οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΧΩΣ ΠΟΡΕΙΑ ΠΛΕΥΣΗΣ, ΔΙΧΩΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΟΡΘΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ, ΔΙΧΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ, ΤΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΟΥΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ...

Δύο κείμενα, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" του Σαββάτου

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 07/10/17

Του Πάσχου Μανδραβέλη

Αν ζούσε σήμερα ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ θα προειδοποιούσε τον κ. Αλέξη Τσίπρα: «Θα διαπιστώσεις ότι με τις δαφνοστεφείς μεταγραφές τους κάποιοι από τα αζήτητα του ΠΑΣΟΚ είναι ικανοί να αποτύχουν στα μεγάλα, αλλά είναι εξίσου ικανοί να αποτύχουν και στα μικρά».

Ετσι, η κυβέρνηση βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να απολογείται διαρκώς για τις παταγώδεις αποτυχίες των υπουργών της· πότε για τον κ. Παναγιώτη Κουρουμπλή που μαύρισε τις ακτές της Αττικής ενώ έφευγε για ταξίδι στο Λονδίνο και πότε για τον κ. Χρήστο Σπίρτζη, που τη μία επιχειρεί να γυρίσει τη χώρα στο παρελθόν καταργώντας τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες και την άλλη αποτυγχάνει παταγωδώς να εφαρμόσει το ηλεκτρονικό εισιτήριο. Δεν φταίνε αυτοί, αλλά ο πρωθυπουργός που τους επέλεξε. «Δεν ήξερε, δεν ρώταγε;» είναι η εύλογη ερώτηση, αλλά πάλι ποιον να ρωτήσει; Ολους αυτούς που ελεεινολογούσε ως παλαιοπολιτικούς, διαπλεκόμενους, μπήξε - δείξε, νεοφιλελεύθερους; Με το μανιχαϊστικό «ή εμείς ή αυτοί» ο ΣΥΡΙΖΑ διέρρηξε τη συνέχεια της
Τούτη η κυβέρνηση ξεκίνησε με λίγες γνώσεις για τα προβλήματα του τόπου και με πολλά γινάτια για τους αντιπάλους. Πίστεψε πως αρκούν οι κραυγές για να προχωρήσει. Δεν είχε ιδέα για τη συνθετότητα της πραγματικότητας και έκανε τυχάρπαστη πολιτική. Αυτό πληρώνει σήμερα. Πράγματα που φάνταζαν μικρά και με την ευφορία της νίκης ξεπερνιόνταν με ένα «έλα μωρέ τώρα, ποιος θα μας ψέξει που κάναμε τον κ. Σπίρτζη υπουργό», γίνονται μεγάλα εμπόδια. Οχι πως οι προηγούμενοι είχαν κάποιο σούπερ σύστημα επιλογής υπουργών· τα επιτυχημένα κυβερνητικά στελέχη της μεταπολίτευσης είναι μετρημένα. Απλώς είχαν την εμπειρία να μην εκτίθενται κατά τέτοιον τρόπο.
Ιστορίας, η οποία είχε πολλά στραβά αλλά και περισσότερα καλά. Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, δεν θα διανοείτο ποτέ να κάνει υπουργό Οικονομικών έναν φανφαρόνο και μάλιστα τη στιγμή που η χώρα έβγαινε από τα μνημόνια. Θα είχαν την εμπειρία και την ευθυκρισία να μην κάνουν πρόεδρο της Βουλής κάποια που σηκώνει μπάρες στα διόδια, και απαγορεύει στον Γερμανό πρέσβη να καταθέσει στεφάνι. Ηξεραν, από τη μακρόχρονη εμπειρία στη διακυβέρνηση του τόπου, να μην εκτίθενται με επιλογές τύπου Καρανίκα. Σίγουρα θα τον τακτοποιούσαν κάπου, αλλά όχι σε τέτοια προβεβλημένη θέση για να γίνουν η χλεύη των αντιπάλων.

Τούτη η κυβέρνηση ξεκίνησε με λίγες γνώσεις για τα προβλήματα του τόπου και με πολλά γινάτια για τους αντιπάλους. Πίστεψε πως αρκούν οι κραυγές για να προχωρήσει. Δεν είχε ιδέα για τη συνθετότητα της πραγματικότητας και έκανε τυχάρπαστη πολιτική. Αυτό πληρώνει σήμερα. Πράγματα που φάνταζαν μικρά και με την ευφορία της νίκης ξεπερνιόνταν με ένα «έλα μωρέ τώρα, ποιος θα μας ψέξει που κάναμε τον κ. Σπίρτζη υπουργό», γίνονται μεγάλα εμπόδια.

Οχι πως οι προηγούμενοι είχαν κάποιο σούπερ σύστημα επιλογής υπουργών· τα επιτυχημένα κυβερνητικά στελέχη της μεταπολίτευσης είναι μετρημένα. Απλώς είχαν την εμπειρία να μην εκτίθενται κατά τέτοιον τρόπο. Υπήρχαν πρωθυπουργοί που χτυπούσαν το χέρι στο τραπέζι, αν μια υπουργός έπαιρνε άδεια από τη σημαία, είτε για να κάνει «ιδιωτική επίσκεψη στην Κίνα» είτε –αν είναι δυνατόν!– να συμμετέχει σε παράσταση στο Βερολίνο.

Eχει περιθώρια ανάταξης η κυβέρνηση; Ελάχιστα και κάθε μέρα που περνά, αυτά μειώνονται. Αλλά και αν είχε, σάμπως ξέρει πώς να το κάνει;

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 07/10/17

Του Νίκου Βατόπουλου

Η εικόνα που παρουσιάζουν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ στην κοινωνία είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή εκ των έσω, μέσα δηλαδή από τα κυβερνητικά επιτελεία. Αλλά, σαφώς, όσο και να είναι ισχυρές η ανάγκη και η επιθυμία για άρνηση της πραγματικότητας, όσο και να υπερισχύει ο βολονταρισμός και η στρέβλωση του ορθού λόγου, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να παραμείνει αρραγής η εικόνα της κυβέρνησης. Πέρα από την υπόθεση του Ελληνικού, της ρύπανσης του Σαρωνικού, της νομοθεσίας περί αλλαγής ταυτότητας φύλου, των ταξί και της ΕΡΤ, όλα όσα δείχνουν στον απλό πολίτη τις παλινωδίες μίας κυβέρνησης, στα μικρά και στα μεγάλα, υπάρχει η αγωνία του πρωθυπουργού να πείσει ότι, πέρα από τον γνωστό ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει και ο νέος ΣΥΡΙΖΑ, που προβιβάστηκε γιατί «κατανόησε πώς λειτουργεί ο κόσμος». Δυστυχώς, όμως, για να περάσει μια τέτοια άποψη δεν αρκεί η ρητορική που επιχειρεί να διαψεύσει όλα τα προηγούμενα λεχθέντα, γιατί έρχεται η καθημερινότητα και κατακρημνίζει την πρόσοψη. Και κυρίως έρχονται οι άνθρωποι με τους οποίους ο ίδιος ο πρωθυπουργός περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του και μας υπενθυμίζουν ότι η κουλτούρα του 3% είναι το θεμέλιο. Αυτή υπαγορεύει την πολιτική και αυτή συντηρεί το όποιο ακροατήριο.

Και θα μπορούσε κανείς να δεχθεί τις εσωτερικές σφαγές στα κομματικά έδρανα ως ένα φυσικό σύμπτωμα μιας κυβέρνησης χωρίς αίγλη (για να το πει κανείς κομψά), αν υπήρχε ηγεσία με κύρος. Αλλά φυσικά, ο κύριος πρωθυπουργός γνωρίζει ότι αυτό που ανέλαβε τον ξεπερνά και ότι την τροπή που θέλει να δώσει στην εικόνα του κυβερνητικού έργου (στην πορεία, πλέον, προς τις εκλογές) δεν θα την επιτύχει. Οχι μόνο γιατί τα στελέχη του δεν μπορούν και ούτε θέλουν, αλλά και γιατί ο ίδιος δεν έχει περιθώρια να κερδίσει νέους οπαδούς. Και όταν ο αγώνας είναι απλώς για να συγκρατήσεις τις διαρροές σου, τότε η όποια γοητεία είναι εξ ορισμού απούσα. Παρακολουθούμε το δεύτερο μέρος μιας κυβερνητικής θητείας με φθίνουσα επιρροή και έναν πρωθυπουργό που αγωνίζεται να πείσει ότι δεν είναι ο εαυτός του.

Ο πρωτογονισμός που διαπνέει την κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και έχει διαποτίσει την αντίληψη που έχουν πολλά κυβερνητικά στελέχη για την ελληνική κοινωνία και τον διεθνή παράγοντα. Η ίδια η ιδρυτική ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος βασίστηκε στη συνένωση, στον συγχρωτισμό και στη σταδιακή αφομοίωση ομάδων με σαφή αντιθεσμικά και αντιδυτικά χαρακτηριστικά. Αυτά παραμένουν. Ωστόσο, η ρητορική του πρωθυπουργού (και όχι η επιλογή των προσώπων) θέλει να πείσει ότι το 2015 δεν υπήρξε ποτέ ή έστω ότι έπρεπε να συμβεί όπως παθαίνει κανείς παιδικές ασθένειες. Κατανοητή η ανάγκη, αλλά οι πιθανότητες επιτυχίας είναι μηδαμινές.

Και θα μπορούσε κανείς να δεχθεί τις εσωτερικές σφαγές στα κομματικά έδρανα ως ένα φυσικό σύμπτωμα μιας κυβέρνησης χωρίς αίγλη (για να το πει κανείς κομψά), αν υπήρχε ηγεσία με κύρος. Αλλά φυσικά, ο κύριος πρωθυπουργός γνωρίζει ότι αυτό που ανέλαβε τον ξεπερνά και ότι την τροπή που θέλει να δώσει στην εικόνα του κυβερνητικού έργου (στην πορεία, πλέον, προς τις εκλογές) δεν θα την επιτύχει. Οχι μόνο γιατί τα στελέχη του δεν μπορούν και ούτε θέλουν, αλλά και γιατί ο ίδιος δεν έχει περιθώρια να κερδίσει νέους οπαδούς. Και όταν ο αγώνας είναι απλώς για να συγκρατήσεις τις διαρροές σου, τότε η όποια γοητεία είναι εξ ορισμού απούσα. Παρακολουθούμε το δεύτερο μέρος μιας κυβερνητικής θητείας με φθίνουσα επιρροή και έναν πρωθυπουργό που αγωνίζεται να πείσει ότι δεν είναι ο εαυτός του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου