε­ολογική και η πολιτική ηγεμο­νία δεν κατακτώνται μόνο με τις ελαφρύνσεις φόρων ή τον κραυ­γαλέο αντισυριζαϊσμό, κ. Μη­τσοτάκη... Αραγε η χώρα για την επιβίωση της χρειάζεται περισ­σότερο τη Δεξιά ή την Κεντροδε­ξιά; Το Κέντρο ή το έκκεντρο; Ας αποφασίσει τελικά να μας δεί­ξει ο κ. Μητσοτάκης τη Ν.Δ. του μέλλοντος μας, δηλαδή την Ελλά­δα του μέλλοντος τους.

Ενώ τα βλαχαντερά του νεοφι­λελευθερισμού, που έχουν αγκα­λιάσει σφικτά τον κ. Μητσοτάκη, τον πιέζουν να επιμείνει -και να εμβαθύνει- στη γραμμή αντιπα­ράθεσης με τον λαϊκισμό. Ομως, όταν θα έρθει η ώρα της αναμέ­τρησης στην Ελλάδα, ο αντίπα­λος του Μητσοτάκη θα είναι η μακροβιότερη μνημονιακή κυ­βέρνηση της Αριστεράς. Αυτό καθιστά μεν τον ελληνικό λαϊκι­σμό περισσότερο ευάλωτο - ήδη φθαρμένο και εξασθενημένο από το βάρος της διάψευσης του. Τον καθιστά, όμως, και περισσότερο ευέλικτο. Οχι μόνο επειδή έχει προλάβει να αναπτύξει εξουσια­στικό πλεονέκτημα - με διοικη­τικά, μιντιακά και παραθεσμικά ερείσματα. Αλλά επειδή έχει ταυ­τόχρονα καλλιεργήσει έναν πο­λιτικό χαμαιλεοντισμό, που του επιτρέπει να εμφανίζεται πότε αντιευρωπαϊκός και πότε «ανοι-χτόμυαλος» απέναντι στη Μέρκελ, πότε σοσιαλίζων και πότε θι­ασώτης των επενδύσεων.

Ωστόσο,· πιο ανησυχητική είναι η κοινωνική/φιλοσοφική σύγ­χυση του κ. Μητσοτάκη. 
Εντο­πίζεται σε αυτό που είπε στη Θεσσαλονίκη, που, ενώ νόμι­ζε ότι ακούγεται πραγματιστι­κό, αντίθετα ήταν ωμά κυνικό. Είπε: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επι­χείρησαν καταστρατήγησαν τελι­κά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Πράγμα­τι η πολιτική είναι η τέχνη που υπόσχεται τη μερική έστω άρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το πρώτο όνομα της δημοκρατίας άλλωστε είναι «ισονομία». Αυτή η,επιμονή στην ισότητα, που μοιράζεται σε τέσσερις έννοιες, καθεμιά με πρώτο συνθετικό το «ίσος», είναι ο στόχος που αξίζει στις ανθρώπινες κοινότητες: ισο­ψηφία, ισηγορία, ισοτέλεια και ισοτιμία. Να ψηφίζουν όλοι και η ψήφος τους να έχει την ίδια αξία (και πόσοι «αριστοκράτες του πνεύματος» δεν χλευάζουν σαν ανόητη τη λαϊκή ψήφο, επιθυμώ­ντας την εξάλειψη ακόμα και αυ­τής της ισότητας)· να είναι ο λό­γος τους εξίσου ελεύθερος και να παρουσιάζεται στην ίδια έκταση (να, όπως γίνεται στην ελληνι­κή τηλεόραση)· να επωμίζονται όλοι τα ίδια βάρη, αλλά να απο­λαμβάνουν και τα ίδια προνόμια. Αν αυτά ακούγονται αρχαία και αφελή, και οι σύγχρονες δημο­κρατίες ανάλογους στόχους θέ­τουν, έστω στα Συντάγματα τους: πολιτική ισότητα (ή ισοπολιτεία), νομική ισότητα και ισότητα ευ­καιριών, όχι μόνο για οικονομική επιτυχία, αλλά και για εκπαίδευ­ση και υγειονομική περίθαλψη. Ας υποθέσουμε ότι ο κ. Μητσο­τάκης δεν πιστεύει ότι ακόμα κι αυτά «είναι αντίθετα στην αν­θρώπινη φύση».

Απέναντι στην Τουρκία, με ψευδαισθήσεις

Του Κ.Ι.Αγγελόπουλου

Η αυλαία του δράματος της οξεί­ας οικονομικής κρίσης, το 2010, άνοιξε με την Ελλάδα να βρί­σκεται σε ένα στρατηγικό περι­βάλλον διόλου ευνοϊκό για τη χώρα μας. Η θέση της στην Ευ­ρώπη ήταν οικονομικά τόσο δει­νή, ώστε να συζητείται ακόμα και η περίπτωση «εξόδου» της από την ευρωζώνη, με τις ΗΠΑ να ασχολούνται με σχέδια «αλ­λαγών» στην Εγγύς Ανατολή, με τον ρόλο της Τουρκίας ακό­μη περίπλοκα ασταθή και με το ισλαμικό κίνημα να δυναμώνει. Στα δε Βαλκάνια η «γεωστρατηγική μεταμόρφωση» τους παρέ­μενε σε εξέλιξη. Η Αθήνα, με το ενδιαφέρον της συγκεντρωμέ­νο στη διαχείριση των «μνημο­νίων», δεν έδωσε βάρος σε μια σημαντική πτυχή του δράματος: Στο ότι, με τη δρομολόγηση μιας διαδικασίας χρεοκοπίας, η Ελλά­δα προσφερόταν ως ένας στρατηγικός στόχος σε «ενδιαφερό­μενες» ισχυρές ξένες δυνάμεις. Τελικώς, στην Ανατολική Μεσό­γειο η Ελλάδα, μετέχοντας στη στρατηγική των ΗΠΑ, μπήκε στην Τετραμερή Συμμαχία με Ισ­ραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο, ευθυ­γραμμίστηκε με τη στρατηγική της Ουάσινγκτον και του NATO στα Βαλκάνια, όπου κτίζεται το αντιρωσικό «τείχος», αλλά συνέ­χισε να μην «παρακολουθεί» την Τουρκία.

Ομως, ο τομέας των σχέσεων Ελλάδας-Αγκυρας δεν μπορεί να μπαίνει σε έναν «τυφλοσούρ­τη» των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Απαιτούσε μια αυτοτελή, καλά σχεδιασμένη πολιτική των ελληνικών κυβερ­νήσεων απέναντι στην Τουρκία. Αυτό δεν έγινε. Η Αθήνα έμεινε στη γενικότητα για «στήριξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκί­ας στην Ε.Ε.» (μια ένταξη στην οποία προ πολλού ουδείς πι­στεύει στις Βρυξέλλες και στην Αγκυρα) και, παραλλήλως, συνέχισε τη «ρουτίνα» μιας άγονης, χωρίς πολιτική φαντασία στρα­τηγικής «κατευνασμού» προς την Τουρκία για «ροκάνισμα» χρόνου.

Η παράθεση των βασικών στοι­χείων της τουρκικής πολιτικής προς την Ελλάδα έγινε προ ημε­ρών «ξερά» από τον Ταγίπ Ερντογάν. Διπλωματική ταραχή, αλλά τίποτε το νέο επί της ου­σίας.

Η ιστορία είναι παλιά. Τον Νοέμ­βριο 1999, ο Θ. Πάγκαλος, πρώ­ην ΥΠΕΞ του Κ. Σημίτη, ήδη με πικρή πείρα από ελληνοτουρκι­κά, έλεγε (στον «Ελεύθερο Τύπο», στην Αγγελική Σπανού) ότι η Τουρκία «ουδέποτε επιθυμού­σε την επίλυση των διαφορών, αλλά θέλει τον πολλαπλασια­σμό τους». Και υποστήριξε ότι «η επίδειξη καλής θέλησης απέ­ναντι στην Αγκυρα δημιουργεί ψευδαισθήσεις, αφοπλίζει  ιδε­ολογικά τον ελληνικό λαό και ενθαρρύνει την επιθετικότητα της τουρκικής στρατοκρατίας». Πρόσθετε, δε, ότι στην Τουρκία το κατεστημένο είναι «εκ γενε­τής και εκ φύσεως ανίκανο να αυτομεταρρυθμιστεί» και ότι «το μόνο σοβαρό λαϊκό κίνημα είναι το ισλαμικό, που, αν κάποτε επι­κρατήσει, ασφαλώς δεν θα στρέ­ψει την Τουρκία προς την Ευρώ­πη».

Μία δεκαετία αργότερα, το 2010, η «αστάθεια» που δημιουργούσε η χρηματοπιστωτική κατάσταση της χώρας προκαλούσε τις  προβλέψεις διεθνολόγων, όπως του καθηγητή του Χάουαρντ της Ουάσινγκτον Ν.Α. Σταύρου, για «ξένη επιτήρηση απεριόριστου χρόνου». Ηταν η περίοδος κατά την οποίαν η Ελλάδα αποτελού­σε «πρόβλημα» και «ανωμαλία» στην Ε.Ε. και στον ευρύτερο γε­ωπολιτικό χώρο της για τους αρ­χιτέκτονες του «νέου» παγκόσμι­ου συστήματος, που έφτιαχναν μετά το 1991 οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ. Ηταν τα χρόνια που ο τουρκικός «νεο-οθωμανισμός» γοήτευε στρατηγικούς αναλυτές στις ΗΠΑ, στη Rand Corporation και στο Yale, που ευνοούσαν την καταστροφή του κεμαλισμού και τη συγχώνευση εθνικισμού και Ισλάμ σε ένα νέο κράμα, που θα αναστήλωνε, έλεγαν, την τουρ-κοαραβική φιλία, προς όφελος της Δύσης...

Σήμερα, μέσα από δραματικές εξελίξεις, η Τουρκία του ισλαμι­στή Ταγίπ Ερντογάν επαναπροσ­διορίζεται μεταξύ Ευρώπης και Εγγύς Ανατολής. Δυστυχώς, η Αθήνα παραμένει έναντι της Αγκυρας σε μια παλιομοδίτικη διπλωματία χωρίς διέξοδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου