Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
ΠΙΠΕΡΙ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ
Του Παύλου Τσίμα
Κράτησα στην άκρη μια φράση από τη συνέντευξη ενός σπουδαίου έλληνα ακαδημαϊκού, καθηγητή στο ΜΙΤ, του Μιχάλη Μπλέτσα, στο «Βήμα της Κυριακής»: «Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να κάνει την αριστερά βρώμικη λέξη»! Κι ενώ συνέχισα να ξεφυλλίζω την εφημερίδα, με την φράση αυτή καρφωμένη στο μυαλό μου, σκόνταψα σε μιαν άλλη συνέντευξη, του Σταμάτη Φασουλή: «Τώρα λένε ότι ο Τσίπρας πρόδωσε την Αριστερά. Οχι, αυτή είναι η Αριστερά. Δεν την πρόδωσε... και να λείπουν αυτές οι δικαιολογίες». Ηταν σαν να ακούω ξανά την προφητεία ενός μπαρουτοκαπνισμένου από τους «εκδρομείς του '60», τις ημέρες της ευφορίας, τον Ιανουάριο του '15: «Φοβάμαι», έλεγε, «πως, όταν τελειώσουν όλα αυτά θα ντρεπόμαστε να λέμε ότι κάποτε αφιερώσαμε τη ζωή μας στην Αριστερά». Ηρθε κιόλας αυτή η καταραμένη ώρα;
Υπάρχουν βέβαια ευκολίες με τις οποίες μπορεί κανείς να παρακάμψει τα δυσάρεστα ερωτήματα. Να πει, για παράδειγμα, πως η Αριστερά δεν ήταν ποτέ μία, ενιαία και αδιαίρετη, πως είναι λάθος να διατυπώνεται ο όρος σε ενικό αριθμό. Ο Ζακ Ζιλιάρ, στο σπουδαίο του βιβλίο για τις Αριστερές της Γαλλίας, καταγράφει τέσσερις πολιτιστικά διαφορετικές εκδοχές: μια Αριστερά γιακωβίνικη, μια φιλελεύθερη, μια κολλεκτιβίστικη και μια ελευθεριακή - μάλιστα τα όριά τους δεν συμπίπτουν καν με τα σύνορα των διαφόρων κομματικών σχηματισμών της Αριστεράς.
Ή να πει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ιδιότυπη περίπτωση αριστερού πολιτικού σχηματισμού ο οποίος στα χρόνια του μεγάλου πολιτικού αναδασμού που έφερε η κρίση είδε την ευκαιρία και σχεδίασε την εκλογική του έφοδο προς την εξουσία αντικαθιστώντας τον Μαρξ με τον Περόν, κλείνοντας το μάτι στις ανορθολογικές θεωρίες συνωμοσίας που αρνούνταν το γεγονός της χρεοκοπίας το ίδιο, υιοθετώντας τον λαϊκισμό των ΑΝΕΛ όχι ως προσωρινών συμμάχων αλλά ως ομόδοξων εταίρων και δίνοντας μια διόλου «αριστερή», απολύτως συντηρητική υπόσχεση παλινόρθωσης - ότι θα μπορούσε να ξαναδώσει πίσω έτσι απλά όσα η χρεοκοπία αφαίρεσε.
Στην απελπισία του θα μπορούσε κανείς ακόμη και να οχυρωθεί πίσω από τον αρχαίο ισχυρισμό πως Αριστερά και Δεξιά δεν έχουν πια νόημα, πως ξεπεράστηκαν, πως άλλος είναι τώρα ο κρίσιμος πολιτικός άξονας. Η συζήτηση αυτή μοιάζει κάθε φορά εντελώς καινούργια, πολύ μοντέρνα. Αλλά είναι παλιά. «Η Αριστερά και η Δεξιά είναι δύο διαφορετικές μορφές ηθικής ημιπληγίας», έλεγε ένας φιλόσοφος που έζησε στον Μεσοπόλεμο, ο Ορτέγα ι Γκασέτ. Και ένας σύγχρονός του φιλόσοφος, ο Αλέν, απαντούσε: «Οταν ακούω κάποιον να αμφισβητεί τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, καταλαβαίνω απλώς ότι αυτός δεν είναι αριστερός».
Η τρέχουσα εκδοχή αυτής της παλιάς συζήτησης είναι πως Αριστερά και Δεξιά στις πούρες εκδοχές τους, παρά τις μεγάλες τους διαφορές, γλιστρούν σ' έναν κοινό τόπο: την άρνηση της παγκοσμιοποίησης, την αναδίπλωση πίσω από κλειστά, προστατευμένα εθνικά σύνορα. Κι έτσι η κρίσιμη γραμμή αντιπαράθεσης δεν είναι πια ανάμεσα σε μια δεξιά ή μια αριστερή γραμμή αναδίπλωσης στο έθνος, αλλά η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αντίληψη «ανοιχτή» και μια αντίληψη «κλειστή». Αλλά γιατί να μη δεχθούμε πως υπάρχει μια «αριστερή» και μια «δεξιά» εκδοχή συμβίωσης με τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο; Πώς μπορεί κανείς να υπερασπίζεται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης σε όλη της τη γραμμή - μαζί και την διεύρυνση των ανισοτήτων - ή μπορεί να αναζητά, να υποστηρίζει υπερεθνικά μοντέλα δημοκρατικής διακυβέρνησης που πολεμούν τις ανισότητες και διεκδικούν μια δικαιότερη κατανομή των ωφελειών και των βαρών; Οπότε η συζήτηση ανοίγει και πάλι από την αρχή.
Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, από τις συζητήσεις των μεγάλων οριζόντων στο σημείο της δικής μας αφετηρίας. Στην καθ' ημάς Αριστερά, κι ας κινδυνεύουμε να βάλουμε πιπέρι στο στόμα.
Τι είναι αυτό που κάνει τόσους και τόσους, διάσημους και άσημους, να λένε κατ' ιδίαν ή δημόσια: «τους ψήφισα και μουντζώνομαι»; Τι είναι αυτό που κάνει τον Μπλέτσα να λέει πως ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την Αριστερά «βρώμικη λέξη»;
Είναι που η διακυβέρνηση υποχρέωσε σε προσγείωση στην πραγματικότητα και «πρόδωσε» τις ανόητες και ανέφικτες υποσχέσεις; Είναι που οι γενναίοι λόγοι για ακύρωση της λιτότητας και για κατάργηση του Μνημονίου μ' έναν νόμο κι ένα άρθρο έδωσαν τη θέση τους στην υιοθέτηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, που θα είχαμε εν μέρει αποφύγει αν δεν σπαταλούσαμε χρόνο εκφωνώντας τους γενναίους λόγους; Είναι που η go back έγινε πρώτη φίλη μας, που πανηγυρίζουμε για μια υπεσχημένη ελάφρυνση του χρέους εκεί που ζητούσαμε τη διαγραφή του επαίσχυντου και επονείδιστου, είναι που η έξοδος στις αγορές, που θα τις χορεύαμε στο ταψί, έγινε το νέο τάμα του έθνους;
Μπορεί να ενοχλούν όλα αυτά. Αλλά αν υπάρχει «αριστερόμετρο», ούτε η προεκλογική ανευθυνότητα ούτε ο τυχοδιωκτισμός του πρώτου εξαμήνου του 2015 συνιστούν αριστερή στάση ώστε να απαξιώνουν ως «μη αριστερά» όσα ακολούθησαν. Αλλο είναι το πρόβλημα.
Είναι που ο ΣΥΡΙΖΑ - με την αξίωση να λογίζεται πάντα ως η Αριστερά στον ενικό - οργανώνει βιαστικά, με το άγχος του χρόνου που περνά, τη μετατροπή του σε κόμμα εξουσίας α λα ελληνικά. Οργανώνει - για να θυμηθούμε τον Μαρξ - μια πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου εξουσίας με εφόδους στο Δημόσιο, στα μίντια και τη Δικαιοσύνη, εφόδους που μοιάζουν συχνά απωθητικά βίαιες. Το έκαναν και οι άλλοι, αλλιώς έστω - θα πει κανείς. Πράγματι. Αλλά αν κάτι έδωσε στην Αριστερά της μεταπολεμικής Ελλάδας αυτό το κάτι σαν φωτοστέφανο που ώς πρόσφατα την συνόδευε, ήταν που είχε βρεθεί εκ των πραγμάτων στη θέση του υπερασπιστή της νομιμότητας, του Συντάγματος, της τήρησης των κανόνων απέναντι στην κατάχρηση της εξουσίας και την κομματική ιδιοποίηση των θεσμών και των φορέων τους. Και είναι αυτή η αντιστροφή των ρόλων που δεν αντέχεται.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ;
Μια απάντηση στον Νίκο Μουζέλη
Του Γιάννη Πρετεντέρη
Από τον Σεπτέμβριο η χώρα εισέρχεται σε οιονεί προεκλογική περίοδο με δύο δεδομένα.
Πρώτον, την ανασύνταξη του χώρου της Κεντροδεξιάς.
Δεύτερον, την καθοδική πορεία της κυβερνητικής συμπαράταξης.
Σε αυτά δεν νομίζω να υπάρχει σοβαρός αντίλογος - ας τα θεωρήσουμε λοιπόν ισχυρές υποθέσεις εργασίας.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν λειτουργεί μόνο ως προάγγελος σταθεροποίησης της δημοκρατίας.
Ανοίγει εκ των πραγμάτων και μια συζήτηση για το σύνολο του πολιτικού συστήματος, το οποίο μετά το 2012 τελούσε υπό τη διαλυτική επικυριαρχία ενός δεξιού και αριστερού λαϊκισμού που σήμερα βρίσκεται σε αποδρομή.
Δεν είναι λίγοι λοιπόν όσοι προβληματίζονται για την επόμενη μέρα. Αλλοι καλοπροαίρετα, άλλοι όχι.
Στους πρώτους θα κατατάξω ασφαλώς τον Νίκο Μουζέλη, ακόμη κι αν κινείται σε αποκλίνουσα κατεύθυνση από τις κυρίαρχες αντιλήψεις του κεντροαριστερού χώρου όπου ανήκει («Ο δεκάλογος της σοσιαλδημοκρατίας», «ΤΑ NΕΑ Σαββατοκύριακο», 8-9/7/2017).
Ο Μουζέλης σημειώνει τα εξής.
Πρώτον, ότι «η επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατία της χρυσής εποχής (...) όπου το κράτος ήλεγχε την αγορά δεν είναι πια δυνατή».
Δεύτερον, ότι «ο πρώτος σοσιαλδημοκρατικός στόχος πρέπει να είναι ο πολιτικός έλεγχος των αγορών» - παρόλο που (κατά τον ίδιο) κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Τρίτον, ότι «ο μόνος τρόπος επιστροφής του πολιτικού ελέγχου στις αγορές είναι σε μεταεθνικό επίπεδο». Δηλαδή σε «μεταεθνικό επίπεδο» γίνονται «όλα δυνατά τα αδύνατα».
Καταλήγει ο Μουζέλης πως «μόνο η συνεργασία με φιλευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κινήματα (...) μπορεί να οδηγήσει σε μια ανοδική προοδευτική πορεία».
Με άλλα λόγια, ότι η σοσιαλδημοκρατία (Ποια άραγε; Του Κόρμπιν, του Σουλτς, του Αμόν, του Κόστα;) θα οργανώσει τον ανέφικτο (κατά τον Μουζέλη) πολιτικό έλεγχο των αγορών, αλλά σε κάποιο «μεταεθνικό επίπεδο» όπου η συνδρομή του ΣΥΡΙΖΑ, του Μελανσόν, άντε και του Podemos, θα καταστήσει εφικτό το ανέφικτο - μεταξύ μας, εγώ προτιμούσα το άλλο με τις αγορές και τα νταούλια!
Ο συλλογισμός είναι προβληματικός. Για δύο λόγους.
Πρώτον, επειδή ανακαλύπτει ξανά το παρελθόν. Τη στιγμή που το ζητούμενο για τη σοσιαλδημοκρατία είναι πώς θα ενταχθεί σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου κανείς δεν μπορεί αλλά ούτε και ξέρει να ελέγξει τις αγορές.
Δεύτερον, επειδή αποφεύγει μια σαφή απάντηση σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;
Τι είναι επιτέλους αυτά τα «φιλευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κινήματα» που δεν είχαμε ξανακούσει αλλά πρέπει να αγαπήσουμε;
Προσοχή. Οχι τι θα θέλαμε να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τι νομίζουμε πως θα έπρεπε να είναι, ούτε τι μαντεύουμε ότι θα γίνει κάποτε, αλλά τι ακριβώς είναι ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ και τώρα.
Απάντηση; Μηδέν. Κι αυτή ακριβώς η παράλειψη καθιστά την άποψη του Μουζέλη αποκλίνουσα στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Ακόμη χειρότερα. Επινοεί μια ψευδαίσθηση για τον ΣΥΡΙΖΑ, έναν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ΣΥΡΙΖΑ, την οποία ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφέρεται να υπηρετήσει.
Πολύ φοβούμαι δηλαδή ότι το ερώτημα «Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;» δεν θέτει ούτε εκείνος που χρειάζεται περισσότερο την απάντηση, δηλαδή ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ.
Πάμε λοιπόν την ιστορία από την αρχή.
Η ανομολόγητη παραδοχή του συλλογισμού (το «σιωπηλό μοντέλο» κατά τον Φριντλέντερ...) υπαινίσσεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι που ευτυχώς δεν μας έβγαλε από το ευρώ, έκανε μια άγαρμπη κωλοτούμπα αλλά στη «σωστή κατεύθυνση» κι έκτοτε μαθητεύει επιτυχώς στην κυβερνητική διαχείριση υπό την εποπτεία της τρόικας.
Οτι δηλαδή έκανε κάποια χάρη στη χώρα κι εξ αυτού του λόγου δικαιούται έξτρα μπόνους πολιτικής κατανόησης. Είναι η θεωρία του τυχοδιωκτισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και (περίπου) happy end.
Σημειωτέον ότι κάτι τέτοιο φαίνεται να πιστεύει κι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον η ηγετική του ομάδα. Καθώς και κάποιοι αφελείς σοσιαλιστές στην Ευρώπη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Μοσκοβισί.
Είναι όμως αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ;
Δεν είναι άραγε ο ίδιος ΣΥΡΙΖΑ που επιχειρεί εμμονικά να υποτάξει τη Δικαιοσύνη, να ελέγξει την ενημέρωση, να φρονηματίσει την αντιπολίτευση; Να διχάσει και να σπιλώσει; Να φορολογήσει και να κυνηγήσει;
Δεν είναι ο ίδιος που οργανώνει σκευωρίες, που καλύπτει τον Καμμένο, που βρίζει με τον Πολάκη, που παίζει βρώμικα παιχνίδια εξουσίας, που πασχίζει να κλείσει ακόμη και την εφημερίδα στην οποία ο Μουζέλης διατυπώνει τις απόψεις του;
Λυπάμαι, αλλά τίποτα, ούτε το παραμικρό, δεν αφήνει να υποπτευθούμε ότι πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ κατέστη αιφνιδίως ο ευρωπαϊκός δημοκρατικός σοσιαλισμός. Κι ότι δεν τον προσδιορίζει το DNA ενός λαϊκιστικού ακτιβισμού που ρέπει στον αυταρχισμό, τον έλεγχο, τον φανατισμό, τη δυσανεξία και την εχθροπάθεια.
Μπορεί να αλλάξει; Να το δούμε. Αλλά δεν έχει αλλάξει. Κι ούτε βλέπω γιατί είναι δουλειά των άλλων να βοηθήσουν να αλλάξει. Δεν του χρωστάει κανείς.
Αντιθέτως, η ωμή αλήθεια είναι ότι ποτέ άλλοτε μετά το 1974 δεν έχουν αμφισβητηθεί τόσο βάναυσα οι βασικές συντεταγμένες του πολιτικού πολιτισμού μας.
Είναι αυτό άραγε δευτερεύον ζήτημα στη συζήτηση; Δεν ενδιαφέρει τον Μουζέλη;
Διότι το πρόβλημα δυστυχώς του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πολιτικό, ούτε ιδεολογικό, ούτε αν αγαπάει την Ευρώπη. Είναι βαθιά νοοτροπιακό και καθαρά πολιτισμικό.
Στέκεται στην άλλη όχθη του ρήγματος που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Είναι ένας άλλος κόσμος με άλλα ήθη, άλλες αναφορές κι άλλους κανόνες - με γεια του, με χαρά του.
Αλλά γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το «τείχος» μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (το οποίο ο ίδιος ο Μουζέλης έχει διαπιστώσει) άντεξε και διαρκεί. Επειδή στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα - δεν είναι τέχνασμα ούτε εφεύρημα ώστε να καταπέσει.
Αυτό το κορυφαίο (κατά τη γνώμη μου) ζήτημα της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς και των δυνάμεων που βρίσκονται απέναντί του, ο Μουζέλης κι όσοι συμμερίζονται τις απόψεις του προσπερνούν αβασάνιστα.
Κι επειδή αντιλαμβάνομαι τη θεμιτή έγνοια, ίσως και την ανησυχία τους για την επόμενη μέρα, ένα πράγμα είναι προφανές: δεν θα ξεπεραστεί ο διχασμός που βιώνει η χώρα, αν δεν ηττηθούν οι αυτουργοί του.
Τόσο απλό. Και τόσο καθαρό.
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 15-16/07/17 |
Του Παύλου Τσίμα
Κράτησα στην άκρη μια φράση από τη συνέντευξη ενός σπουδαίου έλληνα ακαδημαϊκού, καθηγητή στο ΜΙΤ, του Μιχάλη Μπλέτσα, στο «Βήμα της Κυριακής»: «Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να κάνει την αριστερά βρώμικη λέξη»! Κι ενώ συνέχισα να ξεφυλλίζω την εφημερίδα, με την φράση αυτή καρφωμένη στο μυαλό μου, σκόνταψα σε μιαν άλλη συνέντευξη, του Σταμάτη Φασουλή: «Τώρα λένε ότι ο Τσίπρας πρόδωσε την Αριστερά. Οχι, αυτή είναι η Αριστερά. Δεν την πρόδωσε... και να λείπουν αυτές οι δικαιολογίες». Ηταν σαν να ακούω ξανά την προφητεία ενός μπαρουτοκαπνισμένου από τους «εκδρομείς του '60», τις ημέρες της ευφορίας, τον Ιανουάριο του '15: «Φοβάμαι», έλεγε, «πως, όταν τελειώσουν όλα αυτά θα ντρεπόμαστε να λέμε ότι κάποτε αφιερώσαμε τη ζωή μας στην Αριστερά». Ηρθε κιόλας αυτή η καταραμένη ώρα;
Υπάρχουν βέβαια ευκολίες με τις οποίες μπορεί κανείς να παρακάμψει τα δυσάρεστα ερωτήματα. Να πει, για παράδειγμα, πως η Αριστερά δεν ήταν ποτέ μία, ενιαία και αδιαίρετη, πως είναι λάθος να διατυπώνεται ο όρος σε ενικό αριθμό. Ο Ζακ Ζιλιάρ, στο σπουδαίο του βιβλίο για τις Αριστερές της Γαλλίας, καταγράφει τέσσερις πολιτιστικά διαφορετικές εκδοχές: μια Αριστερά γιακωβίνικη, μια φιλελεύθερη, μια κολλεκτιβίστικη και μια ελευθεριακή - μάλιστα τα όριά τους δεν συμπίπτουν καν με τα σύνορα των διαφόρων κομματικών σχηματισμών της Αριστεράς.
Ή να πει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ιδιότυπη περίπτωση αριστερού πολιτικού σχηματισμού ο οποίος στα χρόνια του μεγάλου πολιτικού αναδασμού που έφερε η κρίση είδε την ευκαιρία και σχεδίασε την εκλογική του έφοδο προς την εξουσία αντικαθιστώντας τον Μαρξ με τον Περόν, κλείνοντας το μάτι στις ανορθολογικές θεωρίες συνωμοσίας που αρνούνταν το γεγονός της χρεοκοπίας το ίδιο, υιοθετώντας τον λαϊκισμό των ΑΝΕΛ όχι ως προσωρινών συμμάχων αλλά ως ομόδοξων εταίρων και δίνοντας μια διόλου «αριστερή», απολύτως συντηρητική υπόσχεση παλινόρθωσης - ότι θα μπορούσε να ξαναδώσει πίσω έτσι απλά όσα η χρεοκοπία αφαίρεσε.
Στην απελπισία του θα μπορούσε κανείς ακόμη και να οχυρωθεί πίσω από τον αρχαίο ισχυρισμό πως Αριστερά και Δεξιά δεν έχουν πια νόημα, πως ξεπεράστηκαν, πως άλλος είναι τώρα ο κρίσιμος πολιτικός άξονας. Η συζήτηση αυτή μοιάζει κάθε φορά εντελώς καινούργια, πολύ μοντέρνα. Αλλά είναι παλιά. «Η Αριστερά και η Δεξιά είναι δύο διαφορετικές μορφές ηθικής ημιπληγίας», έλεγε ένας φιλόσοφος που έζησε στον Μεσοπόλεμο, ο Ορτέγα ι Γκασέτ. Και ένας σύγχρονός του φιλόσοφος, ο Αλέν, απαντούσε: «Οταν ακούω κάποιον να αμφισβητεί τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, καταλαβαίνω απλώς ότι αυτός δεν είναι αριστερός».
Η τρέχουσα εκδοχή αυτής της παλιάς συζήτησης είναι πως Αριστερά και Δεξιά στις πούρες εκδοχές τους, παρά τις μεγάλες τους διαφορές, γλιστρούν σ' έναν κοινό τόπο: την άρνηση της παγκοσμιοποίησης, την αναδίπλωση πίσω από κλειστά, προστατευμένα εθνικά σύνορα. Κι έτσι η κρίσιμη γραμμή αντιπαράθεσης δεν είναι πια ανάμεσα σε μια δεξιά ή μια αριστερή γραμμή αναδίπλωσης στο έθνος, αλλά η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αντίληψη «ανοιχτή» και μια αντίληψη «κλειστή». Αλλά γιατί να μη δεχθούμε πως υπάρχει μια «αριστερή» και μια «δεξιά» εκδοχή συμβίωσης με τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο; Πώς μπορεί κανείς να υπερασπίζεται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης σε όλη της τη γραμμή - μαζί και την διεύρυνση των ανισοτήτων - ή μπορεί να αναζητά, να υποστηρίζει υπερεθνικά μοντέλα δημοκρατικής διακυβέρνησης που πολεμούν τις ανισότητες και διεκδικούν μια δικαιότερη κατανομή των ωφελειών και των βαρών; Οπότε η συζήτηση ανοίγει και πάλι από την αρχή.
Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, από τις συζητήσεις των μεγάλων οριζόντων στο σημείο της δικής μας αφετηρίας. Στην καθ' ημάς Αριστερά, κι ας κινδυνεύουμε να βάλουμε πιπέρι στο στόμα.
Τι είναι αυτό που κάνει τόσους και τόσους, διάσημους και άσημους, να λένε κατ' ιδίαν ή δημόσια: «τους ψήφισα και μουντζώνομαι»; Τι είναι αυτό που κάνει τον Μπλέτσα να λέει πως ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την Αριστερά «βρώμικη λέξη»;
Είναι που η διακυβέρνηση υποχρέωσε σε προσγείωση στην πραγματικότητα και «πρόδωσε» τις ανόητες και ανέφικτες υποσχέσεις; Είναι που οι γενναίοι λόγοι για ακύρωση της λιτότητας και για κατάργηση του Μνημονίου μ' έναν νόμο κι ένα άρθρο έδωσαν τη θέση τους στην υιοθέτηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, που θα είχαμε εν μέρει αποφύγει αν δεν σπαταλούσαμε χρόνο εκφωνώντας τους γενναίους λόγους; Είναι που η go back έγινε πρώτη φίλη μας, που πανηγυρίζουμε για μια υπεσχημένη ελάφρυνση του χρέους εκεί που ζητούσαμε τη διαγραφή του επαίσχυντου και επονείδιστου, είναι που η έξοδος στις αγορές, που θα τις χορεύαμε στο ταψί, έγινε το νέο τάμα του έθνους;
Μπορεί να ενοχλούν όλα αυτά. Αλλά αν υπάρχει «αριστερόμετρο», ούτε η προεκλογική ανευθυνότητα ούτε ο τυχοδιωκτισμός του πρώτου εξαμήνου του 2015 συνιστούν αριστερή στάση ώστε να απαξιώνουν ως «μη αριστερά» όσα ακολούθησαν. Αλλο είναι το πρόβλημα.
Είναι που ο ΣΥΡΙΖΑ - με την αξίωση να λογίζεται πάντα ως η Αριστερά στον ενικό - οργανώνει βιαστικά, με το άγχος του χρόνου που περνά, τη μετατροπή του σε κόμμα εξουσίας α λα ελληνικά. Οργανώνει - για να θυμηθούμε τον Μαρξ - μια πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου εξουσίας με εφόδους στο Δημόσιο, στα μίντια και τη Δικαιοσύνη, εφόδους που μοιάζουν συχνά απωθητικά βίαιες. Το έκαναν και οι άλλοι, αλλιώς έστω - θα πει κανείς. Πράγματι. Αλλά αν κάτι έδωσε στην Αριστερά της μεταπολεμικής Ελλάδας αυτό το κάτι σαν φωτοστέφανο που ώς πρόσφατα την συνόδευε, ήταν που είχε βρεθεί εκ των πραγμάτων στη θέση του υπερασπιστή της νομιμότητας, του Συντάγματος, της τήρησης των κανόνων απέναντι στην κατάχρηση της εξουσίας και την κομματική ιδιοποίηση των θεσμών και των φορέων τους. Και είναι αυτή η αντιστροφή των ρόλων που δεν αντέχεται.
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 15-16/07/17 |
Μια απάντηση στον Νίκο Μουζέλη
Του Γιάννη Πρετεντέρη
Από τον Σεπτέμβριο η χώρα εισέρχεται σε οιονεί προεκλογική περίοδο με δύο δεδομένα.
Πρώτον, την ανασύνταξη του χώρου της Κεντροδεξιάς.
Δεύτερον, την καθοδική πορεία της κυβερνητικής συμπαράταξης.
Σε αυτά δεν νομίζω να υπάρχει σοβαρός αντίλογος - ας τα θεωρήσουμε λοιπόν ισχυρές υποθέσεις εργασίας.
Μια τέτοια εξέλιξη δεν λειτουργεί μόνο ως προάγγελος σταθεροποίησης της δημοκρατίας.
Ανοίγει εκ των πραγμάτων και μια συζήτηση για το σύνολο του πολιτικού συστήματος, το οποίο μετά το 2012 τελούσε υπό τη διαλυτική επικυριαρχία ενός δεξιού και αριστερού λαϊκισμού που σήμερα βρίσκεται σε αποδρομή.
Δεν είναι λίγοι λοιπόν όσοι προβληματίζονται για την επόμενη μέρα. Αλλοι καλοπροαίρετα, άλλοι όχι.
Στους πρώτους θα κατατάξω ασφαλώς τον Νίκο Μουζέλη, ακόμη κι αν κινείται σε αποκλίνουσα κατεύθυνση από τις κυρίαρχες αντιλήψεις του κεντροαριστερού χώρου όπου ανήκει («Ο δεκάλογος της σοσιαλδημοκρατίας», «ΤΑ NΕΑ Σαββατοκύριακο», 8-9/7/2017).
Ο Μουζέλης σημειώνει τα εξής.
Πρώτον, ότι «η επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατία της χρυσής εποχής (...) όπου το κράτος ήλεγχε την αγορά δεν είναι πια δυνατή».
Δεύτερον, ότι «ο πρώτος σοσιαλδημοκρατικός στόχος πρέπει να είναι ο πολιτικός έλεγχος των αγορών» - παρόλο που (κατά τον ίδιο) κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Τρίτον, ότι «ο μόνος τρόπος επιστροφής του πολιτικού ελέγχου στις αγορές είναι σε μεταεθνικό επίπεδο». Δηλαδή σε «μεταεθνικό επίπεδο» γίνονται «όλα δυνατά τα αδύνατα».
Καταλήγει ο Μουζέλης πως «μόνο η συνεργασία με φιλευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κινήματα (...) μπορεί να οδηγήσει σε μια ανοδική προοδευτική πορεία».
Με άλλα λόγια, ότι η σοσιαλδημοκρατία (Ποια άραγε; Του Κόρμπιν, του Σουλτς, του Αμόν, του Κόστα;) θα οργανώσει τον ανέφικτο (κατά τον Μουζέλη) πολιτικό έλεγχο των αγορών, αλλά σε κάποιο «μεταεθνικό επίπεδο» όπου η συνδρομή του ΣΥΡΙΖΑ, του Μελανσόν, άντε και του Podemos, θα καταστήσει εφικτό το ανέφικτο - μεταξύ μας, εγώ προτιμούσα το άλλο με τις αγορές και τα νταούλια!
Ο συλλογισμός είναι προβληματικός. Για δύο λόγους.
Πρώτον, επειδή ανακαλύπτει ξανά το παρελθόν. Τη στιγμή που το ζητούμενο για τη σοσιαλδημοκρατία είναι πώς θα ενταχθεί σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου κανείς δεν μπορεί αλλά ούτε και ξέρει να ελέγξει τις αγορές.
Δεύτερον, επειδή αποφεύγει μια σαφή απάντηση σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;
Τι είναι επιτέλους αυτά τα «φιλευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κινήματα» που δεν είχαμε ξανακούσει αλλά πρέπει να αγαπήσουμε;
Προσοχή. Οχι τι θα θέλαμε να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τι νομίζουμε πως θα έπρεπε να είναι, ούτε τι μαντεύουμε ότι θα γίνει κάποτε, αλλά τι ακριβώς είναι ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ και τώρα.
Απάντηση; Μηδέν. Κι αυτή ακριβώς η παράλειψη καθιστά την άποψη του Μουζέλη αποκλίνουσα στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Ακόμη χειρότερα. Επινοεί μια ψευδαίσθηση για τον ΣΥΡΙΖΑ, έναν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ΣΥΡΙΖΑ, την οποία ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφέρεται να υπηρετήσει.
Πολύ φοβούμαι δηλαδή ότι το ερώτημα «Τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;» δεν θέτει ούτε εκείνος που χρειάζεται περισσότερο την απάντηση, δηλαδή ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ.
Πάμε λοιπόν την ιστορία από την αρχή.
Η ανομολόγητη παραδοχή του συλλογισμού (το «σιωπηλό μοντέλο» κατά τον Φριντλέντερ...) υπαινίσσεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι που ευτυχώς δεν μας έβγαλε από το ευρώ, έκανε μια άγαρμπη κωλοτούμπα αλλά στη «σωστή κατεύθυνση» κι έκτοτε μαθητεύει επιτυχώς στην κυβερνητική διαχείριση υπό την εποπτεία της τρόικας.
Οτι δηλαδή έκανε κάποια χάρη στη χώρα κι εξ αυτού του λόγου δικαιούται έξτρα μπόνους πολιτικής κατανόησης. Είναι η θεωρία του τυχοδιωκτισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και (περίπου) happy end.
Σημειωτέον ότι κάτι τέτοιο φαίνεται να πιστεύει κι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον η ηγετική του ομάδα. Καθώς και κάποιοι αφελείς σοσιαλιστές στην Ευρώπη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Μοσκοβισί.
Είναι όμως αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ;
Δεν είναι άραγε ο ίδιος ΣΥΡΙΖΑ που επιχειρεί εμμονικά να υποτάξει τη Δικαιοσύνη, να ελέγξει την ενημέρωση, να φρονηματίσει την αντιπολίτευση; Να διχάσει και να σπιλώσει; Να φορολογήσει και να κυνηγήσει;
Δεν είναι ο ίδιος που οργανώνει σκευωρίες, που καλύπτει τον Καμμένο, που βρίζει με τον Πολάκη, που παίζει βρώμικα παιχνίδια εξουσίας, που πασχίζει να κλείσει ακόμη και την εφημερίδα στην οποία ο Μουζέλης διατυπώνει τις απόψεις του;
Λυπάμαι, αλλά τίποτα, ούτε το παραμικρό, δεν αφήνει να υποπτευθούμε ότι πυρήνας του ΣΥΡΙΖΑ κατέστη αιφνιδίως ο ευρωπαϊκός δημοκρατικός σοσιαλισμός. Κι ότι δεν τον προσδιορίζει το DNA ενός λαϊκιστικού ακτιβισμού που ρέπει στον αυταρχισμό, τον έλεγχο, τον φανατισμό, τη δυσανεξία και την εχθροπάθεια.
Μπορεί να αλλάξει; Να το δούμε. Αλλά δεν έχει αλλάξει. Κι ούτε βλέπω γιατί είναι δουλειά των άλλων να βοηθήσουν να αλλάξει. Δεν του χρωστάει κανείς.
Αντιθέτως, η ωμή αλήθεια είναι ότι ποτέ άλλοτε μετά το 1974 δεν έχουν αμφισβητηθεί τόσο βάναυσα οι βασικές συντεταγμένες του πολιτικού πολιτισμού μας.
Είναι αυτό άραγε δευτερεύον ζήτημα στη συζήτηση; Δεν ενδιαφέρει τον Μουζέλη;
Διότι το πρόβλημα δυστυχώς του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πολιτικό, ούτε ιδεολογικό, ούτε αν αγαπάει την Ευρώπη. Είναι βαθιά νοοτροπιακό και καθαρά πολιτισμικό.
Στέκεται στην άλλη όχθη του ρήγματος που διαπερνά την ελληνική κοινωνία. Είναι ένας άλλος κόσμος με άλλα ήθη, άλλες αναφορές κι άλλους κανόνες - με γεια του, με χαρά του.
Αλλά γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το «τείχος» μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (το οποίο ο ίδιος ο Μουζέλης έχει διαπιστώσει) άντεξε και διαρκεί. Επειδή στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα - δεν είναι τέχνασμα ούτε εφεύρημα ώστε να καταπέσει.
Αυτό το κορυφαίο (κατά τη γνώμη μου) ζήτημα της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς και των δυνάμεων που βρίσκονται απέναντί του, ο Μουζέλης κι όσοι συμμερίζονται τις απόψεις του προσπερνούν αβασάνιστα.
Κι επειδή αντιλαμβάνομαι τη θεμιτή έγνοια, ίσως και την ανησυχία τους για την επόμενη μέρα, ένα πράγμα είναι προφανές: δεν θα ξεπεραστεί ο διχασμός που βιώνει η χώρα, αν δεν ηττηθούν οι αυτουργοί του.
Τόσο απλό. Και τόσο καθαρό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου