"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 11-12/05/24
ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΛΙΑΚΟΥΡΑ
Εν όψει της επίσκεψης του έλληνα πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στην Αγκυρα έχει τεθεί το δίλημμα κατά πόσο η συνάντηση με τον τούρκο πρόεδρο Τ. Ερντογάν πρέπει να γίνει. Εάν είναι κατάλληλη η στιγμή, ιδιαίτερα μετά την απαράδεκτη απόφαση του τούρκου προέδρου να μετατραπεί η Μονή της Χώρας, το σπουδαίο αυτό πολιτιστικό σύμβολο, σε μουσουλμανικό τέμενος, που μάλιστα εγκαινίασε πριν από τη συνάντηση. Κατά την ίδια άποψη έχουν προηγηθεί τουρκικές προκλήσεις με NAVTEX, ή αμφισβήτηση για τα θαλάσσια πάρκα. Το ζητούμενο είναι εάν τα περιστατικά αυτά υπονομεύουν τη Διακήρυξη των Αθηνών (7-12-2023). Η απάντηση είναι «όχι» και ως ζήτημα αρχής η συνάντηση πρέπει να γίνει και ο διάλογος πρέπει να έχει συνέχεια.
Κατά πρώτον, σημειώνουμε ότι πρόκειται για την τρίτη συνάντηση των δύο ηγετών σε λιγότερο από έναν χρόνο (Βίλνιους, 13-7-2023). Διαπιστώνεται η βούληση εκατέρωθεν για διπλωματία και η αντίληψη ότι οι προϋποθέσεις για διάλογο που ζητούσε σταθερά η Αθήνα πληρούνται. Δηλαδή να υπάρξει πολιτική δέσμευση για τη δημιουργία ενός ειρηνικού περιβάλλοντος, με την υποχρέωση αποχής από υπερπτήσεις ή μονομερείς ενέργειες σεισμικών ερευνών όπως του «Ορούτς Ρέις» το 2020 στην Αν. Μεσόγειο· από ενέργειες που θα εμπόδιζαν την προοπτική ενός διαλόγου. Ενα μορατόριουμ ανάλογο του πρακτικού της Βέρνης για το Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, ει δυνατόν για να αναχαιτιστεί η αυξητική τάση των αναθεωρητικών διεκδικήσεων της Τουρκίας.
Επισφραγίζοντας μια ασυνήθιστα μακρά περίοδο ήρεμων νερών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η Διακήρυξη των Αθηνών αποβλέπει στην οικοδόμηση φιλικών δεσμών, την εμπέδωση της ειρήνης, την κατανόηση και την επίλυση των διαφορών με ειρηνικά μέσα. Ενα μορατόριουμ να αποτρέψει γεγονότα που θα υπονόμευαν τους επαγγελλόμενους στόχους της. Ο στόχος της επίλυσης μπορεί να επιδιωχθεί κλιμακωτά με το τριπλό επίπεδο, της θετικής ατζέντας και των ΜΟΕ που έχουν ήδη δρομολογηθεί, καθώς και του πολιτικού διαλόγου, ως συνέχιση των διερευνητικών επαφών για την οριστικοποίηση της ατζέντας προς διαπραγμάτευση, αλλά και με ρόλο σε διαχείριση κρίσεων. Οι προϋποθέσεις ενός διαλόγου διασφαλίζονται, όπως τέθηκαν από την Αθήνα και προφανώς εξυπηρετούν και την Αγκυρα.
Τα διλήμματα για τη συνάντηση επικεντρώνονται στις προκλήσεις από την τουρκική NAVTEX (25 Φεβρουαρίου) και την αμφισβήτηση για τα θαλάσσια πάρκα (15 Απριλίου). Με τη συνήθη ενοχλητική τακτική της η Αγκυρα εξέδωσε τη NAVTEX από δικό της σταθμό για περιοχή όπου κατά τόπο αρμοδιότητα έχει ελληνικός σταθμός. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε και το συμβάν έληξε. Πρόκειται για παρατυπία, αλλά δεν αφορά τον πυρήνα των διαφορών, ούτε από την ενεργοποίηση της NAVTEX θα προκαλούνταν ένταση· σε αντίθεση με την παράνομη NAVTEX για σεισμικές έρευνες του «Ορούτς Ρέις» σε διεκδικούμενη από την Ελλάδα περιοχή υφαλοκρηπίδας.
Κατά πόσο τα θαλάσσια πάρκα δικαιολογούν τουρκική αντίρρηση; Εάν αφορά χωροθέτησή τους σε αιγιαλίτιδα ζώνη της νησιωτικής αλυσίδας από τη Μήλο έως τη Νίσυρο, τότε συνιστά πράξη κυριαρχίας. Εν προκειμένω δεν διασαφηνίζεται εάν αφορά περιοχή ανοικτής θάλασσας, σαν ζώνη NATURA, διοικητικών αρμοδιοτήτων, με στόχο τη μέριμνα οικολογικής βιωσιμότητας και προστασίας, την ανακίνηση θαλάσσιας ευαισθητοποίησης ή την αναψυχή. Διαφέρει το καθεστώς εάν πρόκειται για θέσπιση περιβαλλοντικής/οικολογικής ζώνης για την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αρμοδιοτήτων και δικαιοδοσιών, παραλλαγή μιας μερικής σε έκταση και λειτουργικότητα ΑΟΖ. Παρότι πρόκειται για περιοχή στην οποία η Τουρκία προβάλλει διεκδικήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων, εν τούτοις η διαμαρτυρία της εστίασε στην αμφισβήτηση κυριαρχίας των βραχονησίδων, χωρίς περαιτέρω συνέχεια.
Η μετατροπή της Μονής της Χώρας σε τέμενος δεν είναι διμερές ζήτημα, αλλά ορθώς πρέπει να θέσει το θέμα ο έλληνας πρωθυπουργός. Επίσης είναι ο κατάλληλος χρόνος να αναζωογονηθεί η συμφωνία του 2000 για τα σχολικά εγχειρίδια, ώστε να αποσοβηθεί αναφορά τύπου «Γαλάζιας Πατρίδας» σε αυτά.
Εν κατακλείδι, η συνάντηση της 13ης Μαΐου στην Αγκυρα είναι ένας ακόμη σταθμός του οδικού χάρτη. Οι δύο ηγέτες θα επιβεβαιώσουν την ύπαρξη ήπιου κλίματος και θα δηλώσουν τη συνέχιση των επαφών. Ομοίως θα αξιολογήσουν τις συνθήκες ως προς την επέλευση προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Πράγματι, μπορεί μεν η ατζέντα χαμηλής πολιτικής να συνεχίσει να διατηρεί την καλή σχέση, όμως παράλληλα πρέπει να εκκινήσει δομημένος ο πολιτικός διάλογος για την επίλυση των δύσκολων θεμάτων υψηλής πολιτικής.
-Ο Πέτρος Λιάκουρας είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές», στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.
 | | "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 11-12/05/24 |
ΤΟΥ ΥAVUZ BAYDAR
Μετά τη θερμή συνάντησή τους στην Αθήνα στις αρχές Δεκεμβρίου του περασμένου έτους, οι ηγέτες της Ελλάδας και της Τουρκίας θα αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλον για άλλη μια φορά τη Δευτέρα στην Αγκυρα. Το μόνο απτό αποτέλεσμα της συνάντησης του Δεκεμβρίου ήταν η αποκαλούμενη «Δήλωση των Αθηνών για τις Φιλικές Σχέσεις και την Καλή Γειτονία» και τώρα τα βλέμματα είναι στραμμένα στο τι να περιμένουμε στη συνέχεια.
Αυτό το ερώτημα πρέπει να προσεγγιστεί με εξαιρετική προσοχή: εάν οι δύο κυβερνήσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι κατάφεραν σημαντική αποκλιμάκωση των σχέσεων, πόσο απέχουν από τη σταθεροποίηση; Με άλλα λόγια, ένα ευπρόσδεκτο ξεπάγωμα δεν σημαίνει απαραίτητα εξομάλυνση, ειδικά όχι σε ένα παγκόσμιο κλίμα δηλητηριώδους αναταραχής.
Παραμονές της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν υπάρχει, καταρχάς, μια ασυμμετρία στις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα. Μάλλον συνεπής στους οικονομικούς δείκτες και σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα ενδιαφερόταν πάντα να εξισορροπήσει τις σχέσεις της με τον ανατολικό γείτονά της, μάλλον αντιδρώντας παρά λαμβάνοντας προληπτικά μέτρα για ευαίσθητα εδαφικά ζητήματα. Εχει δείξει αυτοσυγκράτηση, αλλά παρέμεινε ευερέθιστη.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία υπό τον Ερντογάν ακολούθησε έναν περίπλοκο βηματισμό. Σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο: πληττόμενη από μια βαθιά κρίση σε πολλά επίπεδα, κατά ειρωνικό τρόπο στην εκατονταετηρίδα της, η Αγκυρα αντέδρασε απρόβλεπτα, λόγω της σύνθετης φύσης των παιχνιδιών εξουσίας που λαμβάνουν χώρα στην πρωτεύουσα.
Μια αποφασιστικής σημασίας διάσταση τονίστηκε πρόσφατα από τον Χουσεΐν Τσελίκ, έναν από τους ιδρυτές του κυβερνώντος ΑΚΡ που δεν συμμετέχει πλέον στον στενό κύκλο του Ερντογάν. Αποκαλώντας τη συμμαχία με το υπερεθνικιστικό MHP «κατάσταση φρενίτιδας», είπε ότι το MHP έχει επιρροή και εξουσία στην κυβέρνηση είκοσι φορές μεγαλύτερη από το βάρος του. Εχει ο Ερντογάν τον έλεγχο ή, όπως υπονοεί ο Τσελίκ, είναι όμηρος των σκληροπυρηνικών πλευρών; Η ατζέντα και οι πράξεις του τα τελευταία 8 χρόνια ενισχύουν τη δεύτερη εκδοχή. Τα αποτελέσματα των πρόσφατων τοπικών εκλογών έδειξαν επίσης πόσο οι ασταθείς οικονομικές πολιτικές και η καταπιεστική συμπεριφορά τον έσπρωξαν στη γωνία. Οσο κι αν οι απώλειες του ΑΚΡ προκάλεσαν όμως αισιοδοξία σε κύκλους της αντιπολίτευσης, πρέπει να επισημανθεί το παράδοξο: ένας ισχυρός άνδρας, ο οποίος αναρριχήθηκε στην κορυφή επιδεικνύοντας ασέβεια για τους ηθικούς κανόνες, μπορεί να είναι ακόμη πιο απρόβλεπτος εξαιτίας των αντανακλαστικών για την πολιτική του επιβίωση.
Δεν είναι περίεργο που η μετατροπή της Μονής της Χώρας σε τζαμί ήρθε σαν κρύο ντους στην Αθήνα. Ο Ερντογάν θα μπορούσε να αναβάλει τα εγκαίνια, αλλά δεν το έκανε. Αρα βλέπει τις υψηλού επιπέδου επαφές ως μπρα ντε φερ.
Δεν πρέπει να περιμένουμε πολλά για την Κύπρο ούτε για τη διαμάχη στο Αιγαίο. Ισως γνωρίζει ο Μητσοτάκης ότι ο πήχης θα πρέπει να διατηρείται χαμηλά σε όλα τα θέματα, αφού ο αγχωμένος συνομιλητής του δεν θα επιλέξει να είναι τολμηρός. Η ακύρωση της επίσκεψης Ερντογάν στην Ουάσιγκτον και το μπλοκάρισμα του εμπορίου με το Ισραήλ είναι προάγγελοι δυσκολότερων καιρών.
Ο τουρισμός και οι πρόσφυγες μπορεί να σημειώσουν μεγαλύτερη ευελιξία και να προστεθούν στην ευαίσθητη «θετική ατζέντα», ένας όρος που ακούγεται πολύ ρόδινος δεδομένης της παγκόσμιας συγκυρίας. Οι ελληνικές προθέσεις για τη δημιουργία θαλάσσιου πάρκου στο Αιγαίο ωστόσο δεν μπορεί να αποτελέσουν σημείο εκκίνησης για αποκλιμάκωση. Η κίνηση έχει ήδη αντιμετωπιστεί από κύκλους του διεθνούς δικαίου, ως όχι και τόσο καλά μελετημένη.
Αναφορικά με τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, από την άλλη πλευρά, ένα θέμα παραμένει ανεξερεύνητο. Υπάρχουν περίπου 5 χιλιάδες νησίδες και μεγάλες βραχονησίδες στο Αιγαίο. Η ανάγκη για εναλλακτικές πηγές ενέργειας θα μπορούσε να είναι προτιμότερη από τις γεωτρήσεις για ορυκτά καύσιμα στον βυθό, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πορεία πολέμου. Η Αθήνα θα μπορούσε να διερευνήσει και να επιχειρηματολογήσει για την ανάπτυξη αιολικών μονάδων σε ακατοίκητα σημεία και να προσφέρει δωρεάν ένα μέρος της ενέργειας στην τουρκική πλευρά. Ενα βήμα win-win, που υπηρετεί το πνεύμα των φιλικών σχέσεων και της καλής γειτονίας.
-Ο Γιαβούζ Μπαϊντάρ είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος. Εχει τιμηθεί με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Τύπου. Αρθρογραφεί στη Svenska Dagbladet και είναι blogger στην ανεξάρτητη γαλλική MediaPart. ...από άλλα Σαββατιάτικα φύλλα
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου