Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Η ΨΗΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΛΠΕΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ-ΜΙΚΡΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΪΟΥΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΦΘΟΡΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ...- Η ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΩΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΑΦΥΓΕΙ...

Δύο κείμενα παρέμβασης, από 
"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 18-19/11/17
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ 

Η συμμετοχή 211.000 πολιτών στις εκλογές της περασμένης Κυριακής ήταν ένα σημάδι πως τα ζωτικά όργανα της δημοκρατίας, παρά τις βλάβες, λειτουργούν ακόμη. Οποιος κι αν ήταν ο λόγος που έφερε τους ανθρώπους στα εκλογικά τμήματα, η συμμετοχή τους, σε μια εποχή παρακμής της δημόσιας σφαίρας, εποχή αποκαρδιωμένης ιδιώτευσης και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική, ήταν μια ευχάριστη διάψευση της ενδημικής απαισιοδοξίας.
Ηταν, φυσικά, ένας καλός οιωνός και για το, εύθραυστο ακόμη, πολιτικό εγχείρημα του νέου φορέα. Κάποιοι θυμήθηκαν ότι τον Μάρτιο του 2012, στην αντίστοιχη διαδικασία του ΠΑΣΟΚ, με υποψήφιο τον Ευάγγελο Βενιζέλο, είχαν συμμετάσχει λίγο περισσότεροι (230.000). Αλλά είναι άλλο οι 200.000 κατεβαίνοντας από τις 750.000 (του 2007) κι άλλο οι 200.000 ανεβαίνοντας από τις 50.000 (του 2015). Κι έπειτα, το 2012, δύο μήνες μετά την εσωκομματική κάλπη, το ΠΑΣΟΚ είχε πάρει στις εκλογές 800.000 ψήφους και 13%. Επιβεβαιώνοντας έναν άτυπο, εμπειρικό κανόνα των τελευταίων χρόνων που θέλει η αναλογία της συμμετοχής στην εσωκομματική κάλπη προς τα εκλογικά ποσοστά του κόμματος να είναι περίπου 1 προς 4.
Οι προηγούμενες αποδόσεις δεν εξασφαλίζουν, φυσικά, τις μελλοντικές - όπως έλεγαν κάποτε και οι διαφημίσεις επενδυτικών προϊόντων. Η διαπίστωση πως για τον νέο φορέα υπάρχει ενεργός ζήτηση, δεν προεξοφλεί την ποιότητα της προσφοράς. Οι συνιδρυτές του νέου φορέα ζήτησαν μια ψήφο εμπιστοσύνης και την έλαβαν. Μένει να δούμε πώς θα ανταποκριθούν σε αυτήν. Πώς θα την αποκρυπτογραφήσουν, πριν απ' όλα.
  
Ενα πρώτο ερώτημα είναι: τι έφερε τόσους ανθρώπους στις κάλπες της περασμένης Κυριακής; Ποιο ήταν το κίνητρο και ποιο το αίτημά τους; Ηταν και μια διάθεση να δοθεί απάντηση στην ανυπόφορη αλαζονεία του συριζανελικού συστήματος εξουσίας. Ηταν, για κάποιους, και κάτι σαν «πασοκαλγία», νοσταλγία για τις παλιές ωραίες ημέρες. Μα, εκ των πραγμάτων, ήταν προπάντων μια θετική απάντηση σε μια υπόσχεση: πως θα δημιουργηθεί ένας νέος, ισχυρός πολιτικός οργανισμός, που θα μπορέσει να αμφισβητήσει και να υπερβεί τον εξαιρετικά τοξικό «μικρό δικομματισμό» ΝΔ - ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλά εδώ προκύπτει το επόμενο ερώτημα. Αν η ψήφος της περασμένης Κυριακής προδιαγράφει, κατά κάποιον τρόπο, τον υπό ίδρυση φορέα, το στίγμα του και τα χαρακτηριστικά του, τι μέλλον προλέγει;
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα δεν έχουμε, προς το παρόν, άλλα στοιχεία παρά τα ίδια τα αριθμητικά δεδομένα της κάλπης. Ποιοι ψήφισαν. Και ποιους ψήφισαν.
Η κουβέντα επικεντρώθηκε στο δεύτερο ερώτημα. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι απέναντι στο αναμφισβήτητο φαβορί, τη Φώφη Γεννηματά, στον δεύτερο γύρο δεν θα βρεθεί αύριο ο Θεοδωράκης ή ο Καμίνης, που θα συμβόλιζαν διεύρυνση, αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης, που προέρχεται και αυτός από τις τάξεις του ΠΑΣΟΚ. Αλλά το αποτέλεσμα αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο μεγάλος όγκος των ψηφοφόρων της Κυριακής προερχόταν, όπως όλα δείχνουν, από το εκλογικό ακροατήριο της ΔΗΣΥ. Και η σημασία του περιορίζεται από το γεγονός ότι όλοι οι υποψήφιοι, απ' όπου κι αν κατάγονταν πολιτικά, διεκδικούσαν την ίδρυση ενός νέου φορέα, όχι την αναβίωση ενός παλιού.
Το πιο ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν είναι ποιον ψήφισαν. Αλλά ποιοι ψήφισαν.

Στο εκλογικό σώμα που σχηματίστηκε την περασμένη Κυριακή υπερ-αντιπροσωπεύονται οι άνω των 65 ετών (37%) και υπο-αντιπροσωπεύονται οι νέοι (οι ηλικίες 17-34 αποτελούν μόνο το 11%), οι γυναίκες (35% μόνο) και το Λεκανοπέδιο της Αττικής. Εκεί όπου το αποτύπωμα των χρόνων της κρίσης παραμένει ισχυρότερο, στις παραδοσιακές λαϊκές και εργατικές γειτονιές της Β' Αθήνας και της Β' Πειραιά, η συμμετοχή ήταν μικρότερη.
Η σύνθεση αυτή του εκλογικού σώματος καθρεφτίζει τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ο νέος, υπό ίδρυση, φορέας. Τις μεγάλες δυσκολίες που έχει στον δρόμο του. Αλλά είναι και κάτι περισσότερο: είναι κάτι σαν καθρέφτης του πολιτικού μας μέλλοντος. Κι είναι μια πρόκληση για την πολιτική ζωή στο σύνολό της.
Η Ελλάδα που θα πάει στις επόμενες κάλπες, όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές, θα είναι μια χώρα βαθιά αλλαγμένη, κοινωνικά, σε σχέση με την Ελλάδα του 2009, την Ελλάδα πριν από την κατάρρευση. Βαθιά αλλαγμένη, πολιτικά, και σε σχέση με την Ελλάδα που προσήλθε στις τρεις κάλπες του 2015, με τα τελευταία ίχνη αισιοδοξίας που της απέμεναν και που αποδείχθηκαν αυταπάτες.
Σε επίπεδο αριθμών, η Ελλάδα σήμερα έχει περίπου ένα εκατομμύριο περισσότερους συνταξιούχους από το 2008, ένα εκατομμύριο περισσότερους ανέργους (νέους κυρίως) και μισό εκατομμύριο νέους και νέες παραγωγικών ηλικιών που μετανάστευσαν στα χρόνια της κρίσης. Είναι μια χώρα που έχασε το ένα τέταρτο του εισοδήματός της. Που η απόστασή της από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο - η περίφημη και επιδιωκόμενη κάποτε σύγκλιση - επέστρεψε στα επίπεδα του 1980. Και είναι προπάντων μια χώρα που υπέστη μια μεγάλη, βίαιη και πολιτικά κρίσιμη κοινωνική ανατροπή.

Μελετώντας τις συνέπειες της κρίσης και των πολιτικών που υιοθετήθηκαν στα χρόνια της, οι Τάσος Γιαννίτσης και Σταύρος Ζωγραφάκης («Ανισότητες, φτώχεια, ανατροπές στα χρόνια της κρίσης») αποτυπώνουν πώς και γιατί ο μεγάλος, δυσανάλογα μεγάλος, χαμένος ήταν τα μεσαία εισοδήματα. Η απότομη πτώση των κάποτε μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, η φτωχοποίησή τους, δεν ανέτρεψε μόνον το κοινωνικό στάτους ευρύτατων κοινωνικών ομάδων. Εχει και συνέπειες (που ο οξυδερκής κ. Τσακαλώτος φαίνεται να παραγνωρίζει): αφενός υπονομεύει την οικονομική ανάκαμψη, αφού αυτά τα στρώματα είχαν δυσανάλογη προς την έκτασή τους συμμετοχή στην κατανάλωση και στις επενδύσεις. Αφετέρου - και σημαντικότερο - κάνει αυτές τις ευρύτατες ομάδες, που είχαν την υψηλότερη συμμετοχή στα κοινά, να χάνουν τα σημεία αναφοράς τους, την εμπιστοσύνη τους στην πολιτική, στη χώρα την ίδια. Το υπόστρωμα της πολιτικής, της συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα αποσαθρώνεται.
Αυτή τη διαδικασία φθοράς, το εκλογικό σώμα της περασμένης Κυριακής την αποτυπώνει και, ταυτόχρονα, δίνει μια μικρή υπόσχεση να την ανακόψει. Αλλά αν δεν υπήρχε αυτή η υπόσχεση, όλη η διαδικασία του νέου φορέα θα ήταν δίχως νόημα. Αυτό είναι το στοίχημά της.

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 18-19/11/17
ΤΗΣ ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Φέτος, η αριστερά γιορτάζει την εκατοστή επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης την οποία εξιδανικεύει και της οποίας την επανάληψη ευαγγελίζεται. Χρησιμοποιεί, όπως συνηθίζει, εκφράσεις χιλιαστικού τύπου («Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο»: πιθανώς, χωρίς αληθινή γνώση του βιβλίου του Τζον Ρηντ) και μεγαλοϊδεατικά συνθήματα ― πάλι με χρόνια, με καιρούς... Η εργαλειοποίηση της ιστορίας, αναπόφευκτη στην άσκηση πολιτικής, υπερβαίνει, όπως πολλά φαινόμενα στη χώρα μας, το μέτρο και τη λογική· και συνοδεύεται από αμορφωσιά, δογματισμό, ανατολίτικο μυστικισμό και προπάντων παραταξιακή οικειοποίηση των γεγονότων.
Καθώς η ταυτότητά μας γίνεται και πιο συγκεχυμένη, ο δημόσιος διάλογος παραμένει γελοιωδώς μανιχαϊστικός: οι αναλογίες στις οποίες καταφεύγουμε καταδεικνύουν τον ιδεολογικό φανατισμό που αναδεικνύεται σε αγωνιστική αρετή. Έτσι, η Βενεζουέλα ταυτίζεται με την Κούβα· οι ηγεσίες της ―ως αντι-ιμπεριαλιστικές― ταυτίζονται με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα (οι οποίοι, με τη σειρά τους, αν και ανελέητα σταλινικοί, ταυτίζονται με τον Μπολίβαρ και τοποθετούνται στο επαναστατικό πάνθεο)· οι δε ελληνικές κυβερνήσεις πριν από τον ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζονται με τη «χούντα». Τα επτά χρόνια 1967-1974 απεδείχθησαν αρκετά για να επικρατήσει το αριστερό εθνικό μυθιστόρημα και η αριστερή θέαση της ιστορίας όπου το πρόθεμα «νεο-» (νεοαποικιοκρατία, νεοσυντηρητισμός, νεοφιλελευθερισμός) χρησιμοποιείται για να ερμηνεύσει καινούργια φαινόμενα μέσω παλιών συλλογισμών και ιδεολογημάτων.

Η ιστορία παρουσιάζεται σαν ένα επαναλαμβανόμενο και κακοπαιγμένο ριμέικ προσαρμοσμένο στις ανάγκες της στιγμής. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της γερμανικής ηγεμονίας, έχουν ενταθεί οι αναφορές στον Χίτλερ: ως «χιτλερική» καταγγέλλεται η πολιτική του Ισραήλ, ως «χιτλερικά» όλα τα ακροδεξιά κόμματα· ο δε Ντόναλντ Τραμπ είναι κλώνος του Χίτλερ και οι αμερικανικοί θεσμοί, ολοκληρωτικοί από τη φύση τους, του επιτρέπουν να ξεδιπλώσει τις ναζιστικές του προθέσεις. Στη Γαλλία, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, ο οποίος υπαινίσσεται συγγένεια μεταξύ ναζισμού και Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιμένει ότι ο ναζισμός ηττήθηκε από τα λαϊκά κινήματα: αναρωτιέμαι αν αγνοεί ότι ο ναζισμός ήταν κίνημα μαζών ή αν ψεύδεται για να προωθήσει την πολιτική δρόμου που εφαρμόζει. Ο Μελανσόν συνεχίζει συγκρίνοντας τις πρόσφατες γαλλικές κυβερνήσεις με το καθεστώς του Βισύ... Δεν είναι ο μόνος: οι Έλληνες ομόλογοί του χρησιμοποιούν παρόμοιο ιδίωμα.
Όσο περισσότερο διαρκεί μια δημόσια διαμάχη, τόσο πληθαίνουν οι αναφορές στον ναζισμό: ο Γερμανός θεατρικός σκηνοθέτης Πέτερ Τσάντεκ χαρακτήρισε την προεδρία Τζορτζ Γ. Μπους «χιτλερική» (απεβίωσε το 2009, δεν πρόλαβε την προεδρία Τραμπ), ενώ οι "Antifa" ―τα πολεμοχαρή κινήματα που ακούνε φωνές, βλέπουν φαντάσματα και δήθεν αντιστέκονται στις σημερινές εκφάνσεις του φασισμού― καταγγέλλουν ως φασισμό την αντιτρομοκρατική νομοθεσία και την κοινωνική ευταξία· όποιος διαμαρτύρεται για τη βία, στην πραγματικότητα για την νόσφιση της ιστορίας και της εξουσίας εκ μέρους συμμοριών είναι «φασίστας». Κοντολογίς, οι αναρχοφασίστες (που, αυτές τις μέρες, γιορτάζουν, με τον τρόπο τους, μια βιαίως ιδιοποιημένη επέτειο) ονομάζουν φασίστες όποιους αρνούνται την πρακτική τους και το όραμά τους: την πλήρη ανομία για τους «καλούς», την πλήρη υποταγή για τους «κακούς».  
Η προπαγανδιστική διδακτική της ιστορίας έχει προκαλέσει ρήξη με το παρελθόν και το έχει προσαρμόσει στην ιδεολογία. Η ιστορία φτάνει στα αυτιά των πολλών θρυμματισμένη και χρωματισμένη: λίγο από χούντα των συνταγματαρχών, λίγο από Πολυτεχνείο, λίγο από εμφύλιο πόλεμο· για τις τραγωδίες φταίνε οι «Αμερικάνοι», οι ξένοι γενικά (σε συνεργασία με την ντόπια «ολιγαρχία»). Δεν μαθαίνουμε γεγονότα, αιτίες και συνέπειες· μαθαίνουμε την ιστορία μέσα από κομματικές αναπαραστάσεις, γιορτές και προτροπές πολιτικάντηδων («Ραντεβού στα γουναράδικα!»)· μέσα από την φαρσική της επανάληψη: τα «Δεκεμβριανά» του 2008, η επέτειος του ελληνικού underground, συγκρίνονται τα Δεκεμβριανά του 1944... Θα έλεγα ότι πρόκειται για προσβολή και ιεροσυλία, αν πίστευα στις προσβολές και στις ιεροσυλίες. Προκύπτει μια κατασκευασμένη μυθολογία με χρονικά άλματα, με άλματα της λογικής· με υπεραπλουστεύσεις που θα ήταν φαιδρές αν δεν είχαν τραγικές επιπτώσεις.
Επανέρχομαι στην Οκτωβριανή επανάσταση: μα, ποιος στον 21ο αιώνα πιστεύει ότι ήταν το μεγαλειώδες πρόγραμμα που διατείνεται η προπαγάνδα; Τα αρχεία έχουν ανοίξει, οι αλήθειες της ιστορίας είναι κατάφωτες. Κι όμως, για την αριστερά, οι απαντήσεις που έχουν δοθεί κατασιγάζονται στον ορυμαγδό των ψευδών. Για όσους τα ανακυκλώνουν ισχύει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου· για όσους τα αμφισβητούν ισχύει λιγότερο. Στην Ελλάδα ο κατάλογος των ημι-απαγορευμένων ερευνών παραμένει μακρύς: το σταλινικό κόμμα χαίρει σεβασμού και διαθέτει, περιέργως, ισχυρότερη επιρροή και βήμα στα ΜΜΕ απ' όσο δικαιολογεί η ιστορία του.
Οι ιστορικοί που συναρμολογούν ένα ισορροπημένο εθνικό χρονικό, τοποθετημένο στο διεθνές περικείμενο, θεωρούνται όργανα ακροδεξιών (φασιστικών) κύκλων: ο εναλλακτικός λόγος περί αποικιοκρατίας, περί εθνικισμού-σεχταρισμού των εθνικοαπελευθερωτικών και αποσχιστικών κινημάτων, περί κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, περί ωμοτήτων της πλευράς των θεωρούμενων «καλών» στους εμφυλίους πολέμους, καταγγέλλεται ως δόλιος και, κυρίως, ως καθοδηγούμενος αναθεωρητισμός. Λες και οι ερευνητές δεν είναι ελεύθερα άτομα αλλά όργανα κακόβουλων μηχανισμών ― πολλοί άνθρωποι κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια.
Ο κοινός νους λειτουργεί με αναλογίες, με «templates» ― αλλά κοινός νους δεν σημαίνει απαραιτήτως κοινή λογική. Και η αριστερά, αν και ανυπέρβλητη στην προπαγάνδα, καταγγέλλει την εργαλειοποίηση της ιστορίας από τη δεξιά που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό το αρχαιοελληνικό αφήγημα. Αλλά μεγάλο μέρος της αριστεράς το απορρίπτει ως «εθνικιστικό»: πατρίδα, χαμένη πατρίδα, είναι η πρώην Σοβιετική Ένωση· ιστορικά ορόσημα είναι οι εργατικοί αγώνες· οικοδομείται μια διδακτική της ιστορίας που βασίζεται στην εξύμνηση των ρήξεων, των ταξικών συγκρούσεων· όχι της ομαλότητας, όχι της ειρήνης, όχι της συμφιλίωσης. Κάθε 17 Νοεμβρίου η άνευ περιεχομένου πορεία κατευθύνεται στην αμερικανική πρεσβεία· τι σύμπτωση! Οι ξένοι φταίνε και για την φρικτή εξέλιξη της Οκτωβριανής επανάστασης την οποία υπονόμευσε ο διεθνής καπιταλισμός. Αν είχαμε μυαλό θα βλέπαμε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ότι δεν μπορεί να επαναληφθεί· όσα θεωρούμε επαναλήψεις είναι η πραγματικότητα που γλιστράει και μας διαφεύγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου