οι κηπουροι τησ αυγησ

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

"...Η ψυχρολουσία για το ΑΕΠ του 2016 ήρθε σε μια κρίσιμη στιγμή της διαπραγμάτευσης, κατά την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει τους θεσμούς να δείξουν μεγαλύτερη ευελιξία και να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους για μέτρα με το επιχείρημα των καλών οικονομικών επιδόσεων της χώρας. Η επιδείνωση των στοιχείων του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα τους ωθήσει σε πιο συντηρητικές προσεγγίσεις για την εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών και τη βιωσιμότητα του χρέους. Πάντως, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος εκτίμησε χθες, προσερχόμενος στη διαπραγμάτευση, ότι η εξέλιξη ενός μόνο τριμήνου είναι συγκυριακή και δεν επηρεάζει τη διαπραγματευτική γραμμή της χώρας. .."

Το ολοσέλιδο θέμα, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"


                                                "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", γράφημα, 07/03/17



                                                           "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 07/03/17


Υφεση- σοκ στο τέλος του 2016
Συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 1,1% αντί ανάκαμψης 0,3% το δ΄ τρίμηνο ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ
Της Ειρήνης Χρυσολωρά
Διαψεύσθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ χθες οι αισιόδοξες εκτιμήσεις ότι η χώρα βαδίζει ήδη από το 2016 στον δρόμο της ανάκαμψης. Τα αναθεωρημένα στοιχεία της Στατιστικής Αρχής για το τελευταίο τρίμηνο του χρόνου δείχνουν συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 1,1%, με αποτέλεσμα η προηγούμενη χρονιά να κλείσει με οριακή πτώση (0,05%) έναντι προηγούμενης εκτίμησης για ανάκαμψη (0,3%).

Μια σειρά από στοιχεία, που οριστικοποιήθηκαν προς το χειρότερο, οδήγησαν στην αναθεώρηση αυτή, προσγειώνοντας την ελληνική οικονομία στην πραγματικότητα της στασιμότητας. Η ανάλυση των επιμέρους συστατικών του ΑΕΠ, εξάλλου, δείχνει ότι η όποια θετική επίδραση το 2016 προήλθε κυρίως από την κατανάλωση και όχι από τις επενδύσεις. Οι αναλυτές προβληματίζονται τώρα για το 2017, οι προοπτικές του οποίου επιβαρύνονται περαιτέρω από την αβεβαιότητα για την έκβαση της αξιολόγησης.

Η ψυχρολουσία για το ΑΕΠ του 2016 ήρθε σε μια κρίσιμη στιγμή της διαπραγμάτευσης, κατά την οποία η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει τους θεσμούς να δείξουν μεγαλύτερη ευελιξία και να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους για μέτρα με το επιχείρημα των καλών οικονομικών επιδόσεων της χώρας. Η επιδείνωση των στοιχείων του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα τους ωθήσει σε πιο συντηρητικές προσεγγίσεις για την εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών και τη βιωσιμότητα του χρέους. Πάντως, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος εκτίμησε χθες, προσερχόμενος στη διαπραγμάτευση, ότι η εξέλιξη ενός μόνο τριμήνου είναι συγκυριακή και δεν επηρεάζει τη διαπραγματευτική γραμμή της χώρας.

Οπως έδειξαν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ σε όρους όγκου το 4ο τρίμηνο του 2016 μειώθηκε κατά 1,1% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2016. Στην προηγούμενη εκτίμηση της Αρχής, πριν από 15 ημέρες περίπου, είχε αναφερθεί αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,3%. Σε τριμηνιαία βάση, εξάλλου, το ΑΕΠ το 4ο τρίμηνο παρουσίασε μείωση κατά 1,2% συγκριτικά με το προηγούμενο δίμηνο, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για μείωση κατά 0,4%.

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ διέψευσαν, επίσης, τις πρόσφατες χειμερινές προβλέψεις της Κομισιόν (0,3%) και του ΔΝΤ (0,4%) για την πορεία του ΑΕΠ το 2016. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προϋπολογισμός του 2017 είχε βασιστεί σε εκτίμηση για ελαφρά μείωση του ΑΕΠ (-0,3%) το 2016.

Για το 2017, η πρόβλεψη στην οποία βασίζεται το πρόγραμμα αναφέρει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,7%, ενώ πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις αναλυτών (π.χ. Eurobank) την τοποθετούν στο 1,5%-2%.

Η μεγαλύτερη ανησυχία των αναλυτών, πάντως, εντοπίζεται στους αρνητικούς οιωνούς με τους οποίους ξεκίνησε το 2017 (μείωση καταναλωτικής εμπιστοσύνης) και στην καθυστέρηση στην αξιολόγηση. Χαρακτηριστικά, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΣΕΒ Μιχάλης Μασουράκης σημειώνει ότι η κάμψη που παρατηρήθηκε στις λιανικές πωλήσεις τον Δεκέμβριο και η υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τους δύο πρώτους μήνες του 2017 αποτελούν στοιχεία που συνδέονται με την καθυστέρηση της αξιολόγησης. Ο ίδιος σημειώνει επίσης ότι όσο συνεχίζεται η καθυστέρηση, όλες οι επενδυτικές αποφάσεις μένουν σε εκκρεμότητα.

Αντίστοιχα, ο αναπληρωτής επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank Τάσος Αναστασάτος παρατηρεί ότι η αναθεώρηση δημιουργεί αρνητικό αποτέλεσμα βάσης για το 2017 και, σε συνδυασμό με τις μέτριες επιδόσεις των πρόδρομων δεικτών, προκαλεί επιφυλάξεις και αναδεικνύει την ανάγκη να κλείσει η αξιολόγηση, προκειμένου να μειωθεί η αβεβαιότητα.

Σχολιάζοντας τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανίκα Μπράιτχαρτ ανέφερε πως η Κομισιόν εξακολουθεί να αναμένει ανάπτυξη στην Ελλάδα το 2017, και προσέθεσε ότι «η διατήρηση του μομέντουμ των μεταρρυθμίσεων και η συνέχιση της εφαρμογής τους είναι αναγκαίες, προκειμένου να στηριχθεί η ανάπτυξη και να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη».


                                                                      "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 07/03/17

Αύξηση κατανάλωσης 1,4% και πτώση επενδύσεων 0,9%
Αύξηση της κατανάλωσης και πτώση των επενδύσεων διαμόρφωσαν το αποτέλεσμα του ΑΕΠ το 2016, ενώ αρνητική ήταν και η καθαρή επίδραση του εξωτερικού τομέα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα οποία επεξεργάστηκε η Eurobank, κατά το τέταρτο τρίμηνο, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,1% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Συνολικά, το 2016, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,4%, σε σύγκριση με το 2015. Αντίθετα, η δημόσια κατανάλωση σημείωσε πτώση.

Οι επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου) μειώθηκαν κατά 30,7% το τέταρτο τρίμηνο σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Συνολικά το 2016 μειώθηκαν κατά 0,9% σε σύγκριση με το 2015.

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,7% το τέταρτο τρίμηνο σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, αλλά συνολικά το 2016 μειώθηκαν κατά 1,5% σε σύγκριση με το 2015. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3% το τέταρτο τρίμηνο και κατά 0,5% σε ετήσια βάση.

Τα στοιχεία, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Eurobank δρα Πλάτωνα Μονοκρούσσο, υποδεικνύουν μια αρνητική στατιστική επίπτωση (carry over) το 2017 περίπου 0,6 ποσοστιαίας μονάδας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά αντίξοες καιρικές συνθήκες στις αρχές του χρόνου και την αυξανόμενη αβεβαιότητα σχετικά με τη δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος, δεν προοιωνίζεται δυναμικό ξεκίνημα για το 2017.

Σχετικά με τα στοιχεία που οδήγησαν στην αναθεώρηση της εκτίμησης της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ, η ανακοίνωσή της αναφέρει ότι είναι «αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης στοιχείων που δεν ήταν διαθέσιμα κατά την πρώτη εκτίμηση. Τα στοιχεία αυτά είναι είτε μηνιαία (όπως στοιχεία ισοζυγίου πληρωμών του μηνός Δεκεμβρίου) είτε τριμηνιαία (όπως δείκτες κύκλου εργασιών των κλάδων των υπηρεσιών και στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού)».

Σύμφωνα με πληροφορίες, τη μεγαλύτερη επίδραση προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης προς τα κάτω της εκτίμησης για το ΑΕΠ του τέταρτου τριμήνου είχαν ο δείκτης των οικοδομικών αδειών (πτώση 12%) και οι υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών (πτώση 11,5%) και νομικών και λογιστικών υπηρεσιών (πτώση 1,5%).

Η ΕΛΣΤΑΤ στην ανακοίνωσή της αναφέρει, εξάλλου, ότι το ΑΕΠ των προηγουμένων τριμήνων έχει αναθεωρηθεί κυρίως λόγω ενημερωμένων στοιχείων γενικής κυβέρνησης.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα χθεσινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, συνολικά, σε ετήσια βάση, όλες τις χρονιές από το 2008 το ΑΕΠ είχε αρνητικό πρόσημο, με εξαίρεση το 2014, οπότε σημείωσε οριακή αύξηση (0,4%).


                                                               "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 07/03/17

Αναθεωρήσεις στοιχείων και πολιτική

Του Νίκου Βέττα *

Η χθεσινή αναθεώρηση των μακροοικονομικών δεδομένων για το προηγούμενο τρίμηνο χαμηλώνει την εκτίμηση τόσο για το σύνολο του περασμένου έτους όσο και για τη δυναμική που αναπτύσσεται στο τρέχον. Με τα νέα δεδομένα, η ανάπτυξη της οικονομίας το 2016 φαίνεται πως θα μετρηθεί πολύ κοντά στο μηδέν, χωρίς φυσικά να αποκλείεται ότι σε μελλοντικές αναθεωρήσεις θα βρεθεί λίγο πιο ψηλά ή ακόμη πιο χαμηλά, πλησιέστερα προς τα επίπεδα που προβλέπονταν αρχικά στον προϋπολογισμό.

Η λεπτομερής μέτρηση έχει, φυσικά, τη σημασία της. Παρά τις προκλήσεις που αντικειμενικά θέτει μια ευμετάβλητη συγκυρία, η κατανόηση των στοιχείων και η διαχρονική συνέπειά τους συμβάλλει ως βάση τόσο για επιμέρους αποφάσεις πολιτικής και επενδυτικά σχέδια όσο και για την αύξηση της εμπιστοσύνης στο πρόγραμμα. Ομως η χθεσινή αναθεώρηση δεν πρέπει να αλλοιώνει τη μεγάλη εικόνα. Αντίθετα, μπορεί να συμβάλει στον εξορθολογισμό των αποφάσεων και του δημόσιου διαλόγου.

Ειδικότερα, η εντύπωση πως η οικονομία βρίσκεται σε θετική τροχιά και πως δεν χρειάζεται προσαρμογές που θα δώσουν αναπτυξιακή ώθηση φαίνεται να μην επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα. Είναι αληθές ότι μακρoοικονομικά κατά το 2016, και σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη και πολύ αρνητική χρονιά, επήλθε συνολικά εξισορρόπηση. Αυτή είναι μια θετική βάση που, ακόμη και αν προέκυψε με πολύ υψηλό κόστος, πρέπει να προφυλαχθεί. Το κύριο ζήτημα όμως είναι άλλο και έχει ήδη επισημανθεί έγκαιρα. Η τρέχουσα ανάκαμψη δεν έχει ούτε το μέγεθος ούτε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διασφαλίζουν βιώσιμη ανάπτυξη σε βάθος χρόνου. Από αυτή την οπτική, η χθεσινή αναθεώρηση ίσως βοηθήσει στην αποδόμηση ενός μοτίβου σκέψης που, από υστεροβουλία ή άγνοια, επανέρχεται περιοδικά κατά την ελληνική κρίση. Οτι δήθεν η οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί αυτόματα και χωρίς να βελτιωθούν τα δομικά χαρακτηριστικά της. 

Τρεις σχετικές επιμέρους παρατηρήσεις έχουν επίσης σημασία.
  • Πρώτον, όπως η σταδιακή βελτίωση στις αρχές του περασμένου έτους αντανακλά κυρίως την απομάκρυνση από τη δραματική αβεβαιότητα του 2015, έτσι και οι τελευταίοι μήνες του περασμένου έτους και η αρχή του τρέχοντος επιβαρύνονται από την εκκρεμότητα της αξιολόγησης και τη νέα αύξηση των κινδύνων. Η οικονομία σε όλα τα επίπεδα φωνάζει πως μπορεί να επωφεληθεί άμεσα από μια επιστροφή σε μια σχετική κανονικότητα. 
  • Δεύτερον, καθώς η οικονομία φαίνεται πλέον ότι μετρείται σε ένα μικρότερο μέγεθος απ’ ό,τι αναμενόταν, η σχετική επιβάρυνση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών, που σε μεγάλο βαθμό λειτουργούν φορολογικά, προκύπτει να είναι υψηλότερη. Ετσι, ενώ και το δημοσιονομικό πλεόνασμα μπορεί να καταλήξει ποσοστιαία μεγαλύτερο, κομβικής σημασίας είναι η επίδραση της φορολογικής πολιτικής, που εμφανώς λειτουργεί ως τροχοπέδη της ανάπτυξης. 
  • Τρίτον, οι εξελίξεις στις συνιστώσες του εισοδήματος δεν δείχνουν την απαραίτητη στροφή στο νέο και βιώσιμο πρότυπο ανάπτυξης που θα στηρίζεται στις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Είναι η ιδιωτική κατανάλωση που οριακά βελτιώνεται και έχει θετική συνεισφορά, είτε λόγω της σταδιακής σχετικής εξομάλυνσης είτε τεχνητά, λόγω της αυξημένης καταγραφής που συνεπάγεται η χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής. Ομως στις επενδύσεις καταγράφεται υποχώρηση, και αυτός είναι ο τομέας που θα κρίνει τις εξελίξεις στο σύνολο της οικονομίας. 
Συνολικά, η σημερινή συγκυρία προσφέρεται και ίσως απαιτεί συνειδητοποίηση των επιλογών. Η οικονομία σταθεροποιήθηκε κατά το περασμένο έτος και δεν απαιτείται περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή. Ωστόσο, αυτή η ισορροπία είναι εύθραυστη, εκτός των άλλων και λόγω της ανάγκης εξυπηρέτησης χρεών σε ιδιωτικό και δημόσιο επίπεδο. Για να τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και εισόδημα είναι απαραίτητες δύο συνθήκες. Η αύξηση της αξιοπιστίας της πολιτικής θα είχε άμεσα ευεργετικά αποτελέσματα και η στροφή σε μείγμα πολιτικής που θα επιβραβεύει και δεν θα τιμωρεί όσους εργάζονται ή επιχειρούν είναι οι δύο προϋποθέσεις για μεσοπρόθεσμα διατηρήσιμη ανάπτυξη.

*Γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου