Από τα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ"
![]() |
| "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 16/12/17 |
Της Ζέζας Ζήκου
«Κοιτάζω και στα αριστερά μου και στα δεξιά μου...». Δεν ήταν τυχαία αυτή η αποστροφή του λόγου του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου. Συνοδεύτηκε, εξάλλου, από το σαφές άνοιγμα προς το Κέντρο -και όχι μόνο-, καθώς επανέλαβε ότι δεν τον ενδιαφέρει τι ψήφισαν οι πολίτες στις προηγούμενες εκλογές και ότι το κάλεσμα του «σπάει τα όρια και τα τείχη της Κεντροδεξιάς». Η ιδεολογική αβεβαιότητα του κ. Μητσοτάκη εύχομαι να έχει διαλυθεί στο σημερινό Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας. Προφανώς όλοι αυτοί που τον περιστοιχίζουν είναι από ανεπαρκείς έως ακατάλληλοι. Η ιδεολογική και η πολιτική ηγεμονία δεν κατακτώνται μόνο με τις ελαφρύνσεις φόρων ή τον κραυγαλέο αντισυριζαϊσμό, κ. Μητσοτάκη... Αραγε η χώρα για την επιβίωση της χρειάζεται περισσότερο τη Δεξιά ή την Κεντροδεξιά; Το Κέντρο ή το έκκεντρο; Ας αποφασίσει τελικά να μας δείξει ο κ. Μητσοτάκης τη Ν.Δ. του μέλλοντος μας, δηλαδή την Ελλάδα του μέλλοντος τους.
Ενώ τα βλαχαντερά του νεοφιλελευθερισμού, που έχουν αγκαλιάσει σφικτά τον κ. Μητσοτάκη, τον πιέζουν να επιμείνει -και να εμβαθύνει- στη γραμμή αντιπαράθεσης με τον λαϊκισμό. Ομως, όταν θα έρθει η ώρα της αναμέτρησης στην Ελλάδα, ο αντίπαλος του Μητσοτάκη θα είναι η μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση της Αριστεράς. Αυτό καθιστά μεν τον ελληνικό λαϊκισμό περισσότερο ευάλωτο - ήδη φθαρμένο και εξασθενημένο από το βάρος της διάψευσης του. Τον καθιστά, όμως, και περισσότερο ευέλικτο. Οχι μόνο επειδή έχει προλάβει να αναπτύξει εξουσιαστικό πλεονέκτημα - με διοικητικά, μιντιακά και παραθεσμικά ερείσματα. Αλλά επειδή έχει ταυτόχρονα καλλιεργήσει έναν πολιτικό χαμαιλεοντισμό, που του επιτρέπει να εμφανίζεται πότε αντιευρωπαϊκός και πότε «ανοι-χτόμυαλος» απέναντι στη Μέρκελ, πότε σοσιαλίζων και πότε θιασώτης των επενδύσεων.
Ωστόσο,· πιο ανησυχητική είναι η κοινωνική/φιλοσοφική σύγχυση του κ. Μητσοτάκη.
Εντοπίζεται σε αυτό που είπε στη Θεσσαλονίκη, που, ενώ νόμιζε ότι ακούγεται πραγματιστικό, αντίθετα ήταν ωμά κυνικό. Είπε: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Πράγματι η πολιτική είναι η τέχνη που υπόσχεται τη μερική έστω άρση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το πρώτο όνομα της δημοκρατίας άλλωστε είναι «ισονομία». Αυτή η,επιμονή στην ισότητα, που μοιράζεται σε τέσσερις έννοιες, καθεμιά με πρώτο συνθετικό το «ίσος», είναι ο στόχος που αξίζει στις ανθρώπινες κοινότητες: ισοψηφία, ισηγορία, ισοτέλεια και ισοτιμία. Να ψηφίζουν όλοι και η ψήφος τους να έχει την ίδια αξία (και πόσοι «αριστοκράτες του πνεύματος» δεν χλευάζουν σαν ανόητη τη λαϊκή ψήφο, επιθυμώντας την εξάλειψη ακόμα και αυτής της ισότητας)· να είναι ο λόγος τους εξίσου ελεύθερος και να παρουσιάζεται στην ίδια έκταση (να, όπως γίνεται στην ελληνική τηλεόραση)· να επωμίζονται όλοι τα ίδια βάρη, αλλά να απολαμβάνουν και τα ίδια προνόμια. Αν αυτά ακούγονται αρχαία και αφελή, και οι σύγχρονες δημοκρατίες ανάλογους στόχους θέτουν, έστω στα Συντάγματα τους: πολιτική ισότητα (ή ισοπολιτεία), νομική ισότητα και ισότητα ευκαιριών, όχι μόνο για οικονομική επιτυχία, αλλά και για εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη. Ας υποθέσουμε ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν πιστεύει ότι ακόμα κι αυτά «είναι αντίθετα στην ανθρώπινη φύση».
Απέναντι στην Τουρκία, με ψευδαισθήσεις
Του Κ.Ι.Αγγελόπουλου
Η αυλαία του δράματος της οξείας οικονομικής κρίσης, το 2010, άνοιξε με την Ελλάδα να βρίσκεται σε ένα στρατηγικό περιβάλλον διόλου ευνοϊκό για τη χώρα μας. Η θέση της στην Ευρώπη ήταν οικονομικά τόσο δεινή, ώστε να συζητείται ακόμα και η περίπτωση «εξόδου» της από την ευρωζώνη, με τις ΗΠΑ να ασχολούνται με σχέδια «αλλαγών» στην Εγγύς Ανατολή, με τον ρόλο της Τουρκίας ακόμη περίπλοκα ασταθή και με το ισλαμικό κίνημα να δυναμώνει. Στα δε Βαλκάνια η «γεωστρατηγική μεταμόρφωση» τους παρέμενε σε εξέλιξη. Η Αθήνα, με το ενδιαφέρον της συγκεντρωμένο στη διαχείριση των «μνημονίων», δεν έδωσε βάρος σε μια σημαντική πτυχή του δράματος: Στο ότι, με τη δρομολόγηση μιας διαδικασίας χρεοκοπίας, η Ελλάδα προσφερόταν ως ένας στρατηγικός στόχος σε «ενδιαφερόμενες» ισχυρές ξένες δυνάμεις. Τελικώς, στην Ανατολική Μεσόγειο η Ελλάδα, μετέχοντας στη στρατηγική των ΗΠΑ, μπήκε στην Τετραμερή Συμμαχία με Ισραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο, ευθυγραμμίστηκε με τη στρατηγική της Ουάσινγκτον και του NATO στα Βαλκάνια, όπου κτίζεται το αντιρωσικό «τείχος», αλλά συνέχισε να μην «παρακολουθεί» την Τουρκία.
Ομως, ο τομέας των σχέσεων Ελλάδας-Αγκυρας δεν μπορεί να μπαίνει σε έναν «τυφλοσούρτη» των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Απαιτούσε μια αυτοτελή, καλά σχεδιασμένη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στην Τουρκία. Αυτό δεν έγινε. Η Αθήνα έμεινε στη γενικότητα για «στήριξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ε.Ε.» (μια ένταξη στην οποία προ πολλού ουδείς πιστεύει στις Βρυξέλλες και στην Αγκυρα) και, παραλλήλως, συνέχισε τη «ρουτίνα» μιας άγονης, χωρίς πολιτική φαντασία στρατηγικής «κατευνασμού» προς την Τουρκία για «ροκάνισμα» χρόνου.
Η παράθεση των βασικών στοιχείων της τουρκικής πολιτικής προς την Ελλάδα έγινε προ ημερών «ξερά» από τον Ταγίπ Ερντογάν. Διπλωματική ταραχή, αλλά τίποτε το νέο επί της ουσίας.
Η ιστορία είναι παλιά. Τον Νοέμβριο 1999, ο Θ. Πάγκαλος, πρώην ΥΠΕΞ του Κ. Σημίτη, ήδη με πικρή πείρα από ελληνοτουρκικά, έλεγε (στον «Ελεύθερο Τύπο», στην Αγγελική Σπανού) ότι η Τουρκία «ουδέποτε επιθυμούσε την επίλυση των διαφορών, αλλά θέλει τον πολλαπλασιασμό τους». Και υποστήριξε ότι «η επίδειξη καλής θέλησης απέναντι στην Αγκυρα δημιουργεί ψευδαισθήσεις, αφοπλίζει ιδεολογικά τον ελληνικό λαό και ενθαρρύνει την επιθετικότητα της τουρκικής στρατοκρατίας». Πρόσθετε, δε, ότι στην Τουρκία το κατεστημένο είναι «εκ γενετής και εκ φύσεως ανίκανο να αυτομεταρρυθμιστεί» και ότι «το μόνο σοβαρό λαϊκό κίνημα είναι το ισλαμικό, που, αν κάποτε επικρατήσει, ασφαλώς δεν θα στρέψει την Τουρκία προς την Ευρώπη».
Μία δεκαετία αργότερα, το 2010, η «αστάθεια» που δημιουργούσε η χρηματοπιστωτική κατάσταση της χώρας προκαλούσε τις προβλέψεις διεθνολόγων, όπως του καθηγητή του Χάουαρντ της Ουάσινγκτον Ν.Α. Σταύρου, για «ξένη επιτήρηση απεριόριστου χρόνου». Ηταν η περίοδος κατά την οποίαν η Ελλάδα αποτελούσε «πρόβλημα» και «ανωμαλία» στην Ε.Ε. και στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο της για τους αρχιτέκτονες του «νέου» παγκόσμιου συστήματος, που έφτιαχναν μετά το 1991 οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ. Ηταν τα χρόνια που ο τουρκικός «νεο-οθωμανισμός» γοήτευε στρατηγικούς αναλυτές στις ΗΠΑ, στη Rand Corporation και στο Yale, που ευνοούσαν την καταστροφή του κεμαλισμού και τη συγχώνευση εθνικισμού και Ισλάμ σε ένα νέο κράμα, που θα αναστήλωνε, έλεγαν, την τουρ-κοαραβική φιλία, προς όφελος της Δύσης...
Σήμερα, μέσα από δραματικές εξελίξεις, η Τουρκία του ισλαμιστή Ταγίπ Ερντογάν επαναπροσδιορίζεται μεταξύ Ευρώπης και Εγγύς Ανατολής. Δυστυχώς, η Αθήνα παραμένει έναντι της Αγκυρας σε μια παλιομοδίτικη διπλωματία χωρίς διέξοδο.
Απέναντι στην Τουρκία, με ψευδαισθήσεις
Του Κ.Ι.Αγγελόπουλου
Η αυλαία του δράματος της οξείας οικονομικής κρίσης, το 2010, άνοιξε με την Ελλάδα να βρίσκεται σε ένα στρατηγικό περιβάλλον διόλου ευνοϊκό για τη χώρα μας. Η θέση της στην Ευρώπη ήταν οικονομικά τόσο δεινή, ώστε να συζητείται ακόμα και η περίπτωση «εξόδου» της από την ευρωζώνη, με τις ΗΠΑ να ασχολούνται με σχέδια «αλλαγών» στην Εγγύς Ανατολή, με τον ρόλο της Τουρκίας ακόμη περίπλοκα ασταθή και με το ισλαμικό κίνημα να δυναμώνει. Στα δε Βαλκάνια η «γεωστρατηγική μεταμόρφωση» τους παρέμενε σε εξέλιξη. Η Αθήνα, με το ενδιαφέρον της συγκεντρωμένο στη διαχείριση των «μνημονίων», δεν έδωσε βάρος σε μια σημαντική πτυχή του δράματος: Στο ότι, με τη δρομολόγηση μιας διαδικασίας χρεοκοπίας, η Ελλάδα προσφερόταν ως ένας στρατηγικός στόχος σε «ενδιαφερόμενες» ισχυρές ξένες δυνάμεις. Τελικώς, στην Ανατολική Μεσόγειο η Ελλάδα, μετέχοντας στη στρατηγική των ΗΠΑ, μπήκε στην Τετραμερή Συμμαχία με Ισραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο, ευθυγραμμίστηκε με τη στρατηγική της Ουάσινγκτον και του NATO στα Βαλκάνια, όπου κτίζεται το αντιρωσικό «τείχος», αλλά συνέχισε να μην «παρακολουθεί» την Τουρκία.
Ομως, ο τομέας των σχέσεων Ελλάδας-Αγκυρας δεν μπορεί να μπαίνει σε έναν «τυφλοσούρτη» των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ. Απαιτούσε μια αυτοτελή, καλά σχεδιασμένη πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στην Τουρκία. Αυτό δεν έγινε. Η Αθήνα έμεινε στη γενικότητα για «στήριξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ε.Ε.» (μια ένταξη στην οποία προ πολλού ουδείς πιστεύει στις Βρυξέλλες και στην Αγκυρα) και, παραλλήλως, συνέχισε τη «ρουτίνα» μιας άγονης, χωρίς πολιτική φαντασία στρατηγικής «κατευνασμού» προς την Τουρκία για «ροκάνισμα» χρόνου.
Η παράθεση των βασικών στοιχείων της τουρκικής πολιτικής προς την Ελλάδα έγινε προ ημερών «ξερά» από τον Ταγίπ Ερντογάν. Διπλωματική ταραχή, αλλά τίποτε το νέο επί της ουσίας.
Η ιστορία είναι παλιά. Τον Νοέμβριο 1999, ο Θ. Πάγκαλος, πρώην ΥΠΕΞ του Κ. Σημίτη, ήδη με πικρή πείρα από ελληνοτουρκικά, έλεγε (στον «Ελεύθερο Τύπο», στην Αγγελική Σπανού) ότι η Τουρκία «ουδέποτε επιθυμούσε την επίλυση των διαφορών, αλλά θέλει τον πολλαπλασιασμό τους». Και υποστήριξε ότι «η επίδειξη καλής θέλησης απέναντι στην Αγκυρα δημιουργεί ψευδαισθήσεις, αφοπλίζει ιδεολογικά τον ελληνικό λαό και ενθαρρύνει την επιθετικότητα της τουρκικής στρατοκρατίας». Πρόσθετε, δε, ότι στην Τουρκία το κατεστημένο είναι «εκ γενετής και εκ φύσεως ανίκανο να αυτομεταρρυθμιστεί» και ότι «το μόνο σοβαρό λαϊκό κίνημα είναι το ισλαμικό, που, αν κάποτε επικρατήσει, ασφαλώς δεν θα στρέψει την Τουρκία προς την Ευρώπη».
Μία δεκαετία αργότερα, το 2010, η «αστάθεια» που δημιουργούσε η χρηματοπιστωτική κατάσταση της χώρας προκαλούσε τις προβλέψεις διεθνολόγων, όπως του καθηγητή του Χάουαρντ της Ουάσινγκτον Ν.Α. Σταύρου, για «ξένη επιτήρηση απεριόριστου χρόνου». Ηταν η περίοδος κατά την οποίαν η Ελλάδα αποτελούσε «πρόβλημα» και «ανωμαλία» στην Ε.Ε. και στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο της για τους αρχιτέκτονες του «νέου» παγκόσμιου συστήματος, που έφτιαχναν μετά το 1991 οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ. Ηταν τα χρόνια που ο τουρκικός «νεο-οθωμανισμός» γοήτευε στρατηγικούς αναλυτές στις ΗΠΑ, στη Rand Corporation και στο Yale, που ευνοούσαν την καταστροφή του κεμαλισμού και τη συγχώνευση εθνικισμού και Ισλάμ σε ένα νέο κράμα, που θα αναστήλωνε, έλεγαν, την τουρ-κοαραβική φιλία, προς όφελος της Δύσης...
Σήμερα, μέσα από δραματικές εξελίξεις, η Τουρκία του ισλαμιστή Ταγίπ Ερντογάν επαναπροσδιορίζεται μεταξύ Ευρώπης και Εγγύς Ανατολής. Δυστυχώς, η Αθήνα παραμένει έναντι της Αγκυρας σε μια παλιομοδίτικη διπλωματία χωρίς διέξοδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου