"ΕΣΤΙΑ", 08-09/02/20
ΕΔΩ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ,
του πρέσβεως ε.τ. Αλέξη Αλεξανδρή
ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ πλήθους πιστών άπό τήν Πόλη καί τό εξωτερικό εορτάσθηκε, μέ τή συνήθη φαναριώτικη μεγαλοπρέπεια καί κατάνυξη, ή μνήμη των Τριών Ιεραρχών στον πατριαρχικό ναό τοΰ Αγίου Γεωργίου. Αξιον προσοχής υπήρξε ό οργανωμένος εκκλησιασμός στην Ιερά Καθέδρα του Οικουμενικού Θρόνου τών ομογενών μαθητών μαζί μέ τους εκπαιδευτικούς τών ελληνικών μειονοτικών σχολείων τής Κωνσταντινούπολης. Σέ μιά περίοδο πού εδώ στην Ελλάδα μάς απασχολεί αν θά πρέπει νά παραμείνουν κλειστά ή ανοικτά τά σχολεία τήν 30ή Ιανουαρίου καί αν θά αποκατασταθεί τό κϋρος της ημέρας τοϋ εορτασμού τών Τριών Ιεραρχών, εντυπωσιάζει ή έλλειψη τέτοιων διλημμάτων στην Κωνσταντινούπολη.
Τά σχολεία τής ομογένειας παραμένουν τυπικά ανοικτά, αλλά οι μαθητές συγκεντρώνονται στό Φανάρι γιά νά εκκλησιαστούν καί νά γιορτάσουν τους Τρεις Μέγιστους Φωστήρες. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι ή στιγμή πού σύσσωμα τά Ρωμιόπουλα άπήγγειλαν, μέ εγγενή σεβασμό καί αφοσίωση, τό «Πάτερ ημών» κάτω άπό τό πατρικό βλέμμα τοϋ Παναγιωτάτου. Παραδοσιακά τή Θεία Λειτουργία ακολουθεί εκδήλωση μέ διακεκριμένους ομιλητές στή μεγάλη αίθουσα δεξιώσεων τοϋ Πατριαρχείου. Στην εφετινή ομιλία του γιά τους έορτάζοντες Πατέρες τής Εκκλησίας καί τών Γραμμάτων ο Οικουμενικός Πατριάρχης επεσήμανε οτι οι Τρεις Ιεράρχες «είναι προστάτες μιας παιδείας, ή οποία οδηγεί τους νέους άπό τό "ϊδιον" εις τό "κοινόν", άπό τό "ατομον" εις τό "πρόσωπον", άπό τήν έσωστρέφειαν εις τήν άλληλεγγύην, άπό τόν έγωκεντρισμόν είς τήν προσφοράν». Άφοΰ αναφέρθηκε στην παρακαταθήκη τών Τριών Ιεραρχών στον χώρο τής αγωγής τής νέας γενιάς, υπογράμμισε γιά μία ακόμη φορά τή σημασία τής διαφύλαξης ώς «κόρη οφθαλμού» τής πνευματικής κληρονομιάς τοΰ Γένους.
Παραδοσιακά ή Πολιτική Ρωμιοσύνη τιμά μέ ιδιαίτερη λαμπρότητα τήν μνήμη τών Τριών Ιεραρχών, καθώς αυτοί αποτελούν «σαρξ εκ τής σαρκός» τοΰ Ελληνισμού τής Ανατολής μέ τους δύο επιστήθιους φίλους, τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Θεολόγο Γρηγόριο γεωγραφικά νά κατάγονται άπό τήν Καππαδοκία, ένώ ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος άπό τήν Αντιόχεια. Ακόμη καί στά πέτρινα χρόνια τής καταπίεσης, τών περιορισμών καί τών απαγορεύσεων κατά τις δεκαετίες τοΰ 1955-1975, οι ομογενείς παρέμειναν πιστοί στην παράδοση αυτή καί σε ειδικές εκδηλώσεις οι εκπαιδευτικοί προέβαλλαν τό παιδαγωγικό, έθνοθρησκευτικό καί κοινωνικό έργο τών Τριών Ιεραρχών, αψηφώντας τους σοβαρούς κινδύνους γιά κυρώσεις άπό τίς τουρκικές αρχές.
Αλλωστε ιστορικά η πνευματική καί πολιτιστική αναγέννηση τοϋ Ελληνισμού τής Καθ' Ημάς Ανατολής τής περιόδου 1850-1922 συνδέθηκε μέ τους Τρεις Ιεράρχες, γεγονός πού
αντικατοπτρίζεται στην εξαιρετική νωπογραφία τών Τριών Οικουμενικών Δασκάλων πού κοσμεί τήν οροφή τής μεγαλοπρεπούς κεντρικής αίθουσας τελετών τής Μεγάλης τοΰ Γένους Σχολής. Οΰτε μπορεί νά μας διαφύγει ό συμβολισμός της κατάθεσης τοΰ θεμέλιου λίθου τοΰ επιβλητικού κόκκινου κτηρίου τής Σχολής αυτής στις 30 Ιανουαρίου 1880, ακριβώς πρίν 140 χρόνια.
Στό πλαίσιο τών εκδηλώσεων γιά τήν εορτή τών γραμμάτων καί τής παιδείας, ή Α. Θ. Παναγιότης επισκέφθηκε τό απόγευμα τής Πέμπτης, 30ής Ιανουαρίου, τήν εμβληματική Μεγάλη τοΰ Γένους Σχολή, τό αρχαιότερο έν λειτουργία εκπαιδευτήριο του Ελληνισμού, γιά νά παραστεί στην βιβλιο-παρουσίαση ενός επίκαιρου βιβλίου τής ομογενούς εκπαιδευτικού Μαρίας Στάνιτς- Ρομβοπούλου, μέ τόν τίτλο «Διγλωσσία στην Ελληνορθόδοξη Μειονότητα τής Κωνσταντινούπολης». Τό έν λόγω βιβλίο στηρίζεται στή διδακτορική διατριβή τής συγγραφέως καί διαπραγματεύεται τό καίριο καί σύμπλοκο ζήτημα τής διγλωσσίας καί τής χρήσης τής ελληνικής καί τουρκικής γλώσσας στην προσχολική, πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια εκπαίδευση στά ελληνικά μειονοτικά σχολεία τής Πόλης.
Στό βιβλίο γίνεται μία έπικαιροποίηοη τοϋ corpus τών κοινωνιογλωσσολογιών καί κοινωνικοπολιτισμικών δεδομένων πού αφορούν στή σύνθεση καί τό προφίλ του μαθητικού πληθυσμού τών ελληνόγλωσσων μειονοτικών σχολείων τής Κωνσταντινούπολης. Τά σχετικά στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται εϊναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά καθώς δέν επιβεβαιώνουν απλώς τό συνεχώς συρρικνωμένο αριθμό τών μαθητών άλλα καί τή σταθερή αύξηση τοΰ ποσοστού τών παιδιών πού προέρχονται άπό τήν άλλόφωνη συνιστώσα τής ρωμιορθόδοξης μειονότητας. Σχεδόν τό ήμισυ τών μαθητών τών όμογενειακών σχολείων σήμερα προέρχονται άπό οικογένειες άραβορθόδοξων μέ καταγωγή άπό τήν Αντιόχεια, τά όποία στην ουσία έχουν υιοθετήσει τήν τουρκική ως μητρική γλώσσα. Ή έρευνα τής συγγραφέως αποδεικνύει οτι ή τουρκική γλώσσα υπερισχύει πλέον στά ελληνικά μειονοτικά σχολεΐα με αποτέλεσμα νά κρούει τόν κώδωνα τοΰ κινδύνου αποτυπώνοντας τόν επείγοντα χαρακτήρα τής διαμορφωθείσης κατάστασης. Ευελπιστώ οτι τά επιστημονικά ευρήματα, ή επεξεργασία τους καί οι σχετικές προτάσεις τής συγγραφέως νά ληφθούν σοβαρά ύπ' οψη άπό τους αρμοδίους.
Ή υποχώρηση τής ελληνομάθειας στή νέα γενιά τής μειονότητας είναι σοβαρό πρόβλημα πού συνδέεται οχι μόνο μέ τόν κίνδυνο αλλοίωσης τής εκπαιδευτικής φυσιογνωμίας τών Ιστορικών μας σχολείων, όπως ή Μεγάλη Σχολή, τό Ζάππειο καί τό Ζωγράφειο, αλλά άπτεται καί τοϋ ευρύτερου ζητήματος τής επιβίωσης τοΰ Ελληνισμού στην Βασιλίδα τών Πόλεων.
Τό γεγονός οτι στά σχολεία τής ομογένειας ακολουθείται ακόμη ή ϊδια ουσιαστικά διδακτική μέθοδος του παρελθόντος όταν ή ελληνορθόδοξη μειονότητα τής Πόλης ήταν ομοιογενής καί ή ελληνική γλώσσα ήταν ή μητρική γλώσσα τοΰ συνόλου τής κρινότητας, δέν μπορεί νά επιλυθεί μέ απλά διοικητικά μέτρα.
Ή σημερινή κατάσταση χρήζει σοβαρής καί συστηματικής άναθεώρησης, εκσυγχρονισμού καί έξορθολογισμοΰ τοΰ τρόπου καί των μεθόδων διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας, ικανών νά ανταποκριθούν στίς νέες προκλήσεις, τό εκπαιδευτικό υπόβαθρο καί τά νέα κοινωνικά καί δημογραφικά δεδομένα τής ελληνορθόδοξης κοινότητας. Επιτακτική είναι ή ανάγκη καθοδήγησης καί στενής εποπτείας τοΰ προγράμματος σπουδών καί τής έπαναχαρτογράφησης τής διδακτέας ΰλης άπό εξειδικευμένους αρμόδιους εκπαιδευτικούς φορείς όπως τό Ίδρυμα Εκπαιδευτικής Πολιτικής, τό Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη καί τό Κέντρο 'Ελληνικής Γλώσσας.
Οι ομογενείς εκπαιδευτικοί χρειάζονται επειγόντως νέα εργαλεία καί σύγχρονους τρόπους διδασκαλίας σέ ενα πολύμορφο πλέον μαθητικό πληθυσμό καί ανάλογη επιμόρφωση καί κατάρτιση μέσω εντατικών καί υποχρεωτικών σεμιναρίων. Είναι απαραίτητος ό εμπλουτισμός τών προγραμμάτων σπουδών μέ δραστηριότητες, προγράμματα καί διαγωνισμούς πού θά καλλιεργούν τήν αγάπη γιά τήν ελληνική γλώσσα. Πρέπει νά αποσταλούν τό ταχύτερο δυνατόν ελληνικά διδακτικά εγχειρίδια καί νά εμπλουτιστούν οι βιβλιοθήκες τών σχολείων μέ ελληνικά βιβλία.
Ή οργανωμένη καί συστηματική συμμετοχή τών Ρωμιόπουλων στά κατασκηνωτικά προγράμματα φιλοξενίας στην Ελλάδα κατά τους θερινούς μήνες θά ενισχύσει καταλυτικά τήν ελληνομάθεια τών μαθητών καθώς καί τους δεσμούς τους μέ τήν Μητέρα Πατρίδα. Ή διδακτική ποιότητα, τό μαθησιακό αποτέλεσμα καί γενικότερα η αναβάθμιση τών σχολείων ίσως αποτελέσει κίνητρο γιά τήν αποστολή τών ελληνόφωνων παιδιών στά μειονοτικά σχολεία. Σημειώνεται άτι γύρω στά 50 παιδιά ακραιφνών ελληνορθόδοξων οικογενειών σπουδάζουν σήμερα στά ξένα σχολεία (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά καί ιδιωτικά τουρκικά), αριθμός πού αντιστοιχεί σχεδόν στό ενα τέταρτο τοΰ μαθητικού πληθυσμού τών όμογενειακών σχολείων.
Ή δημιουργία επιστημονικά δομημένων τάξεων υποδοχής γιά τά παιδιά πού αγνοούν πλήρως τήν ελληνική γλώσσα συνιστά μία άμεση αναγκαιότητα. 'Ιδανικά η προσέλευση τών αραβόφωνων Ρωμιορθοδόξων Άντιοχειτών στά ελληνόγλωσσα μειονοτικά σχολεία θά έπρεπε νά αποτελέσει πηγή ενδυνάμωσης καί ενίσχυσης τών εκπαιδευτικών μας Ιδρυμάτων στην Κωνσταντινούπολη.
Σέ ενα ορθολογικό καί εκσυγχρονισμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο, ή εξέλιξη αυτή οχι μόνο δέν θά συνιστούσε τροχοπέδη γιά τή διατήρηση μιας Ισορροπίας στή χρήση τής ελληνική καί τουρκικής γλώσσας άπό τους μειονοτικούς μαθητές, άλλά καί θά διεύρυνε τή βάση τών ελληνόφωνων παιδιών τής Ρωμιοσύνης. Ή αδυναμία όμως τοΰ εφαρμοζόμενου εκπαιδευτικού συστήματος νά λάβει ύπ' οψη ουσιαστικά τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τοΰ σημερινού μαθητικού πληθυσμού καί νά δώσει στά παιδιά αυτά τήν αίσθηση καί τήν υπερηφάνεια τοΰ άνήκειν στην Ιστορική ρωμιορθόδοξη κοινότητα, μετέτρεψε ενα έν δυνάμει πλεονέκτημα σέ σοβαρό μειονέκτημα.
Νέες ελπίδες γιά ένα καλύτερο μέλλον γιά τά ελληνικά μειονοτικά σχολεία δημιουργούνται έν όψει τής επικείμενης επίσκεψης τής 'Υπουργού Παιδείας καί Θρησκευμάτων κ. Νίκης Κεραμέως στην Κωνσταντινούπολη στίς 14 Φεβρουαρίου, όταν θά έχει επίσης συνάντηση μέ τόν Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο. Δέν υπάρχει λόγος γιά νά επαναλάβουμε τους πολλαπλούς λόγους γιά τους οποίους ή γλωσσική καί έθνοπολιτιστική επιβίωση τοΰ Ελληνισμού τής Κωνσταντινούπολης καί'Ίμβρου είναι εθνική επιταγή.
Στηριζόμαστε στην κ. 'Υπουργό, πού έχει δώσει δείγματα γραφής ότι διαθέτει εθνική ευαισθησία ή οποία πρόσφατα αποτυπώθηκε μέ τήν πρωτοβουλία της γιά τόν ουσιώδη τρόπο εορτασμού τών Τριών 'Ιεραρχών, νά ενσκήψει στό ζωτικό θέμα τοΰ εκσυγχρονισμού τών μειονοτικών σχολείων καί τής ενίσχυσης τής ελληνομάθειας μέ στόχο τήν έθνογλωσσική βιωσιμότητα τής μητρικής γλώσσας τής ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη.
*Άρχων Μέγας Ρήτωρ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου