οι κηπουροι τησ αυγησ

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Και οι δύο επισημαίνουν ως θετικό το γεγονός ότι η επέμβαση είναι αναστρέψιμη και τονίζουν ότι ενδεχόμενες επεκτάσεις των διαδρομών πρέπει να είναι περιορισμένες. «Δεν πρέπει να υπάρξει κατάχρηση των διαδρομών γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να κυριαρχήσουν ως εντύπωση στο τοπίο της Ακροπόλεως. Θα έλεγα να διατηρηθούν εκεί όπου υπάρχει πιο μαζική κίνηση των τουριστών και τα υπόλοιπα σημεία να αφεθούν κάπως πιο ελεύθερα ως διαδρομές για να τις αναζητεί ο καθένας μόνος του χωρίς να υπάρχει ειδικό δάπεδο», σημειώνει ο κ. Αίσωπος.....

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"




ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Πρέπει να είναι από τις ελάχιστες φορές που αρκετοί από τους επισκέπτες της Ακρόπολης δεν κοιτάζουν πάνω αλλά κάτω, τη νέα διαδρομή που ξεκινάει από τα Προπύλαια και καταλήγει στο παλαιό μουσείο του Ιερού Βράχου. Αν με κάποιον τρόπο μπορούσαμε να μάθουμε πόσοι αρχιτέκτονες ανεβαίνουν αυτές τις μέρες στο μνημείο, στοιχηματίζω ότι θα ήταν αρκετοί αφού τα νέα έργα έχουν προκαλέσει, εκτός από αντιπαραθέσεις, την περιέργεια των ειδικών.

Με εξίσου μεγάλη περιέργεια ανεβήκαμε και εμείς στον Ιερό Βράχο, πριν από μερικές μέρες, με καλεσμένους της «Κ» τον καθηγητή και πρόεδρο του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών, Γιάννη Αίσωπο και την αναπληρώτρια καθηγήτρια Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού στο ίδιο πανεπιστήμιο, Δήμητρα Κατσώτα. Νωρίς το πρωί με τον ήλιο να λούζει το μνημείο και τη φύση να οργιάζει, περπατήσαμε σε κάθε σπιθαμή των νέων διαδρομών, διαπιστώνοντας τα θετικά σημεία αλλά και τις ελλείψεις του έργου.

⇒ Διαβάστε επίσης: Μανόλης Κορρές για Ακρόπολη: «Το αποτέλεσμα με ικανοποιεί απολύτως»

«Θα έλεγα ότι η γενική εντύπωση είναι θετική. Το νέο δάπεδο δημιουργεί μια διαδρομή, έναν περίπατο, που μπορεί να ακολουθήσει ο επισκέπτης και να παρατηρήσει τα μνημεία. Σηματοδοτεί κάπως μια κίνηση», μας λέει ο κ. Αίσωπος, αλλά «παραμένει ένα τεχνικό έργο και δεν αποκτά καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική αξία και αυτό γίνεται φανερό στις λεπτομέρειές του».

Για τη χρήση σκυροδέματος που έχει γίνει πολύς λόγος, οι δύο καθηγητές και αρχιτέκτονες θεωρούν ότι η επιλογή του είναι δόκιμη και ο χρωματικός τόνος που έχει επιλεγεί για την κύρια διαδρομή είναι ορθός. «Θα γίνει καλύτερο με το πέρασμα του χρόνου όταν θα αποκτήσει κάποια πατίνα. Tο σκυρόδεμα είναι ένα είδος πέτρας, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να παλιώσει, να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της χρήσης και του χρόνου», σημειώνει ο κ. Αίσωπος. Η κ. Κατσώτα συμπληρώνει πως η χρωματική διαφοροποίηση μεταξύ μπεζ και γκρι, που είναι το χρώμα της διαδρομής που ενώνει τον ανελκυστήρα των ΑμεΑ με την κύρια διαδρομή, δεν ήταν απαραίτητη στο έργο.

Για τον κ. Αίσωπο, από τη στιγμή που η νέα επιφάνεια εναποτίθεται πάνω στο τοπίο της Ακρόπολης, η σχέση μεταξύ τους πρέπει να διατηρείται ορατή και διακριτή ανά πάσα στιγμή. «Αυτό σημαίνει ότι η νέα στρώση θα πρέπει να διατηρεί τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του τεχνητού με τη συνθετότητα του προϋπάρχοντος τοπίου της Ακρόπολης και επομένως δεν πρέπει σε καμία στιγμή το νέο δάπεδο να “λιώνει” στο τοπίο, να επιχειρεί να γίνει τοπίο. Επομένως νομίζω πως τα όχι και τόσο επιτυχημένα σημεία είναι εκείνα όπου το νέο δάπεδο δεν έχει σαφή όρια, αλλά δημιουργεί φάλτσες επιφάνειες οι οποίες πλαισιώνουν κομμάτια βράχου, ή εκεί όπου δημιουργούνται μικρά κεκλιμένα επίπεδα για την πρόσβαση σε άλλους χώρους», μας λέει.

Αυτά τα «αμήχανα» σημεία, όπου η νέα επιφάνεια χάνει την καθαρότητα της μορφής της είναι ερωτήματα που χρειάζονται αρχιτεκτονικές απαντήσεις, ειδικά όταν υπάρξει μεγάλη τουριστική κίνηση. «Θα έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος τρόπος να σηματοδοτηθούν αυτά τα σημεία. Μια ιδέα, θα ήταν να καλυφθούν και να σημανθεί το ίχνος του υποκείμενου βράχου με μια διαφορετική σμίλευση του δαπέδου από πάνω», σημειώνει.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται η εντύπωση που αποκόμισε και η αναπληρώτρια καθηγήτρια Δήμητρα Κατσώτα. «Σε επίπεδο χάραξης δημιουργούνται πλατώματα και επίπεδα που μπορεί κανείς ή και περισσότεροι να σταθούν, να δουν τα μνημεία και πέρα από αυτά. Δημιουργούνται σαφείς άξονες κίνησης και κυκλοφορίας, υπάρχει η δυνατότητα προσανατολισμού σε διαφορετικές κλίμακες», μας λέει. Επιφυλάσσεται όμως σχετικά με την κλίμακα της παρέμβασης. «Θα συμφωνήσω με τον κ. Αίσωπο σε σχέση με το πώς συναντάται το φυσικό τοπίο με τη νέα διαδρομή. Θα μπορούσαν τα όρια να προσαρμόζονται ή να αποστασιοποιούνται με έναν πιο σαφή και συνοπτικό τρόπο. Σχετικά με την κλίμακα της παρέμβασης, σε κάποια σημεία, όπως μπροστά από το πλάτωμα του παλιού μουσείου, θα μπορούσε να είναι μικρότερη», σημειώνει η κ. Κατσώτα, με τον κ. Αίσωπο να προσθέτει σχετικά ότι εκεί και στην ανατολική όψη του Παρθενώνα «η διαδρομή χάνει την αίσθηση του περιπάτου. Η επέμβαση είναι πιο επιτυχημένη όταν διατηρεί την κλίμακα και το πλάτος μιας διαδρομής και δεν μετασχηματίζεται σε πλάτωμα», τονίζει. 

Και οι δύο επισημαίνουν ως θετικό το γεγονός ότι η επέμβαση είναι αναστρέψιμη και τονίζουν ότι ενδεχόμενες επεκτάσεις των διαδρομών πρέπει να είναι περιορισμένες. «Δεν πρέπει να υπάρξει κατάχρηση των διαδρομών γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να κυριαρχήσουν ως εντύπωση στο τοπίο της Ακροπόλεως. Θα έλεγα να διατηρηθούν εκεί όπου υπάρχει πιο μαζική κίνηση των τουριστών και τα υπόλοιπα σημεία να αφεθούν κάπως πιο ελεύθερα ως διαδρομές για να τις αναζητεί ο καθένας μόνος του χωρίς να υπάρχει ειδικό δάπεδο», σημειώνει ο κ. Αίσωπος. 

Σχεδιαστικές ελλείψεις

Περπατώντας και παρατηρώντας τα επιμέρους στοιχεία, είναι δύσκολο να μη δει κανείς τις υπόλοιπες αρχιτεκτονικές «παραφωνίες» στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου: τα μεταλλικά κολονάκια γύρω από τα μνημεία, αλλού βιδωμένα στο δάπεδο και αλλού με μαρμάρινες βάσεις, η παλαιωμένη περισχοίνιση, τα διαφορετικής αισθητικής και τεχνοτροπίας παγκάκια, οι διαφορετικές σημάνσεις μαρτυρούν, όπως μας λένε οι δύο καθηγητές, σχεδιαστικές ελλείψεις. Το brand name Ακρόπολη θέλει και αυτό μια ενιαία αρχιτεκτονική ταυτότητα.








Η Ιστορία, είχε πει ο Κ.Θ. Δημαράς, είναι «ένα ερμάρι που δεν ανοίγει με ένα και μόνο κλειδί», και είχε προτείνει τη θεωρία των πολλαπλών αιτίων για να εξηγήσει τα περισσότερα φαινόμενα. Αντίστοιχα κι εγώ, ο ελάχιστος, προσπαθώντας να εξηγήσω τους ανθρώπους, προτείνω μεταξύ άλλων και τη θεωρία των πολλαπλών εγκεφαλικών, ιδίως για τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Παρακολουθώ από απόσταση τα τεκταινόμενα στην Ακρόπολη τα τελευταία χρόνια, και διαβάζω εισηγήσεις και περιγραφές ειδικών και μη, όπως εγώ. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνω στις τοποθετήσεις των ειδικών, όπως είναι φυσικό, ακόμη και όταν αντιφάσκουν ― ιδίως όταν αντιφάσκουν, και μας δείχνουν ότι δεν υπάρχει μόνον ένας ορθός τρόπος για να γίνονται τα πράγματα. Όμως για ένα δημόσιο έργο, και μάλιστα σε μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, ακούω και τους μη ειδικούς, καθώς αυτοί είναι οι φυσικοί αποδέκτες του έργου, και οι παρατηρήσεις τους έχουν τη δική τους σημασία.


Ο δημόσιος διάλογος για τα επιεικώς αμφιλεγόμενα έργα στην Ακρόπολη γίνεται δυστυχώς εκ των υστέρων, και ανεπίσημα. Το οποιοδήποτε σύστημα εξουσίας, από το ΚΑΣ έως την ΕΛΑΣ, φροντίζει να διατηρεί ανθρώπους και διαδικασίες που το εξυπηρετούν και δεν το απειλούν, και λογοδοτεί μόνον εσωτερικά με το τρομερό παράγγελμα «Θα διενεργηθεί ΕΔΕ» που δεν οδήγησε ποτέ πουθενά. Οι πολιτικοί προϊστάμενοι και οι υπεύθυνοι του έργου ουδέποτε θα παραδεχθούν δημοσίως ότι μπορεί να έγιναν λάθη ή αστοχίες στο σχεδιασμό ή στην εκτέλεση των έργων: είναι σαν όλα αυτά να γίνονται από συνταξιούχους Πάπες με χόμπι την αρχαιολογία και τις αναστηλώσεις.

Ειδικά για την Ακρόπολη, προβληματίζομαι έντονα όποτε γίνεται επίκληση στην Ιερότητα του Βράχου, κάτι που για εμένα δηλώνει ότι ο συνομιλητής μου προσπαθεί να με προκαταλάβει συναισθηματικά και να χειραγωγήσει τον διάλογο, πιθανώς λόγω ελλείψεως πειστικότερων επιχειρημάτων. Εντονότερα προβληματίζομαι όταν γίνεται επίκληση στην αυθεντία των εμπλεκομένων, όπως του καθηγητή Εμμανουήλ Κορρέ. «Θα αμφισβητήσεις και τον Κορρέ;» είναι μια ερώτηση που ακούω συχνά τον τελευταίο καιρό, «τον πρόεδρο της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως, που γνωρίζει το μνημείο καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον;» «Εννοείται», είναι η απάντηση. Αν κρίνω πως χρειαστεί, θα αμφισβητήσω όχι μόνον τον 73χρονο Κορρέ, αλλά και την ίδια την 93χρονη μάνα μου, που μπήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σπούδασε Αρχαιολογία πριν γεννηθεί ο κ. Κορρές.

Το γεγονός ότι ο κ. Κορρές έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του ζωής στην Ακρόπολη και έχει ταυτιστεί με την συντήρησή της, δεν είναι αναγκαστικά καλό, μετά από ένα ορισμένο σημείο. Σκεφτείτε και άλλους ανθρώπους που ταυτίστηκαν επί μακρόν με έναν θεσμό ή μια διαδικασία: αν ήθελα, για παράδειγμα, να μάθω για τις Φυλακές Κορυδαλλού, θα ρωτούσα οπωσδήποτε τη γνώμη του Αντώνη Αραβαντινού, αλλά δεν θα δεχόμουν αβλεπί τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του. Η μακροχρόνια εμπλοκή σε θέσεις ισχύος είθισται να εγκαθιδρύει ένα παράλληλο σύστημα εξουσίας, εμφανές ή αφανές, να δημιουργεί φιλίες και έχθρες, και κυρίως να γεννά προσωπικές εμμονές που αντιβαίνουν στον δημόσιο χαρακτήρα της θέσης. Όταν ο υπεύθυνος αποκτά προσωπική agenda θα έπρεπε είτε να παραιτείται (αν είναι σε θέση να το αντιληφθεί) είτε να απομακρύνεται, έστω και προαγόμενος πανηγυρικά.

Προ ημερών, ο κ. Κορρές έδωσε μια δίωρη διαδικτυακή διάλεξη για τα έργα της Ακρόπολης. «Μανόλης Κορρές: Το αποτέλεσμα με ικανοποιεί απολύτως», ήταν ο τίτλος που έδωσε η «Καθημερινή» στην κάλυψη της διάλεξης, λες και το ζητούμενο ήταν να ικανοποιηθεί ο κ. Κορρές ειδικά και όχι ο υπόλοιπος κόσμος. Mέσα στο κείμενο, υπήρχε ένα απόσπασμα εντός εισαγωγικών, όπου ο κ. Κορρές φέρεται να λέει για τις διαστρώσεις πως «Ο ιδανικός για εμένα τρόπος είναι η ανάπλαση επιφάνειας από παρόμοιο βράχο, αλλά αυτό κοστίζει πάρα πολύ και είναι πολύ δύσκολο. Αν ήμουν νέος ίσως το δοκίμαζα, αλλά ξέρω πόσο δύσκολα είναι να περνάμε από τη θεωρία στην πράξη. Κινηθήκαμε ρεαλιστικά με ένα υλικό που είναι στενός συγγενής του φυσικού βράχου. Το σκυρόδεμα είναι κοντά στη φύση».

Εδώ ας σταθούμε.

Προσπαθώ να κατανοήσω τη φράση «Το σκυρόδεμα είναι κοντά στη φύση», αλλά δεν τα καταφέρνω. Διαφωνώ με κάθε λέξη της. Φοβάμαι ότι ο κ. Κορρές κι εγώ δίνουμε διαφορετική ερμηνεία στις λέξεις «σκυρόδεμα», «κοντά» και «φύση» (μπορεί και στις λέξεις «το», «είναι» και «στη»). Δύσκολο να υπάρξει συνεννόηση από τέτοια βάση. Μπορεί η ελληνική λέξη «σκυρόδεμα» να φαντάζει κομψή, αλλά (για να μην ξεχνιόμαστε) το υλικό που περιγράφει αποκαλείται στα αγγλικά «concrete» και στα γαλλικά «béton». Όπως και να το πεις, το μπετόν είναι μπετόν. Όσον αφορά στο σκυρόδεμα ως υλικό και τη χρήση του, φοβάμαι ότι ο Charles-Édouard Jeanneret (πιο γνωστός ως Le Corbusier) και ο Αρης Κωνσταντινίδης τελικά έβλαψαν πολύ κόσμο που προσπάθησε να τους μιμηθεί.

Προσπαθώ επίσης να κατανοήσω τη φράση «Ο ιδανικός για εμένα τρόπος είναι η ανάπλαση επιφάνειας από παρόμοιο βράχο, αλλά αυτό κοστίζει πάρα πολύ και είναι πολύ δύσκολο». Μα, αν δεν προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τον ιδανικό τρόπο στην Ακρόπολη, πού θα τον εφαρμόσουμε ― τον κρατάμε για κάποιο μνημείο μεγαλύτερης σημασίας; Οσο για το μεγάλο κόστος, ακόμα και αν του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια, όπως λέει κι ο Καβάφης, δεν θα μπορούσε να βρεθεί ένας χορηγός για αυτό το έργο; Oh wait…

Tέλος, προσπαθώ να κατανοήσω την προσωπική αναφορά ότι «Αν ήμουν νέος ίσως το δοκίμαζα». Δεν πιστεύω ότι η τύχη της Ακρόπολης εξαρτάται ή θα έπρεπε να εξαρτάται από την βιολογική ηλικία του κ. Κορρέ (δυστυχώς δεν θα είμαι παρών για να ακούσω την άποψη του αρχαιολόγου του μέλλοντος, που θα κληθεί να ανασκευάσει τις παρεμβάσεις του κ. Κορρέ). Μπορεί ο κ. Κορρές να είναι μεγάλος, αλλά η Ακρόπολη είναι μεγαλύτερη, από κάθε άποψη.

Και σε αυτό νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε όλοι.

Πηγή: Protagon.gr




 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου